Μιλώντας σε συγκέντρωση οπαδών του το περασμένο Σάββατο (10/2) ο Ντόναλτ Τραμπ αναφέρθηκε σε μια συζήτηση που, όπως είπε, είχε στο παρελθόν με έναν ηγέτη «μεγάλης χώρας» της βορειοατλαντικής συμμαχίας, τον οποίο δεν κατονόμασε. Από την αναφορά αυτή προέκυψε ότι αν ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ κερδίσει στις εκλογές του Νοεμβρίου μια δεύτερη προεδρική θητεία, η Ουάσιγκτον ενδέχεται –ουσιαστικά αθετώντας το άρθρο 5 περί συλλογικής άμυνας– να μην προστατεύσει τους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ από ενδεχόμενη επίθεση (της Ρωσίας), αν προηγουμένως ορισμένα μέλη της συμμαχίας δεν αυξήσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες.

Το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ τον ερχόμενο Νοέμβριο στοιχειώνει την Ευρώπη. Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ των μεγάλων της Γηραιάς Ηπείρου αναζητούν, αναφέρει το Bloomberg, τρόπους απάντησης στον εμπορικό πόλεμο των ΗΠΑ που αναμένεται να ακολουθήσει μια ενδεχόμενη νίκη του Τραμπ, που έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι «οι εμπορικοί πόλεμοι είναι καλοί και κερδίζονται εύκολα» και ήδη, όπως ακούγεται, μελετά με τους συμβούλους του τη δημιουργία ενός «δακτυλίου προστασίας της αμερικανικής οικονομίας», που θα περιλαμβάνει την επιβολή δασμών 10% στις εισαγωγές, από 3,4% που είναι τώρα μεσοσταθμικά.

Η ΕΕ, ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών, έχει έναντι των τελευταίων εμπορικό πλεόνασμα που ξεπερνά τα 200 δισ. δολάρια, αρκετά μεγάλο για να απασχολεί μόνο τους Ρεπουμπλικανούς και τον Τραμπ.

Ήδη από το 2022 ο νόμος IRA (Inflation Reduction Act) της κυβέρνησης Μπάιντεν προβλέπει φορολογικές ελαφρύνσεις και επιδοτήσεις ύψους 369 δισ. δολαρίων σε εταιρείες παραγωγής ηλεκτρικών οχημάτων, ανεμογεννητριών κ.ά. υπό τον όρο να παράγουν τα προϊόντα τους στις ΗΠΑ. Ανάλογα ο νόμος CHIPS προβλέπει «μπόνους» 52 δισ. δολαρίων στους κατασκευαστές chip εντός των αμερικανικών συνόρων. Οι ΗΠΑ ήδη προσελκύουν πολλές ευρωπαϊκές βιομηχανίες, με σχεδόν βέβαιο αποτέλεσμα την ασύντακτη αποβιομηχάνιση και την επακόλουθη παρατεταμένη ύφεση μιας Ευρώπης δέσμιας των κυρώσεων του ΝΑΤΟ στη Ρωσία και του πολεμικού εξοπλισμού της Ουκρανίας.

Στη Γερμανία –χώρα αντιπροσωπευτική του μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης της μεταπολεμικής Ευρώπης— η βιομηχανική παραγωγή διαγράφει πτωτική καμπύλη από το 2017, που επιταχύνεται μετά το βίαιο τερματισμό της προμήθειας φθηνού ρωσικού φυσικού αερίου: στις πιο ενεργοβόρες βιομηχανίες της Γερμανίας η παραγωγή έχει μειωθεί κατά 22,5% από τον Δεκέμβριο του 2021 – δυσοίωνο προείκασμα του μέλλοντος μιας οικονομίας που πιέζεται, επί πλέον, να ανταποκριθεί στο τεράστιο κόστος της αναβάθμισης του αμυντικού προϋπολογισμού που ζητούν από τους Ευρωπαίους οι Αμερικανοί, υπό την απειλή του Τραμπ, αν εκλεγεί, να μειώσει, ακόμη και να τερματίσει την εμπλοκή των ΗΠΑ στην άμυνα της Ευρώπης, αν η τελευταία δεν συμμορφωθεί με την απαίτηση για αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών της.

Το σχόλιο του ύπατου εκπροσώπου της ΕΕ, Ζοζέπ Μπορέλ, ότι «το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να είναι μια στρατιωτική συμμαχία α λα καρτ, που λειτουργεί ανάλογα με τη διάθεση του εκάστοτε αμερικανού προέδρου», και η διαβεβαίωση του απερχόμενου γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ, ότι «η συμμαχία παραμένει έτοιμη και ικανή να υπερασπιστεί όλους τους συμμάχους» μάλλον σαν ευχολόγιο ακούγονται παρά σαν απάντηση στην εμπρηστική δήλωση του πρώην –και προαλειφόμενου μελλοντικού– προέδρου των ΗΠΑ.

Η δήλωση Τραμπ, επανάληψη, ουσιαστικά, παλαιότερων σχολίων του, όταν ήταν πρόεδρος των ΗΠΑ, ότι η χώρα του αδικείται επωμιζόμενη το αμυντικό βάρος της συμμαχίας, φέρνει ξανά στο επίκεντρο τις στρατιωτικές δαπάνες των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ.

Μέχρι το 2017, όταν ο Τραμπ αναλάμβανε πρόεδρος των ΗΠΑ, οι χώρες που πληρούσαν το μίνιμουμ του 2% του ΑΕΠ για στρατιωτικές δαπάνες ήταν τέσσερις, με την Ελλάδα να στοιχίζεται περιχαρής πίσω από τις ΗΠΑ, μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο και την Πολωνία.

Μέχρι το 2022, στις χώρες που ικανοποιούσαν το 2% προστέθηκαν η Λετονία, η Λιθουανία, η Εσθονία και η Κροατία. Η Ουγγαρία, η Ρουμανία, η Σλοβακία και η Φινλανδία ακολούθησαν το 2023.

Όμως μέχρι τον περασμένο Ιούλιο οι περισσότεροι νατοϊκοί εταίροι υπολείπονταν του στόχου.

Η Τουρκία; Με ποσοστό 1,31% του ΑΕΠ, η γείτονα απέχει πόρω. Και, από κοντά, οι: Γαλλία (1,9%), Μαυροβούνιο (1,87%), Βόρεια Μακεδονία (1,87%), Βουλγαρία (1,84%), Κροατία (1,79%), Αλβανία (1,76%), Κάτω Χώρες (1,7%), Νορβηγία (1,67 %), Δανία (1,65 %), Γερμανία (1,57 %), Τσεχία (1,5 %), Πορτογαλία (1,48 %), Ιταλία (1,46 %), Καναδά (1,38 %), Σλοβενία (1,35 %), Ισπανία (1,26 %) και Βέλγιο (1,26 %).

Η χώρα μας, καταβάλλοντας αγογγύστως πλέον του 3,1% του ΑΕΠ για εξοπλιστικές δαπάνες, μπορεί να επαίρεται ότι παραμένει –μαζί με τις ΗΠΑ (3,49%), την Πολωνία (3,9%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (2,07%)– κάτοχος του ρεκόρ παραμονής στην κορυφαία τετράδα. Και δικαίως να επιχαίρει όταν η προσήλωσή της αυτή αναγνωρίζεται.

Όπως, εν προκειμένω, στο κοινό ανακοινωθέν για τον 5ο γύρο του Στρατηγικού Διαλόγου ΗΠΑ-Ελλάδας, που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Παρασκευή (9/2) στην Ουάσιγκτον και ολοκληρώθηκε με την υπογραφή συμφωνιών από τον αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν και τον έλληνα ομόλογό του, Γεώργιο Γεραπετρίτη:

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξήραν την Ελλάδα για την υπέρ το δέον τήρηση της δέσμευσής της στη Σύνοδο Κορυφής της Ουαλίας, δαπανώντας άνω του 3,5% του ΑΕΠ της για την άμυνα, με πλέον του 45% αυτού του ποσού να χρησιμοποιείται για την αγορά σημαντικού εξοπλισμού», στο πνεύμα της δέσμευσης των δύο χωρών «να ενισχύσουν τη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας μέσω των προσπαθειών στρατιωτικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας». Για την προαγωγή –τι άλλο;– «της σταθερότητας, της ειρήνης και της ευημερίας στην Ευρώπη και την ευρύτερη περιοχή, ιδίως μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου κατά του Ισραήλ, τις τρομοκρατικές ενέργειες των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα και τον συνεχιζόμενο πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας».

Κωστής Γιούργος Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet