Από τον Περισσό είχαμε και έχουν δοθεί αρκετές αφορμές για να διαπιστώνουμε τον πολιτισμικό συντηρητισμό της ηγεσίας του ΚΚΕ, που προσπαθεί να τον επιβάλει ακόμη και στις νέες γενιές των μελών και οπαδών του. Αναδείχθηκε, άλλωστε, και πολύ πρόσφατα, με τη συζήτηση για τον γάμο ομόφυλων ζευγαριών, όπου, παρά τις προσπάθειες να δοθεί αριστερή χροιά στην επιχειρηματολογία της, αυτή προσομοίαζε με των ακραία συντηρητικών.

 

Ένας πολιτικός παραλογισμός

 

Στην προσπάθεια ακριβώς να δοθούν ταξικά, μαρξιστικά υποτίθεται χαρακτηριστικά σ’ αυτή την επιχειρηματολογία, αποκαλύπτεται και ένας άλλος, παράλληλος συντηρητισμός, ένας πολιτικός συντηρητισμός, που χαρακτηρίζει τη στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ εδώ και χρόνια. Εξίσου βλαπτικός, όχι μόνο για το ίδιο, αλλά και για την απήχηση της Αριστεράς γενικότερα και την ικανότητα πολιτικού προσανατολισμού των κοινωνικών κινημάτων και της επίδρασής τους στις πολιτικές εξελίξεις.

Ας γίνουμε πιο σαφείς. Ακούγοντας την επιχειρηματολογία εκπροσώπων του κόμματος υπέρ της καταψήφισης του νομοσχεδίου, στη συζήτηση της Ολομέλειας της Βουλής, με έκπληξη διαπιστώνουμε ότι υπάρχει άκρα επιφυλακτικότητα για την τεκνοθεσία, την αναδοχή, την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, ιδίως για τα ομόφυλα ζευγάρια αλλά και γενικότερα, γιατί οι πράξεις αυτές εμπορευματοποιούνται, γίνονται αντικείμενο συναλλαγής στο πλαίσιο μιας καπιταλιστικής κοινωνίας και αντικείμενο εκμετάλλευσης λόγω του ταξικού χαρακτήρα της.

Καλή προσπάθεια, αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη η αντίληψη που αποκαλύπτει. Αν, όπως πράγματι συμβαίνει, η κατοχύρωση, μερική κατά κανόνα σ’ αυτές τις συνθήκες, εργατικών δικαιωμάτων ενταχθεί στο πλαίσιο της εκμεταλλευτικής σχέσης που κυριαρχεί στις σύγχρονες κοινωνίες και τις οικονομίες, αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε να είμαστε επιφυλακτικοί στη διεκδίκησή τους ή την ατελή έστω νομοθέτησή τους; Το ίδιο θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, ας πούμε, για την αποποινικοποίηση της μοιχείας, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί σε βάρος του αδύναμου μέρους, της συζύγου, στο πλαίσιο ενός γάμου σε μια εκμεταλλευτική και πατριαρχική μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Θα έπρεπε γι’ αυτό τον λόγο να προβληματιστούμε για τη στάση μας απέναντι στην αποποινικοποίησή της;

 

Μια πολιτική αντίληψη πίσω από τον παραλογισμό

 

Σε τι οφείλεται αυτός ο παραλογισμός; Όχι μόνο στον πολιτισμικό συντηρητισμό, που φροντίζει να μη δημιουργεί πολιτικές αποστάσεις από συντηρητικότερα ακόμα στρώματα του εκλογικού σώματος, αντί να τα παρασύρει πιο αριστερά με τη ριζοσπαστική ορμή του. Οφείλεται και σε μια πολιτική αντίληψη που καλλιεργείται, ότι δεν μπορεί να εξασφαλιστούν ουσιαστικές αλλαγές στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Ενώ η δυναμική που θα όφειλε να προβάλλεται, είναι ότι μπορούν να κατοχυρωθούν από τα κοινωνικά κινήματα κατακτήσεις ακόμα και σ’ αυτό το πλαίσιο. Γεγονός που δείχνει στα μάτια των λαών ότι αφενός είναι εφικτές, αφετέρου ότι μπορούν αργότερα να ολοκληρωθούν στο πλαίσιο μιας ανώτερης μορφής κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης, που κι αυτή είναι εφικτή και επιδιώξιμη.

Πρόκειται για μια διπλά προβληματική στάση. Πρώτα απ’ όλα γιατί υποτιμά τη σημασία τέτοιων κατακτήσεων, και ύστερα γιατί παρουσιάζει τη μετάβαση στον σοσιαλισμό σαν μετακόμιση στη χώρα των μακάρων, τη στιγμή που και οι πρωτοετείς των μαρξιστικών σπουδών γνωρίζουν ότι και στη διάρκειά του οι ταξικές διαφορές δεν διαγράφονται με ένα διάταγμα. (Πώς και δεν έχει αποτολμηθεί ακόμα η θέση ότι οι επαναστατικές αλλαγές της Οκτωβριανής Επανάστασης στο δίκαιο για τον γάμο και στο οικογενειακό γενικότερα ήταν ορθές, επειδή έγιναν στο πλαίσιο του σοσιαλισμού, ενώ σε μια καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι;)

Έτσι οι δημοτικοί σύμβουλοί του μπορεί να καταλήξουν να μη στηρίζουν τις επιτροπές ισότητας που έχουν θεσμοθετηθεί στους δήμους. Τις θεωρούν παραπλανητικές, προσχηματικές, βλαπτικές; Τις οίδε; Ή να τοποθετούνται οι ευρωβουλευτές του με το ουδέτερο «παρών» στην ευρωβουλή, επειδή το πρόσφατο καταδικαστικό ψήφισμα κατά της ελληνικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της ευρωενωσιακής νομοθεσίας, που μόνο τέλεια δεν είναι. Υποτιμώντας έτσι τη σημασία που θα είχε ένα τέτοιο ψήφισμα στον εσωτερικό αγώνα για την απαλλαγή από την αποπνικτική κυριαρχία της ΝΔ.

 

Το ΚΚΕ από τη μια, όλοι οι άλλοι από την άλλη;

 

Δεν πρόκειται για έναν πολιτικό συντηρητισμό που απλά μυρίζει μούχλα. Είναι εξαιρετικά βλαπτικός για το λαϊκό κίνημα, γιατί απομονώνει οικειοθελώς το ΚΚΕ, μια σημαντική αντιπολιτευτική δύναμη, με σημαντική επιρροή στο κοινωνικό κίνημα. Την τοποθετεί απέναντι σε όλο το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων, ακόμα και της Αριστεράς. Αποκλείει την παραμικρή δυνατότητα συνεργασίας και στα ελάχιστα, διαιωνίζοντας την απίστευτη γραμμή «πέντε κόμματα, δύο πολιτικές», επομένως και δύο αντίπαλα στρατόπεδα –από τη μια το ΚΚΕ, από την άλλη όλοι οι άλλοι– που ισχύει ακόμα, επί δεκαετίες, αν και έχει… εκσυγχρονιστεί πια: «δέκα κόμματα, δύο πολιτικές».

Καταφεύγοντας στην πολιτική παραψυχολογία, θα μπορούσε κάποιος να αποδώσει αυτό τον πολιτικό συντηρητισμό στο τραύμα του 1990, όταν με την περιπέτεια του ενιαίου Συνασπισμού απειλήθηκε η αυτοτελής ύπαρξη του κόμματος. Μπορεί, όμως, μετά από τριάντα χρόνια να δικαιολογηθεί μια τέτοια ερμηνεία;

Ίσως είναι κάτι περισσότερο: η μεγέθυνση των εκλογικών ποσοστών φέρνει και μεγαλύτερες απαιτήσεις για πολιτική αξιοποίηση αυτής της αυξημένης δύναμης. Σε αυτό το σημείο συχνά παρατηρείται μια μη ανεκτή στους κλειστούς πολιτικούς οργανισμούς πίεση, ικανή να τους αποδιοργανώσει, όπως έχει συμβεί στο ΚΚΕ. Και το τραύμα μπορεί να χρησιμοποιείται, τελικά, σαν φόβητρο ή πρόσχημα, από όσους τείνουν να διαγράψουν τη λαμπρή παράδοση του ελληνικού και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, που έχουν γράψει ιστορία ακολουθώντας δοκιμασμένες πολιτικές ανοιχτών οριζόντων, τακτικής ή στρατηγικής σημασίας.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet