«Υπέροχες μέρες»

 

 

 

Με μια ιαπωνική ταινία, η οποία μάλιστα, είναι η επίσημη πρόταση της Ιαπωνίας για το Διεθνές Όσκαρ, επανεμφανίζεται ο Βιμ Βέντερς. Η ταινία του «Υπέροχες μέρες» (Perfect days) που προβάλλεται από αυτήν την εβδομάδα στη χώρα μας έρχεται για να επιβεβαιώσει τις θετικές κριτικές που γράφτηκαν μετά τη συμμετοχή της στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ των Κανών, όπου ο πρωταγωνιστής Κότζι Γιακούσο κέρδισε το βραβείο ανδρικής ερμηνείας.

Ο Γιακούσο κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Χιραγιάμα, ενός μοναχικού, λιγομίλητου άνδρα ο οποίος εργάζεται ως καθαριστής στις δημόσιες τουαλέτες του Τόκιο. Εκτός από τη δουλειά του όμως ο Χιραγιάμα αγαπά τη μουσική, το διάβασμα, τα φυτά του και τη φωτογραφία. Στην ταινία παρακολουθούμε τα όσα κάνει καθημερινά και σιγά-σιγά πίσω από αυτές τις κινήσεις αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε τον ίδιο τον άνθρωπο.

Αρχικά είναι η Άγια, η κοπέλα ενός συναδέλφου του η οποία θα δείξει ενδιαφέρον για τη μουσική που ακούει. Ύστερα η Νίκο, μια ανιψιά του, κόρη της αδελφής του, η οποία εμφανίζεται από το πουθενά και ο Χιραγιάμα την φιλοξενεί μερικές μέρες. Όταν έρχεται η μητέρα της να την πάρει μαθαίνουμε πως τα δύο αδέλφια έχουν χρόνια να μιλήσουν. Τέλος, είναι ο πρώην σύζυγος της ιδιοκτήτριας ενός μπαρ που συχνάζει, ο οποίος είναι βαριά άρρωστος και ανοίγει την καρδιά του στον άγνωστό του καθαριστή. Όλοι αυτοί σε συνδυασμό με κάποιους που ανταλλάσσει απλώς βλέμματα και τις καθημερινές του συνήθειες αποτελούν το κλειδί για να δούμε μέσα στον άνθρωπο Χιραγιάμα.

Ο Βιμ Βέντερς θυμίζει τον παλιό καλό σκηνοθέτη που αγαπήσαμε. Γύρω από το πρόσωπο του πρωταγωνιστή του οικοδομεί έναν ολόκληρο κόσμο συναισθημάτων. Η μελαγχολική διάθεση που κουβαλά ο ήρωάς του, η εκούσια μοναχικότητά του εμπεριέχουν μια γλυκόπικρη αισιοδοξία. Ο Χιραγιάμα έχει κατορθώσει να ανακαλύψει μέσα στη μοναξιά και τη ρουτίνα εκείνα τα όμορφα πράγματα που τον κάνουν να νιώθει γεμάτος. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός πως κάθε πρωί που βγαίνει από το σπίτι του, κοιτάζει προς τον ουρανό και ένα χαμόγελο αισιοδοξίας ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του καθώς υποδέχεται την καινούργια μέρα. Και φτάνουμε στο φινάλε όπου με συνοδεία τη φωνή της Νίνα Σιμόν τον βλέπουμε να οδηγεί, ενώ στο πρόσωπό του εναλλάσσονται το χαμόγελο με τα δάκρυα που με δυσκολία συγκρατεί κι αυτό επαναλαμβάνεται ως μία ακολουθία της ίδιας της ζωής.

Οι «Υπέροχες μέρες» είναι μια από εκείνες τις μικρές ταινίες που σχεδόν από το τίποτα διαθέτουν την ικανότητα να εξαπολύσουν μεγατόνους συναισθηματικής έκρηξης και να κοιτάξουν βαθιά μέσα στο σύμπαν του κάθε ανθρώπου χωριστά. Και που αφήνουν πίσω τους μια γλυκιά νότα αισιοδοξίας για τη ζωή που, τελικά, είναι όλα εκείνα τα μικρά πράγματα που έχουμε δίπλα μας και καλά θα κάνουμε να μην τα προσπερνάμε.

 

 

«Η μητέρα του σταθμού»

 

 

Η μετανάστευση είναι γυναίκα

 

Η δεκαετία του 1960 στην Ελλάδα σημαδεύτηκε από τη μαζική μετανάστευση χιλιάδων ανθρώπων με προορισμό τη Δυτική Γερμανία. Εκείνα τα δύσκολα χρόνια που επικρατούσαν συνθήκες ανέχειας στις περισσότερες αγροτικές περιοχές, και κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα ως αποτέλεσμα του Εμφυλίου, οι προοπτικές βελτίωσης της οικονομικής κατάστασης έκανε πολλούς Έλληνες να πάρουν τον δρόμο του ξενιτεμού. Δεν ήταν μόνον άνδρες, αλλά και πολλές γυναίκες και, μάλιστα, κάποιες από αυτές, μόνες.

Οι Ελληνίδες μετανάστριες είναι το θέμα της ταινίας «Η μητέρα του σταθμού» της Κωστούλας Τωμαδάκη. Και είναι η πρώτη φορά που μια ταινία ασχολείται αποκλειστικά με τις γυναίκες και τι σήμαινε και σημαίνει γι’ αυτές το να αποφασίσουν να εγκαταλείπουν την πατρίδα τους και κάποιες να αφήσουν πίσω τα παιδιά τους. Οι γυναίκες αφηγούνται, μιλούν για τη φτώχεια, για τη μεγάλη απόφαση, για τα παιδιά που έμειναν πίσω, για τη δουλειά στη Γερμανία. Βλέπουμε και γυναίκες που ήταν εκείνα τα παιδιά που έμειναν πίσω να αφηγούνται πώς εκείνα βίωσαν το φευγιό των γονιών τους. Ιστορίες ανθρώπων, φορτισμένες συγκινησιακά με γυναίκες που ως μάνες, γιαγιάδες και κόρες βίωσαν τη μετανάστευση, τον αποχωρισμό και τις επιπτώσεις τους.

Η ταινία της λειτουργεί ως πολιτικό και κοινωνικό σχόλιο. Πώς να ξεπεράσεις τα όσα άφησε ο εμφύλιος, το πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, τις εργασιακές συνθήκες, την οικονομική κρίση του σήμερα αποτέλεσμα της νεοφιλελεύθερης οικονομίας; Η Τωμαδάκη δεν κραυγάζει, απλά αφήνει τις αφηγήτριες να μιλήσουν. Μέσα στα δικά τους λόγια εμπεριέχεται το σχόλιο.

Όμως η Τωμαδάκη μπορεί να έχει ως αφετηρία και κύριο θέμα τις γυναίκες εκείνες, αλλά δεν παραλείπει, και πολύ καλά κάνει, να αναφερθεί και στη σημερινή, τη σύγχρονη μετανάστευση. Που βέβαια έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά αλλά δεν παύει να υφίσταται.

Ιδιαίτερα εύστοχη ήταν η επιλογή της σκηνοθέτριας να συνδέσει το υλικό της με σιδηροδρομικές γραμμές και τρένα, θυμίζοντας το κατεξοχήν μέσο που ταξίδευαν οι μετανάστες αλλά και δικαιολογώντας έτσι τον τίτλο της ταινίας. Πολύ καλή η φωτογραφία της Κατερίνας Μαραγκουδάκη και η μουσική του Δημήτρη Μαραμή.

 

Αδιέξοδος έρωτας

 

Το 1960 προβλήθηκε στο Φεστιβάλ των Κανών η ταινία «Η κυρία και το σκυλάκι» (Dama s Sobachkoj) του Γιοσίφ Κέιφιτς, μεταφορά στον κινηματογράφο του ομόνυμου διηγήματος του Αντόν Τσέχοφ.

Ένας μοσχοβίτης φιλόλογος, ο Ντμίτρι Ντιμτρίεβιτς Γκούροφ, που περνά μερικές μέρες στη Γιάλτα, γνωρίζεται με την Άννα Σεργκιέγιοβνα, μια αριστοκράτισσα από την επαρχία. Αν και είναι και οι δύο παντρεμένοι θα ξεκινήσουν μια παθιασμένη ερωτική σχέση. Σύντομα όμως θα χωριστούν καθώς θα πρέπει να επιστρέψουν στις οικογένειές τους. Όμως ο έρωτας δεν θα σβήσει και πρώτα ο Ντμίτρι θα επισκεφθεί την πόλη που ζει η αγαπημένη του και μετά εκείνη θα έρθει να τον βρει στη Μόσχα. Όμως ο έρωτάς τους ήταν από την αρχή καταδικασμένος, ένας αδιέξοδος έρωτας χωρίς μέλλον.

Το διήγημα του Τσέχοφ σε μια ιδανική μεταφορά με τον σκηνοθέτη να κινηματογραφεί βλέμματα και κινήσεις με κομψότητα και διακριτικότητα. Μια ευτυχής συνάντηση της μεγάλης ρώσικης λογοτεχνίας με τη μεγάλη σοβιετική κινηματογραφική σχολή, με αποτέλεσμα μια εξαιρετική ταινία που καταγράφει με τρόπο σπαρακτικό τον δύσκολο έρωτα της Άννας και του Ντμίτρι.

Ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο ο Κέιφιτς, προφανώς μέσα στο πολιτικό κλίμα που υπήρχε στην πατρίδα του, δείχνει τη συμπεριφορά της ρωσικής αριστοκρατίας απέναντι στα κατώτερα οικονομικά στρώματα αλλά και την πλήξη και τη ανία μέσα στην οποία ζούσαν οι ρώσοι αστοί και οι αριστοκράτες.

 

Μάχη με το Κακό

 

Ένα μεταφυσικό θρίλερ τρόμου από την Αργεντινή. Πρόκειται για την ταινία «Εκεί που το κακό παραμονεύει» (Cuando acecha la maldad) του Ντέμιαν Ρούγκνα, που μας μεταφέρει σε κάποια απομακρυσμένη περιοχή της πατρίδας του. Εκεί σε ένα κτήμα ζουν ο Πέδρο και ο Τζίμι Γιαζούρλο, δυο αδέλφια που ξαφνικά θα έρθουν αντιμέτωποι με ένα δαιμονικό ον που εμφανίστηκε στο άρρωστο σώμα ενός άνδρα στο διπλανό αγρόκτημα. Το Κακό σύντομα θα αρχίσει να εξαπλώνεται και τα δυο αδέλφια θα προσπαθήσουν να το καταπολεμήσουν.

Μια ταινία που ενώ ξεκινά με πολύ ενδιαφέρον και δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα, σύντομα εξαντλείτε σε ευκολίες, υπερβολές και κλισέ.

 

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet