Χρύσα Φάντη «Οδός Ευτυχίδου», εκδόσεις Σμίλη, 2023

 

Σε μια εποχή που είναι γνωστό πλέον ότι οι τέχνες αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία και όπου αρκετοί δημιουργοί πειραματίζονται με τα υλικά τους, με τους περισσότερους όμως να ακολουθούν την πεπατημένη, η Χρύσα Φάντη χτίζει ένα συναρπαστικά ιδιόρρυθμο μυθιστόρημα, δίχως να φοβάται, όχι να αναμείξει, αλλά να διαχωρίσει αυτά τα υλικά σε ξεχωριστές, αυτόνομες ενότητες.

Δεν θα αναφερθώ σε αποσπάσματα του κειμένου διότι θεωρώ πως η ξαφνική επαφή με το μαχαίρι της συγγραφέως, το οποίο τέμνει την κάθε ενότητα, έχει ιδιαίτερη σημασία για την όλη κατασκευή του μυθιστορήματος.

Ξεκινώντας από τον τίτλο του έργου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η οδός Ευτυχίδου είναι μια κεντρική αρτηρία του Παγκρατίου, όπου ρέει άφθονο το αίμα των εποχών, ιστορικά αλλά και καθαρά ανθρώπινα. Σημαίνον και σημαινόμενο, πέρα από την πρώτη εμφανή σχέση τους με το δίπολο ευτυχία/δυστυχία, εκφράζουν και τον κοινό τόπο (Παγκράτι) αλλά και την κοινοτοπία. Η ιστορία του αφηγητή είναι μια ιστορία που θα μπορούσε να είχε συμβεί σε διάφορες παραλλαγές σε πολλούς, είναι η ανθρώπινη, απλή, πλην δραματική, ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, από τη Μικρασιατική καταστροφή μέχρι σήμερα, που όμως εδώ έχει και ένα τοπόσημο. Όσο βυθίζεται κανείς στο πρώτο μέρος της αφήγησης, όσο τον παρασύρει το δεύτερο πρόσωπο του αφηγητή (εσωτερικός μονόλογος αλλά και απεύθυνση), τόσο ζαλίζεται με την προσπάθεια ανασύνταξης του παζλ της μνήμης. Τα πρόσωπα χορεύουν, έρχονται και σβήνουν, ένα γενεαλογικό δέντρο εμφανίζεται με τα κλαδιά μες στην ομίχλη, θραύσματα εδώ, θραύσματα εκεί, τόποι που άλλοτε διαδέχονται ο ένας τον άλλον, άλλοτε σκιάζουν ο ένας των άλλον. Όσο πλησιάζει ο αφηγητής στην αλήθεια του, τόσο η εικόνα γιγαντώνεται, με τις λεπτομέρειες να θολώνουν την ουσία, κάτι που εντείνεται από τον σάρκινο λυρισμό της Φάντη και τις λέξεις που ζωντανεύουν το καθετί, μυρωδιές, γεύσεις, κρυμμένες γωνιές, φωτογραφίες, κάθε λογής αισθήσεις.

Το ταξίδι της μνήμης κόβεται δραματικά από τα γράμματα του πατέρα από την εξορία στην Ικαρία. Λιτά, ηθελημένα άγουρα λυρικά ─ένα εικοσάχρονο παιδί είναι τότε ο πατέρας─, αλλά και με έναν τρόπο ρεαλιστικά, περιγράφουν μιαν άλλη καθημερινότητα, δίχως ίχνος μιζέριας και μνησικακίας, και με τον ρομαντισμό μιας άλλης εποχής, όπου κάποιοι άνθρωποι είχαν ως στήριγμα τα ιδανικά τους. Η σχέση του πατέρα με τους συντρόφους του, με τους ανθρώπους του χωριού αλλά και με τους δεσμοφύλακες, ο εγκλεισμός αλλά και τα τραγούδια, το μη άσπρο μαύρο εν ολίγοις, δίνεται με τρόπο αριστοτεχνικό, μέσα από τη γλώσσα που του ταιριάζει, λες και εδώ η Φάντη έχει φορέσει έναν θεατρικό μανδύα προβάροντας λόγια και αποβάλλοντας ό,τι δεν μπορεί να ειπωθεί με τον άλφα ή βήτα τρόπο από το συγκεκριμένο πρόσωπο. Από την πίκρα στη ματαίωση κι από την απελπισία στη χαρά της επιστροφής, τα γράμματα αποτελούν ένα ζωντανό κύτταρο, που βγαίνει μέσα από ένα χαρτόκουτο το 2023, στο σπίτι στην Πεντέλη όπου διαμένει ο αφηγητής. Γράμματα και σημειώσεις του αφηγητή μπλέκονται, «συνδιαλέγονται» αδιαφορώντας για τον χρόνο, και ένα καινούργιο ταξίδι γνώσης, οικογενειακής και ιστορικής μνήμης αρχίζει.

Η Φάντη όμως προχωράει και σε κάτι άλλο. Στη χρησιμοποίηση ντοκουμέντων αληθινών ή πλασματικών, τα οποία είτε διατρέχουν το κείμενο είτε εμφανίζονται στο τέλος του. Έτσι έχουμε δύο φωτογραφίες και έναν χάρτη στο κυρίως σώμα καθώς και το τελικό κεφάλαιο «Από το αρχείο του αφηγητή», όπου ως «σημειώσεις και ανάλεκτα», όπως η ίδια λέει, παρατίθενται εξαιρετικά ζωντανά πληροφορίες για το Παγκράτι, τους ανθρώπους του, αλλά και για την εξορία και όχι μόνο. Το συγκεκριμένο μέρος διαθέτει μια έντονη τρυφερότητα ─επ’ ουδενί νοσταλγικότητα─, ανάμεικτη με μαύρο χιούμορ. Ακολουθεί πυκνή βιβλιογραφία που έρχεται για να τεκμηριώσει από τη μία τα γραφόμενα και να ακυρώσει με αυτοσαρκασμό το ίδιο το είδος, το μυθιστόρημα. Ή μήπως για να περιγελάσει τη συχνά επίμονη δυσκαμψία απέναντι στην ανατρεπτικότητα;

 

Σοφία Διονυσοπούλου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet