Τζένη Οικονομίδη «Λειψυδρία και άλλες ιστορίες», εκδόσεις Θεμέλιο, 2023

 

Δεν είναι καθόλου τυχαίος ο τίτλος αυτής της συλλογής ούτε αφορά μόνο την ομότιτλη ιστορία αυτού του εκπληκτικού βιβλίου. Η λειψυδρία διαπερνά απ’ άκρη σ’ άκρη όλες τις ιστορίες σαν φαιά αχλύς που επεκτείνεται σ’ ένα άχρονο διηνεκές, αναμένοντας τις πηγές ν’ αναβλύσουν και πάλι μέσα στο σκοτάδι της αβεβαιότητας, στο λυκαυγές της προσμονής, πάνω στις σκληρές πέτρες της απαντοχής.

Οι τόποι της Τζένης Οικονομίδη δεν περιγράφουν μόνο ανθρώπινα τοπία. Συνομιλώντας διαρκώς και με τα τοπία που κατοικούν οι άνθρωποι, πόλεις, χωριά, βουνά και λαγκάδια, αποκαλύπτουν διαστήματα με βάθος αλλά χωρίς προοπτική. Ή μάλλον η προοπτική τους δεν εκτείνεται στο μέλλον αλλά αναδεικνύει μια πολυπλόκαμη κατεύθυνση που σκάβει σε βάθος, ανοίγει σε δίκτυα που διαπλέκονται σε λαβυρίνθους, κάποτε δείχνουν στην κατεύθυνση κάποιων φωτεινών μονοπατιών, που συχνά όμως συναντούν αδιέξοδα, για να συνεχίσουν τη διαδρομή τους χωρίς τελειωμό.

 

Περιγράφουν διεξοδικά, σχεδόν εμμονικά αυτή την πλευρά της ανθρώπινης κατάστασης που συνήθως αποφεύγουμε να βλέπουμε, αυτήν της οδύνης, της κακότητας, της μικρότητας και τα απύθμενα βάθη της, συχνά χωρίς αμφιθυμία. Η, μάλλον, το συναίσθημά τους συχνά δεν έχει αντίκρισμα στην αγάπη, στην πίστη, στην ελπίδα, στην ύπαρξη μιας θετικής θεότητας, όπως θα έλεγε και η ψυχαναλύτρια Ναταλί Ζαλτσμάν.

Η Τζένη Οικονομίδη γράφει για το «κακό» της εποχής που διανύουμε, που συχνά έχει τις διαστάσεις μιας ανυπόφορης αίσθησης χάους ή δυσαναπλήρωτου κενού, με απίστευτη κατανόηση και τρυφερότητα. Η γραφή της δίνει στον ζόφο ελπίδα, ανοίγοντας μας τον δρόμο για να απευθυνθούμε στον εαυτό μας, για να βρούμε σιγά σιγά τον δρόμο να απευθυνθούμε στους άλλους, όπως λέει η ίδια.

Μια αντίστροφη πορεία από εκείνη πάνω στην οποία έχει βασιστεί τους τελευταίους αιώνες ο πολιτισμός μας. Όχι πλέον από το συλλογικό στο ατομικό που τις περισσότερες φορές το αιχμαλωτίζει σε ανέφικτα οράματα και ουτοπίες που καταλήγουν σε δυστοπίες. Αλλά από την καθεμία και τον καθένα μας στις κακοτράχαλες, εσωτερικές μας πορείες μέσα στις οποίες ιχνηλατούμε καθ’ οδόν τις διαδρομές μας. Ο ζόφος που διαπερνά την εποχή μας έρχεται σε συνεχή αντιπαράθεση με καθρεφτάκια και αστραφτερά στολίδια, με έναν λόγο αθεράπευτα αυτοαναφορικό χωρίς αναστοχασμό, με εικόνες φανταχτερές σε αέναη ακολουθία - ρηχές θάλασσες.

 

Γυναίκες ανάμεσα στην υποταγή και την εξέγερση

 

Προνομιακά υποκείμενα αναδεικνύονται στη γραφή της Οικονομίδη οι γυναίκες. Κι αυτό γιατί αυτές ήταν πάντα η «άδεια κατηγορία» που έπρεπε κάθε φορά και σε κάθε εποχή να γεμίζει μέσα από τις επιταγές ενός λόγου πατριαρχικού. Από τότε που κάποιες από εμάς αρνήθηκαν να υποταχτούν στον λόγο αυτόν και επιπλέον άρχισαν να τον αποκαλύπτουν και να τον αποδομούν μέσα από τα βιώματα, τη μελέτη και τη γραφή τους, οι διαδρομές των γυναικών έγιναν το παράδειγμα αυτής της μοναχικής αυτοδίδακτης πορείας που σήμερα πια εκπροσωπεί όλες και όλους, μια-μια και έναν-έναν ξεχωριστά καθώς και τις πιο κοντινές και γι’ αυτό καθοριστικές μας σχέσεις, όπως τόσο ανάγλυφα περιγράφει η Οικονομίδη. Γιατί αυτή η επίπονη και διεξοδική εργασία που ανέλαβαν οι γυναίκες ανέδειξε τη συστατική ευαλωτότητά μας, τις διαρκείς εναλλαγές ανάμεσα στην υποταγή και την εξέγερση προκειμένου να μην παγιδευτούμε σε αυτήν και να μπορούμε να προχωράμε χωρίς πυξίδα πλέον, σίγουρα χωρίς Θεό και σίγουρα χωρίς τον κάποτε εκπρόσωπό του επί της γης, τον Πατέρα που άλλωστε κι αυτού η ευαλωτότητα αποκαλύφτηκε στις πιο ωμές και άγριες διαστάσεις της.

 

Για να ερχόμαστε μεταξύ μας στα κρυφά

 

Γιατί όλα ξεκινούν από κι όλα τελειώνουν σε αυτήν τη συστατική μας ευαλωτότητα και στην προσπάθεια μας να βρούμε τρόπους να «ερχόμαστε μεταξύ μας στα κρυφά», όπως λέει χαρακτηριστικά ο φιλόσοφος Ζαν Λικ Νανσί, αν στο μεταξύ δεν αυτό- ή αλληλοκαταστραφούμε. Το φλερτ με την καταστροφικότητα σαν ύστατο καταφύγιο διατρέχει ως απαραίτητη υποσημείωση τη γραφή της Οικονομίδη δείχνοντας μέχρι που μπορούμε να φτάσουμε οι άνθρωποι στην προσπάθεια μας να δώσουμε κάποιο νόημα στο μοναχικό και μοναδικό, από όσο ξέρουμε μέχρι σήμερα τουλάχιστον, ταξίδι μας.

Με το βλέμμα να ατενίζει άλλοτε ένα τελάρο κι ένα καθρέφτη, άλλοτε ένα παράθυρο στον ακάλυπτο, άλλοτε τη θέα από ένα μπαλκόνι, άλλοτε τη φύση από τα σκαλάκια της βεράντας ενός σπιτιού στο χωριό, άλλοτε ένα πλοίο που βγαίνει από το λιμάνι, άλλοτε το λευκό χαρτί, άλλοτε τα σοκάκια της πόλης κι άλλοτε κρυφακούοντας τους ήχους από το διπλανό διαμέρισμα, οι χαρακτήρες της Οικονομίδη αναμετρώνται με τη μοναξιά τους, με δύσβατα συναισθήματα για τον εαυτό τους και τις άλλες/ους, αμφιταλαντεύονται, συγκρούονται με τον εαυτό τους και πιο σπάνια με τους άλλους, σοκάρονται, γράφουν γράμματα από τα ξένα που αντιλαλούν τη νοσταλγία τους, την σκαπουλάρουν στο όνομα πατροπαράδοτων αξιών στις οποίες δεν πιστεύουν πια ή πάλι, στο όνομα αυτών των ίδιων αξιών, επιμένουν και αντέχουν τον καθημερινό μόχθο και την καταπίεση και με ένα σχεδόν μαγικό τρόπο βρίσκουν το κουράγιο να συναντιώνται. Κάποτε σαγηνεύονται και προδίνονται και φτάνουν τα όρια του φόνου, κάποτε παραπαίουν μέσα στο κενό και κάποτε προσπαθούν απεγνωσμένα να αγγίξουν την άλλη/ον και να αγγιχτούν.

Ο Φρόιντ, ο ιδρυτής της ψυχανάλυσης, είχε γράψει κάποτε πως, ό,τι κι αν έχει πει ο ίδιος, το έχουν πει με καλύτερο τρόπο οι λογοτέχνες. Γνωρίζοντας από μέσα το τι σημαίνει μια ψυχαναλυτική διαδρομή αλλά και ένα άξιο του ονόματος του λογοτεχνικό έργο, προσυπογράφω τη ρήση του. Ήταν η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο μυαλό όταν διάβασα το βιβλίο της Τζένης Οικονομίδη.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet