Με αφορμή τον Βουτυρά αναρωτιέμαι: πώς γίνεται τόσοι συνομήλικοί μου συγγραφείς, ενώ με πρώτη ευκαιρία μνημονεύουν τον Πίντσον ή τον Μακάρθι, να σνομπάρουν την παλαιότερη ελληνική πεζογραφία; Αν γράφεις λογοτεχνία στα ελληνικά, αν το υλικό όπου σμιλεύεις το έργο σου είναι η ελληνική γλώσσα, δεν θέλεις να μάθεις πώς μεταχειρίστηκαν το ίδιο υλικό άλλοι πριν από σένα; Βέβαια, αν σκεφτούμε ότι δεν διαβάζονται όσο τους πρέπει ο Θεοτόκης ή ο Μητσάκης, ίσως αδίκως αναμένουμε να διαβάζεται ο Βουτυράς, τον οποίον ο κανόνας, όπως είναι σήμερα διαμορφωμένος, έχει κατατάξει σε δεύτερη θέση – όχι στους ελάσσονες αλλά ούτε πολύ ψηλότερά τους. Και μια κι λόγος, πλάι στον Βουτυρά, για τον Μητσάκη: και οι δυο θα μπορούσαν να φτάσουν στον αναγνώστη έστω και διά της λάθος οδού, επιπόλαια, ως στερεότυπο – flânerie, ψυχιατρείο και πρόωρος θάνατος για τον μεν, αυτοχειρία πατέρα, καπηλειό και χαμοζωή για τον δε. Αλλά ούτε κι αυτό συμβαίνει. Κρίμα. Διότι –κι αφήνω τον Μητσάκη που, εκτός του ότι δεν είναι το θέμα μας, είναι άλλης κοπής και κλάσης συγγραφέας– ο Βουτυράς θυμίζει πλατύ ποτάμι όπου αξίζει κανείς, αναγνώστης ή επίδοξος πεζογράφος, να βουτήξει. Δεν είναι μόνο τα διηγήματά του που εγγράφονται στον πυρήνα της ελληνικής διηγηματογραφίας –μεταξύ άλλων: «Παραρλάμα», «Ο θρήνος των βοδιών», «Το καράβι του θανάτου», «Η επανάσταση των ζώων»– ούτε το ευρύ φάσμα των ειδών στα οποία δοκιμάστηκε – από τον κοινωνικό ρεαλισμό έως τη σάτιρα και την επιστημονική φαντασία. Είναι ότι στις καλύτερες στιγμές του αναλάμπουν πίσω από το μεροδούλι της συγγραφής συγκίνηση και μεταφυσική υγρασία που δικαιώνουν με μυστήριο τρόπο τους παρίες των διηγημάτων του. Αρκετές πτυχές του κόσμου του με έλκουν και κάτι έχουν σταλάξει στα δικά μου γραπτά: η αγάπη για τα ζώα, η αύρα του μεταφυσικού, η ειρωνεία, το παράδοξο, οι αποξενωμένοι ήρωες που αντιδρούν ξεσπώντας επί δικαίους και αδίκους. Από τα διηγήματά του αγαπώ ιδιαίτερα ένα λιγότερο γνωστό: στο «Χαρούμενο μαγαζί», ο αφηγητής περνά το κατώφλι μιας ταβέρνας θλιμμένος –χωρίς, όπως συχνά συμβαίνει με τους ήρωες του Βουτυρά, να μπορεί να προσδιορίσει γιατί–, κι όλοι οι πελάτες είναι ευδιάθετοι ή, αν μπαίνουν κι αυτοί κατηφείς, ευθυμούν χάρη στον πρόσχαρο, πνευματώδη ταβερνιάρη. Ώσπου αίφνης, με μια λιτή, ζυγισμένη, επιδέξια πινελιά, στο τέλος μαθαίνουμε το δράμα του ιδιοκτήτη – έχασε πριν από δυο εβδομάδες τον γιο του. Κι όμως κρατά την πληγή κρυφή και το κεφάλι ψηλά. Αυτή την αξιοπρέπεια εκπέμπουν οι ήρωές του Βουτυρά, κι ας είναι τσακισμένοι. Αυτή την αξιοπρέπεια κοινωνεί και διεκδικεί το έργο του.

 

Γιάννης Παλαβός

 

*****

 

«Το σκοτάδι, ή η σκιά του, άρχισε να πέφτει, και μέσα σ’ αυτήν οι μαύροι σύντροφοι της νύχτας αρχίσανε να πετούνε γρήγοροι».

 

Περιδιαβαίνοντας πριν λίγα χρόνια τις γενεαλογικές ατραπούς της ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού, ανακάλυψα κατόπιν πρότασης τον Δημοσθένη Βουτυρά και συγκεκριμένα την ανθολογία του με τίτλο «Το Καράβι του Θανάτου και άλλες ιστορίες» (Εκδόσεις Τόπος, 2009). Το συγκεκριμένο βιβλίο (μοναδική ως τώρα επαφή μου με τον συγγραφέα), αποτελείται από δεκατρία σύντομα διηγήματα γραμμένα στο πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα, τα οποία κινούνται θεματολογικά σε μονοπάτια σκοτεινής φαντασίας και τρόμου. Ήταν ένα αναπάντεχο εύρημα που μου αποκάλυψε μια πένα βουτηγμένη στον θάνατο, το μακάβριο και το αλλόκοτο, και επιβεβαίωσε πανηγυρικά την ύπαρξη ιδιαίτερα ποιοτικής ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού σε μια περίοδο (πρώτο μισό του εικοστού αιώνα) που τείνει να είναι γνωστή για άλλα, πιο κοινώς αποδεκτά λογοτεχνικά είδη.

Γεμάτες υποδόρια μελωδικότητα, οι φανταστικές ιστορίες του Βουτυρά ανθίζουν στα σημεία τομής αντιθετικών εννοιών (ζωή και θάνατος, ύπνος και ξύπνιος, φαντασία και πραγματικότητα, φως και σκοτάδι) και αφήνουν μια ονειρική αίσθηση αποσπασματικότητας – σε καθεμία ο συγγραφέας καταπιάνεται με ένα γεγονός στο παρόν του οποίου επικεντρώνεται, αφήνοντας θολό το όποιο παρελθόν και μέλλον των πρωταγωνιστών. Κυβερνάνε παντοδύναμοι τρόμοι (λαϊκοί, πνευματικοί, ψυχολογικοί) και ένστικτα, η μοίρα, καθώς και μια φύση που αποπνέει δέος (τόσο εξαιτίας της απόστασης που τη χωρίζει από τον άνθρωπο της νεοτερικότητας όσο και λόγω της γλαφυρής περιγραφής της). Οι εξηγήσεις είναι ανύπαρκτες, τα γεγονότα γαργαλιστικά ασαφή και ανοίκεια, οι δε χώροι δυσοίωνοι και κατεξοχήν οριακοί (ένα έρημο χωριό, ένα παρατάφιο καπηλειό, ένα μυστηριώδες καράβι), με έντονα ονειρική φύση, αντικατοπτρίζοντας τους ψυχολογικούς μετεωρισμούς των πρωταγωνιστών και τον ίλιγγο της βύθισης στο υποσυνείδητο.

Στη γραφή του Βουτυρά υπάρχει έντονος ο αέρας της λογοτεχνίας φαντασίας του 19ου αιώνα, έτσι που αναπόφευκτα έρχονται στον νου οι Πόε και Μοπασάν (στις πιο ονειρικές και «καταραμένες» στιγμές τους), δίχως το υλικό να μένει ανεπηρέαστο από πιο σύγχρονές του τάσεις, όπως ο συμβολισμός και ο εξπρεσιονισμός, καταφέρνοντας όμως να έχει έναν ιδιαίτερα προσωπικό χαρακτήρα με τον οποίο σμιλεύει ελληνικότατο τρόμο με έμφαση στην παροντική έκφανση και τη φαινομενολογία του παραδόξου, έναν τρόμο που με γοήτευσε με τη φρεσκάδα και την εντοπιότητα που αποπνέει, έναν και πλέον αιώνα μετά τη συγγραφή του.

 

Χρυσόστομος Τσαπραΐλης

 

*****

 

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγραψε κάποτε ότι αν μετά τους θεμελιωτές του νεοελληνικού διηγήματος Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη, Καρκαβίτσα, παρουσιάστηκε κι ένας με αληθινό και διαφορετικό ταλέντο, αυτός είναι ο Δημοσθένης Βουτυράς.

Μόνιμο θέμα στα διηγήματα του Βουτυρά η ζωή των περιθωριακών, λούμπεν ομάδων της Αθήνας και του Πειραιά. Περιγράφει τη ζωή και την ψυχολογία των φτωχών κι εξαθλιωμένων ανθρώπων που ζήσανε στο περιθώριο της πόλης, σε υπόγεια δωμάτια, χωρίς θέρμανση και πόσιμο νερό, καταδικασμένοι απλά να υπάρχουν. Ο Βουτυράς γνώριζε καλά αυτούς τους ανθρώπους έχοντας ζήσει δίπλα τους πολλά χρόνια, αναγκασμένος κι ο ίδιος να κάνει σκληρές χειρωνακτικές εργασίες, αντιμετωπίζοντας μονίμως την απειλή της πτώχευσης.

Σε ένα απ’ αυτά τα διηγήματα με τον παράξενο τίτλο «Παραρλάμα» μας παρουσιάζει τον Φάρμα. Ο τύπος αυτός δεν έχει τίποτα πια να τον δένει να τον κρατάει στη ζωή. Αναμνήσεις από τους γονείς του δεν έχει, την ύπαρξη της γυναίκας του επίσης αγνοεί, στη δουλειά που εργάζεται είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης, οι συνάδελφοί του του κάνουν μπούλινγκ στο οποίο δεν αντιδρά και το δέχεται με απάθεια. Ο Φάρμας έχει παραιτηθεί εντελώς από τη ζωή και το μόνο ανθρώπινο στοιχείο που του έχει απομείνει είναι το μίσος.

Διαβάζοντας τον Φάρμα διαβάζεις ταυτόχρονα και την ψυχή του. Είναι ένας άνθρωπος θαρραλέος, ένας μαχητής, αυτός που όταν η ζωή πάει να τον κατευθύνει, αντιδρά, παλεύει να νικήσει. Ο Φάρμας ακούει ένα βράδυ κάποιον απ’ την παρέα να διηγείται μια ιστορία από τη Γραφή, για ένα χέρι που είχε γράψει στο συμπόσιο του Βαλτάσαρ τις ακατανόητες λέξεις Μενέ μενέ θεκέλ, ου φαρσίν, λέξεις που είχαν φέρει τρόμο και που κανένας δεν μπορούσε να τις εξηγήσει. Του μπαίνει λοιπόν η ιδέα. Πάει στο μαγαζί που δούλευε και γράφει κρυφά στον τοίχο τη λέξη Παραρλάμα προκαλώντας σύγχυση σε όσους τη βλέπουν μετά. Τη σβήνουν, μετά κρυφά την ξαναγράφει, ξανά και ξανά ώσπου όλοι τρομαγμένοι μιλούν για ένα φάντασμα. Η ιστορία τελειώνει με τον Φάρμα ικανοποιημένο σε μια γωνία να χαμογελάει σιωπηλά.

Ο αγώνας του Φάρμα απέναντι στις ατυχίες και τις δυσκολίες που του φέρνει η ζωή δικαιώνεται με την παρουσία του φαντάσματος. Ο Βουτυράς με απέραντη τρυφερότητα για τους κατατρεγμένους της ζωής προσφέρει στον Φάρμα αλλά και στον καθένα από μας το φάντασμα ως καταφύγιο από την απελπισία, τον φόβο και το αίσθημα αδυναμίας. Ο Βουτυράς κατηγορήθηκε ότι δεν δίνει πραγματική προοπτική στους ήρωές του για την ανατροπή της κατάστασης. Εγώ, αντίθετα θα ήθελα να υπογραμμίσω τη μεγαλοφυία και μεγαθυμία του. Γιατί προσπαθεί ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε τις δυσάρεστες και δύσκολες καταστάσεις με τον αέρα του νικητή. Ποιος είναι ο νικητής; Αυτός που μπορεί να διαβάσει ένα διήγημα είτε δυσάρεστο είτε καταστροφικό, και βγαίνει ικανοποιημένος με την αίσθηση ότι μπορεί να αντιμετωπίσει κάθε κατάσταση.

 

Πάνος Τσίρος

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet