O Δημοσθένης Βουτυράς στα τέλη της δεκαετίας του 1940.
Πορτρέτο της κόρης του, Θεώνης Βουτυρά-Στεφανοπούλου. [Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη]

 

 

 

Όταν στα εικοσιοχτώ του χρόνια ο Δημοσθένης Βουτυράς άρχισε να συνεργάζεται με το πειραιώτικο έντυπο Το περιοδικόν μας του Γεράσιμου Βώκου, πολλοί, συνεργάτες του περιοδικού και μη, αντέδρασαν. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Γεώργιος Λαμπελέτ, που έψεξε τον Βώκο γιατί περιμάζεψε αυτό το «μορτόπαιδο». Κι ήταν αλήθεια ότι ο Βουτυράς έκανε παρέα στα νιάτα του με μάγκες και αλάνια και θα τους ξανασυναντούσε στη συνέχεια, μαζί και με φίλους του λογοτέχνες, στις ταβέρνες όπου θα σύχναζε. Ήταν εξίσου αλήθεια ότι μετά την καταστροφή και την αυτοκτονία του πατέρα του είχε πέσει από τα ψηλά στα χαμηλά, ήταν ένας προλετάριος, με περιορισμένη, επιπλέον, τυπική παιδεία λόγω της ασθένειάς του, μιας ‘νευρασθένειας’ που του είχε ήδη κόψει τον δρόμο για τα καράβια και το λυρικό θέατρο.

Όλα αυτά δεν τον εμπόδισαν να μεσουρανήσει με το ταλέντο του στο λογοτεχνικό στερέωμα, να λατρευτεί από το αναγνωστικό κοινό και να επαινεθεί από επιφανείς έλληνες δημιουργούς της εποχής του – και όχι μόνο. Πέραν της ειδικής του σχέσης με την Αιγυπτιωτική κοινότητα –«ευτυχώς παρουσιάστηκαν οι Αιγύπτιοι Έλληνες. Αυτοί έριξαν λίγη γλύκα, ζάχαρη στη μεγάλη πίκρα», έλεγε– που τον στήριξε ηθικά και οικονομικά, ο Βουτυράς έδινε το παρών, με μεταφράσεις διηγημάτων του και σχόλια που αφορούσαν το έργο του, στα γαλλικά έντυπα στον μεσοπόλεμο, ως κορυφαίος έλληνας διηγηματογράφος–λόγω αυτής της σχέσης του με τους Αιγυπτιώτες αναφέρεται μάλιστα σε ένα άρθρο ως Αλεξανδρινός… Ενδεικτικά αναφέρω, πέρα από τη γνωστή περίπτωση της La Revue Nouvelle, τον συστηματικό σχολιασμό των έργων στο Mercure de France, την αναφορά στη δουλειά του στο Comœdia, και τουλάχιστον δύο διηγήματά του, τη «Δύναμη των ονείρων» και «Πού πηγαίναμε;» που δημοσιεύονται στο Les Annales politiques et littéraires.

Ο βίος του δεν υπήρξε ποτέ ανέφελος, ούτε και η πρόσληψη του έργου του, στο πλαίσιο της οποίας δεν έλειψαν οι συγκρίσεις, για το καλό και για το κακό, με τους τρόπους και τις τύχες του Καβάφη και του Παπαδιαμάντη. Από τα τέλη του 20ου αιώνα, το ενδιαφέρον για το έργο του αναζωπυρώνεται. Το ανανεωμένο αυτό ενδιαφέρον συνεχίζεται ως τις μέρες μας και η χρονική στιγμή δεν είναι τυχαία, οι συγκρίσεις της εποχής μας με τον μεσοπόλεμο επανέρχονται διαρκώς στη δημόσια συζήτηση.

Παρά ταύτα, ο Βουτυράς παραμένει για το ευρύ κοινό ένας μεγάλος άγνωστος: ελάχιστα έργα του είναι αυτή τη στιγμή διαθέσιμα κι ακόμη κι οι πέντε τόμοι των Απάντων του, που ξεκίνησαν να εκδίδονται, για πρώτη φορά, στο γύρισμα του αιώνα ούτε κι αυτοί πλέον κυκλοφορούν. Ας ελπίσουμε ότι σύντομα θα έχουμε στα χέρια μας περισσότερα έργα του. Στο μεταξύ, ο Βουτυράς μας περιμένει στις βιβλιοθήκες και στα παλαιοβιβλιοπωλεία…

 

Ένας εργάτης της πένας κι ο κόσμος του

 

 «Νύχτα. Καθισμένος μόνος, ύστερα απ’ το φαΐ, σκεπτόμουνα, ώρα έμεινα βυθισμένος σε σκέψη. Βυθισμένος σε κάτι, σε μια ευτυχία που είχα φτιάξει και απολάμβανα τους καρπούς αυτής της ευτυχίας.

Ξαφνικά συνήρθα. Καιματιά μου πήγε στην άκρη του τραπεζομάντηλου, που πιο πέρα λίγο από μένα είταν μαζεμένο και σα νάμουνα τυλιγμένος λίγο απ’ τη φανταστική ευτυχία, μου φάνηκε η γραμμωτή εκείνη μεριά σα νάχε χαρτονομίσματα.

Άπλωσα, χωρίς να σκεφτώ τίποτα και την άρπαξα. Και τότε είδα τι είταν.

Μ’ αυτό θυμήθηκα –θυμήθηκα στην κατοχή, μες στη μεγάλη πείνα- το μεγάλο και ωραίο, αλλά σκελετωμένο σκυλί, που καθώς βάδιζε και η ματιά του όλο ζητούσε κάτι να βρει, βλέπει ξαφνικά στο πεζοδρόμιο ένα κομμάτι ύφασμα, ένα κουρελάκι, που θα του φάνηκε φαγώσιμο και τ’ άρπαξε στο στόμα του.

Γρήγορα όμως τ’ άφησε να πέσει κάτω.

Είναι αλήθεια, είπα, πως κάτι χειρότερο απ’ την κατοχή μου συμβαίνει τώρα».

Στα ογδόντα του χρόνια, άρρωστος και πάμφτωχος, ο Δημοσθένης Βουτυράς δίνει, το 1952, αυτό το συντομότατο διήγημα, με τίτλο «Άφησα την ευτυχία», στον φίλο του Αδαμάντιο Παπαδήμα που εξέδιδε το περιοδικό Τα χρόνια μας (Τάκης Αδάμος, Η λογοτεχνική κληρονομιά μας, 1985, 114-115). Έχουν περάσει δύο χρόνια από την τελευταία του συλλογή διηγημάτων Αργό ξημέρωμα και περισσότερα από πενήντα χρόνια από την είσοδό του στον χώρο των γραμμάτων. Κάμποσα χρόνια από την Κατοχή, στη διάρκεια της οποίας κρατούσε, αναδεχόμενος τον κίνδυνο μπροστά στο χρέος του απέναντι στην Ιστορία και την κοινωνία, ημερολόγιο – θα το παρουσιάσει ως πολύτιμο κτήμα κοινό ο Στρατής Τσίρκας.

Το σπαρακτικό αυτό στην αποστασιοποίησή του διήγημα συνοψίζει τη δύσκολη ζωή ενός από τους πιο πληθωρικούς δημιουργούς του πρώτου μισού του 20ου αιώνα και ενός ασυμβίβαστου, ελεύθερου πνευματικού ανθρώπου. Ο Βουτυράς ήταν ο πρώτος λογοτέχνης που, από ανάγκη και με πολλά βάσανα, βιοπορίστηκε αποκλειστικά από την πένα του. Δεν γνώρισε ποτέ του άνεση και ανάπαυση, αλλά ούτε και την αναγνώριση που δικαιούνταν μέσα στον χρόνο. Κι ας του ταιριάζει γάντι, η περιγραφή του μπαρμπα-Πέτρου στο διήγημά του «Ύστερα από εκατομμύρια χρόνια» (1932): «ο άνθρωπος αυτός διηγόταν ιστορίες παράδοξες, πράγματα που θα συμβούν μετά χρόνια άπειρα […] κοιτάζει μεσ’ στα βάθη των ερχόμενων χρόνων και μιλά, λέει πολλά». Και πολλά έλεγε ο Βουτυράς και ιστορίες παράδοξες διηγιόταν και κοίταζε μες στα βάθη των ερχόμενων χρόνων. Αλλά αυτή είναι η μισή αλήθεια. Γιατί έβλεπε το μέλλον ξεκινώντας από το παρόν της μεταβατικής και ταραγμένης εποχής του κι αυτό το παρόν αναδημιουργούσε, δραματικά και ειρωνικά, υποβλητικά και με χιούμορ, ρεαλιστικά και λοξά, στην πρωτεϊκή διηγηματική του παραγωγή, την οποία συνέχει η λύπη, η πίκρα κι η οργή του αποξενωμένου από τον εαυτό του και τον κόσμο ανθρώπου. Σ’ αυτόν τον άνθρωπο εστιάζει, μ’ αυτόν ταυτίζεται και συμπάσχει ο Βουτυράς.

Αυτή την αποξένωση, που έχει τις ρίζες της στις κοινωνικές δομές της καπιταλιστικής ανάπτυξης, στη μετάβαση από την αγροτική στην αστική κοινωνία όπως διαμορφώνεται στο πλαίσιο των έντονων γεωπολιτικών ανταγωνισμών και διαβρώνει τις ψυχές των ανθρώπων, στάλα-στάλα ή χειμαρρωδώς, σαν τη βροχή που μουσκεύει τις ιστορίες του, ο Βουτυράς την περιέγραψε με όλους τους τρόπους και σε όλες τις εκφάνσεις της.Μια αποξένωση με όρους μαρξιστικούς, μια κατά Κρίστεβα ξενότητα, ως μαθητεία στη ρήξη και στην αρνητικότητα, την απώλεια και το κενό, αυτή τη συνθήκη συλλαμβάνει ο Βουτυράς με την υπέρμετρη ευαισθησία και το οξυμμένο ένστικτό του, τη στερεώνει στα βιώματά του και την επενδύει με την απίστευτα δημιουργική του φαντασία, που τον οδηγούσε από μικρό να σχεδιάζει εκστρατείες και μακρινά ταξίδια, τον είχε σπρώξει από παιδί στην ξιφασκία, στη μουσική, αλλά και στις παρέες των αλανιάρηδων – προσωπικά, πιστεύω και με διακειμενικές συνομιλίες, τις οποίες ο ίδιος αρνούνταν, χτίζοντας τον μύθο του ‘αυτοδίδακτου’, αυθόρμητου συγγραφέα που όντως υπήρξε, αλλά τόσο όσο· κάποιες μαρτυρίες τις επιβεβαιώνουν. Και τα «υπέδειξε», σύμφωνα με την ωραία διατύπωση του Άγγελου Τερζάκη, σε μια σειρά από σύντομα και εκτενέστερα διηγήματα –«μικρά καθρεφτάκια» τα χαρακτήρισε ο Στρατής Τσίρκας. Με τη σφραγίδα της ιδιοπροσωπίας του, άλλα θυμίζουν τους ρώσους κλασικούς, όπως έχει επισημανθεί από την ελληνική αλλά και τη γαλλική κριτική και ειδικά τον Γκόρκι· άλλα Πόε και Μωπασάν και άλλα Βερν, Μπογκντάνοφ και Ουέλς. Και οπωσδήποτε κάποιους από τους αρχαίους που ανασταίνει σε ένα του διήγημα, την ελληνική γραμματεία στη συνέχεια της, από τον Όμηρο ως τη λαϊκή παράδοση.

Τα διηγήματα του Βουτυρά συνθέτουν, με τον τρόπο του ψηφιδωτού, μια περίτεχνη εικόνα του κόσμου, στο κέντρο της οποίας βρίσκεται ένα ποικιλοτρόπως κλονισμένο ατομικό, αλλά και συλλογικό, υποκείμενο. Ο Βουτυράς περιγράφει τη φτώχεια, την πείνα, τον καταναγκασμό της ανεργίας αλλά και της εργασίας, τις κατασταλτικές πολιτικές και τις εσωτερικευμένες κοινωνικές επιταγές που εξίσου υποδουλώνουν, την απόσπαση από τη φύση, τις κάθε λογής ανισότητες και αδικίες, τη γυμνή ζωή, την απανθρωποποίηση του φτωχού και τον κοινωνικό κανιβαλισμό. Ο Κούρμας, που δούλευε στα κατάβαθα της γης και τον ρίξανε μαζί με τους συντρόφους του στη φυλακή γιατί ζήτησαν λίγο περισσότερο καθαρό αέρα και ήλιο, καταλήγει να μισεί τον ήλιο («Γιατί λυπάσαι;»). Ο Αλίμπης που δεν μπορεί να βρει πουθενά δουλειά σκοτώνει τη μάνα του για να μην υποφέρει άλλο από την πείνα («Οι αλανιάρηδες»). Ο γερο-Μούγας, στο ομώνυμο διήγημα, σκοτώνει τον παπά που του έκλεψε το παιδί (του;), καλλιεργώντας στο ποίμνιό του την ιδέα ότι είναι Εβραίος και θα του στραγγίσει το αίμα, και χάνεται στους γκρεμόβραχους με το τρελό του άλογο, στοιχειώνοντας τον τόπο. Ο Φάρμας γελάει ξανά, μετά από χρόνια ολόκληρα που είχε μετατραπεί σε αγέλαστο αυτόματο, όταν καταφέρνει να τρομάξει το αφεντικό και τους συναδέλφους του με μια λέξη γραμμένη στον τοίχο με κάρβουνο και μετά με κόκκινη μπογιά, Παραρλάμα («Παραρλάμα»). Πάμπολλοι ήρωές του, φτωχοδιάβολοι και πάμπλουτοι φιλάργυροι σκοτώνουν ή οδηγούν τους άλλους στον θάνατο για τα λεφτά. Άλλοι εγκληματούν στο όνομα της κυρίαρχης τάξης και της ηθικής και άλλοι την παραβιάζουν και δικαιώνονται. Οι περισσότεροι παλεύουν με τη νύχτα της ψυχής τους, με ενορμήσεις, τις οποίες ο Βουτυράς αποδίδει με ψυχαναλυτική ακρίβεια, συχνά συντονισμένες με τον φυσικό κόσμο. Από το γκρέμισμα των ανθρωποφάγων θεών του χρήματος και της πίστης στα θεία στις ιδιαιτέρως λεπτές αναλύσεις περί το γυναικείο ζήτημα και έναν πολύπλοκο αναστοχασμό πάνω στην τεχνολογία· και από την κατάθλιψη, τον κόσμο των ονείρων ως τον αδύνατο ή χαραμισμένο έρωτα, οι ιστορίες του Βουτυρά πραγματεύονται υποβλητικά, με χιούμορ, αλλά πάντα με ενάργεια την ανθρώπινη ύπαρξη μέσα στον κόσμο, τη συντριβή της σε μια στιγμή του ιστορικού χρόνου.

Αυτός ο ιστορικός χρόνος ενσωματώνεται στα διηγήματά του ποικιλοτρόπως. Ανένταχτος σοσιαλιστής, εχθρός του πολέμου αλλά και κάθε βίας, πολέμιος των κοινωνικών συμβάσεων και της παραδεδομένης ηθικής, βαθιά λαϊκός, ο Βουτυράς σκιτσάρει με αδρές πινελιές ανθρώπινες διαδρομές, συναιρώντας συχνά το ονειρικό και το πραγματικό, το φυσικό και το υπερφυσικό· παρακολουθεί τις επιστημονικές εξελίξεις με ανοιχτό μυαλό αλλά και το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον· χτίζει κόσμους κάτω από τους πάγους του Νότιου Πόλου, στα δάση της Αφρικής ή στον Άρη, αναζητώντας εναλλακτικές για μια αφόρητη πραγματικότητα. Διαχειρίζεται τα είδη με την ίδια ελευθερία που διαχειρίζεται και τον λόγο: παραβιάζοντας όλους τους κανόνες, δημιουργεί έναν δικό του κανόνα, όπως ωραία το τοποθέτησε ο Νιρβάνας. Στη βάση της προσήλωσής του στον λαό, αλλά έξω από κάθε έννοια στράτευσης, θα χαράξει μια καταδική του πορεία στη γραφή, βασισμένη στην υποβολή και την ατμοσφαιρικότητα, πραγματωμένη με μια ιδιότυπη προφορικότητα και εκονοποιία, στην οποία δεσπόζει η παρομοίωση, χρησιμοποιημένη κατά τρόπο ώστε να αιφνιδιάζει με τις συσχετίσεις της τον αναγνώστη· με αποδομητικές αλλαγές οπτικής γωνίας· μοντερνιστική διαχείριση του χωροχρόνου· με συστηματική προσφυγή στη ροή της συνείδησης. Μια γραφή που θα σαγηνεύσει και θα εξαγριώσει, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους την κριτική.

 

Ο κανόνας και τα όριά του

 

Διάβαζα τελευταία μια πρόσφατη νευροψυχιατρική μελέτη που συνδέει την ευαισθησία, τη φαντασία και την τεχνική ακόμη του Βουτυρά με την επιληψία. Ακόμη κι αν οι νευροψυχιατρικές μελέτες μπορούν να διαφωτίσουν με κάποιο τρόπο το έργο του, σίγουρα δεν αρκούν για να εξηγήσουν την «επιβολή» του, για την οποία έκανε λόγο ο Ξενόπουλος, που πρώτος μίλησε για το ‘πρόβλημα Βουτυρά’, ομολογώντας ότι δεν μπορούσε να αφήσει τα διηγήματά του από τα χέρια του: το ‘πρόβλημα Βουτυρά’ συνίστατο στην αντίφαση ανάμεσα στην αναγνωρισμένη σαγήνη της γραφής του από τη μια και τις υπαρκτές και υποθετικές αδυναμίες της από την άλλη, η οποία έχρηζε ερμηνείας. Ο ίδιος ο Ξενόπουλος προσπάθησε να την ερμηνεύσει και παρότι τα εργαλεία που είχε στη διάθεσή του δεν τον βοηθούσαν να προσδιορίσει τα ειδοποιά γνωρίσματα της γραφής του Βουτυρά που είχαν τόσο μεγάλο αντίκτυπο σ’ αυτόν τον ίδιο ως αναγνώστη, στεκόταν στην επίδραση αυτή και την υπογράμμιζε.

 Στις αδυναμίες του Βουτυρά, την ακατέργαστη γλώσσα και την έλλειψη σχεδίου στις ιστορίες του κυρίως, στάθηκαν πολλοί, κι ο Παλαμάς, ο οποίος όμως τον αναφέρει επαινετικά στο άρθρο του για τις μορφές της ελληνικής δημοκρατίας των γραμμάτων στη γαλλική εφημερίδα Φιγκαρό το 1929. Ο Κώστας Παρορίτης θα του προσάψει, ιδιοτελώς όπως έχει σχολιαστεί διαχρονικά, την έλλειψη συνεκτικής σοσιαλιστικής κοσμοθεωρίας και θα τον εξορίσει από το λογοτεχνικό πεδίο ως μη συγγραφέα. Θα τον κατηγορήσει μάλιστα ακόμη και για το γεγονός ότι δεν απάντησε ο ίδιος στον λίβελλό του και θα παραπονεθεί, σε επόμενα κείμενά του, που μια σειρά από λογοτέχνες και ποιητές θα του επιτεθούν, αναλαμβάνοντας εκείνοι την υπεράσπιση του έργου του Βουτυρά.

Σε μια δεύτερη φάση, η γενιά του ’30 θα τον αγνοήσει επιδεικτικά, ως εκφραστή της παρακμής αλλά και λόγω της σοσιαλιστικής του οπτικής, την οποία δεν εντόπιζε ο Παρορίτης. O Κ.Θ. Δημαρά τον διαγράφει με συνοπτικές διαδικασίες από τον χώρο των γραμμάτων κι ο Λίνος Πολίτης τον αντιμετωπίζει ως ανούσιο ηθογράφο με βλαπτική επίδραση στα γράμματα. Στις επόμενες ιστορίες της λογοτεχνίας, η θέση του είναι μεν περιορισμένη, αλλά τουλάχιστον η σκοπιά εξέτασής του πιο πολύπλοκη –έως και πολύ θετική στον Κορδάτο που, επικρίνοντας τον Παρορίτη και σχολιάζοντας τα προσωπικά κίνητρα της επίθεσής του στον Βουτυρά, όπως και σε άλλους συγγραφείς, δηλώνει ότι ο Βουτυράς θα μείνει στα ελληνικά γράμματα.

Η αριστερή κριτική υποστηρίζει το έργο του, αν και από διαφορετικές σκοπιές. Πολύ νωρίς, το 1948, ο Στρατής Τσίρκας κάνει μια οξυδερκή ανάλυση του έργου του με αναφορά στον μοντερνισμό. Ο Κώστας Βάρναλης και ο Μάρκος Αυγέρης μιλούν γι’ αυτόν με θέρμη, με αναφορά κυρίως στην κοινωνική κριτική που ασκεί. Η Μέλπω Αξιώτη και ο Δημήτρης Χατζής τον περιλαμβάνουν –πλάι στον Παρορίτη– στη γνωστή ανθολογία τους νεοελληνικού διηγήματος Η Αντιγόνη ζει (Antigone lebt), που εκδόθηκε στο Ανατολικό Βερολίνο το 1960 και επανεκδόθηκε το 1961 –τον υπερασπίζεται κυρίως η Αξιώτη, την οποία συγκινεί προφανώς η κοινωνική διάσταση του έργου του, αλλά και οι τρόποι του, η προφορικότητα, η ανάμνηση, η ροή της συνείδησης, το όνειρο, τρόποι που είναι και δικοί της. Τρία χρόνια αργότερα, το 1965, εκδίδεται μια πολυσέλιδη εκλογή διηγημάτων του σε επιμέλεια Τάκη Αδάμου από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις στη Ρουμανία. Όπως μαθαίνουμε μάλιστα από μια επιστολή της Έλλης Αλεξίου του 1956 (Άννα Ματθαίου και Πόπη Πολέμη, Η εκδοτική περιπέτεια των ελλήνων κομμουνιστών, 2003, 573), ένα διήγημά του είχε περιληφθεί στο αναγνωστικό της έκτης τάξης στην υπερορία και ένα άλλο είχε απορριφθεί. Ο Βουτυράς είχε και ο ίδιος συντάξει μαζί με τον Επαμεινώνδα Παπαμιχαήλ-Νώντα Έλατο αναγνωστικά για το δημοτικό στη δεκαετία του ’20, η μοίρα των οποίων καθορίστηκε από τις συνεχείς πολιτικές ανατροπές της περιόδου. Παράλληλα, από τη δεκαετία του ’20 ως τα μισά της δεκαετίας του ’50, περιλαμβάνεται στα ελληνικά σχολικά βιβλία διαφόρων τάξεων του Γυμνασίου το διήγημά του «Η μάνα του Γρίζα» κυρίως αλλά και κάποια άλλα και στη μεταπολίτευση επανέρχεται στις σχολικές τάξεις με το «Μακριά απ’ τον κόσμο» και το «Παραρλάμα» (Λάμπρος Βαρελάς, Η νεοελληνική και μεταφρασμένη λογοτεχνία στην ελλαδική δευτεροβάθμια εκπαίδευση (1884-2001), 2007, 118-119).

Στη δεκαετία του ’60, πάντως, ο Βουτυράς σταδιακά ξεχνιέται. Επανέρχεται στο προσκήνιο στη δεκαετία του ’90, οπότε και αναζωπυρώνεται η συζήτηση για το πρόβλημα Βουτυρά, με παρόμοιους όρους: αν ήταν ένας κακός ηθογράφος ή ένας πρόδρομος του ελληνικού μοντερνισμού. Ο Στυλιανός Αλεξίου, η Βέρα Βασαρδάνη, ο Γιάννης Μπασκόζος, ο Ανρί Τονέ, ο Βάσιος Τσοκόπουλος, μεταξύ άλλων, τον ξανασυστήνουν στο κοινό ως σημαντικό και παραγνωρισμένο δημιουργό, παρά τις αντίθετες φωνές που επιμένουν να τον υποτιμούν. Ο Βάσιας Τσοκόπουλος αναλαμβάνει να εκδώσει τα Άπαντά του και δημοσιεύει τους πρώτους πέντε τόμους, με σημαντικό συνοδευτικό υλικό, οι οποίοι γίνονται ασμένως δεκτοί από την κριτική. Δυστυχώς, η έκδοση σταματά και στο πέρασμα του χρόνου οι τόμοι χάνονται από τα βιβλιοπωλεία. Άλλοι εκδότες όμως αναλαμβάνουν επίσης πρωτοβουλία και δημοσιεύουν επιλεγμένα κείμενά του, όπως οι εκδόσεις Φαρφουλάς, Τόπος, Αιώρα, Συμπαντικές Διαδρομές, Πολύχρωμος Πλανήτης. Αρχίζουν να εκπονούνται διπλωματικές και διδακτορικές εργασίες για το έργο του, εντός και εκτός Ελλάδας. Οι ιστορίες του γίνονται κόμικς και στο σχολικό βιβλίο της λογοτεχνίας της β’ λυκείου οι μαθητές διαβάζουν πάντα το «Παραρλάμα».

Φαίνεται λοιπόν ότι ο Βουτυράς, παρ’ όλες τις δυσκολίες, είναι πλέον εδώ, κι ας μας λείπουν τα έργα του. Άλλωστε, αναμένεται η συνέχιση της έκδοσης των Απάντων του κι ελπίζουμε ότι και οι εκδόσεις επιμέρους έργων του θα συνεχιστούν. Όπως και να έχει, το γεγονός και μόνο ότι προκαλεί διαχρονικά τόσο έντονες έριδες δεν λέει κάτι για το έργο του, το λογοτεχνικό πεδίο και τους ανταγωνισμούς του, τον ίδιο τον κανόνα και τα όριά του όπως διαμορφώνονται και αναδιαμορφώνονται ιστορικά; Όπως πάντα, ο χρόνος θα αποφασίσει. Κι οι αναγνώστες.

Τιτίκα Δημητρούλια Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet