Οι εκλογές που προκήρυξε η θεοκρατική κυβέρνηση του Ιράν την 1η Μαρτίου, αποδείχτηκαν εκλογές παρωδία. Σύμφωνα με το επίσημο πρακτορείο ειδήσεων Ima, η προσέλευση στην κάλπη δεν ξεπέρασε το 41% των 61 εκατομμυρίων εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους. Πρόκειται για το μικρότερο ποσοστό από το 1979. Σύμφωνα, όμως, με σχεδόν όλες τις πολιτικές ομάδες που είναι αντίθετες με το καθεστώς, ο αριθμός των συμμετεχόντων είναι πιθανό να είναι πολύ μικρότερος και να κυμαίνεται μεταξύ 11 και 14%, ενώ το Εθνικό Συμβούλιο της Ιρανικής Αντίστασης υπολογίζει τη συμμετοχή στο 8,4%.

Στόχος των εκλογών ήταν η ανανέωση των 290 μελών του Κοινοβουλίου και των 88 μελών της Συνέλευσης των Εμπειρογνωμόνων, της επιτροπής που παραμένει εν ισχύ για οκτώ χρόνια και που το κύριο καθήκον της είναι να επιλέξει ένα νέο ανώτατο ηγέτη, πράγμα που αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της ηλικίας (84 έτη) του Αλί Χαμενεΐ. Εκτός των άλλων, ήταν προς το συμφέρον του καθεστώτος να δώσει μια εικόνα δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών. Το θέμα της προσέλευσης στην κάλπη συνιστά μια πλευρά μεγάλης σημασίας για την ηγεσία της χώρας, που τη θεωρεί ως ένα εργαλείο νομιμοποίησης σε εθνικό, αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Γι’ αυτόν το λόγο ο ίδιος ο Χαμενεΐ, η μέγιστη αρχή του κλήρου, εμφανίστηκε από τους πρώτους στο εκλογικό τμήμα, γι’ αυτό παρατάθηκε το ωράριο των εκλογών κατά 6 ώρες και γι’ αυτό η κρατική τηλεόραση έδειχνε εκλογικά τμήματα με συνωστισμό ψηφοφόρων.

«Είναι σημαντικό να δείξουμε στον κόσμο ότι το έθνος κινητοποιείται», είπε ο Αλί Χαμενεΐ την τελευταία μέρα της προεκλογικής εκστρατείας. «Οι εχθροί του Ιράν θέλουν να δουν αν οι άνθρωποι είναι παρόντες», συνέχισε, προσθέτοντας ότι «θα απειλήσουν την ασφάλειά μας ούτως ή άλλως». «Ανάμεσα στους παρατηρητές θα είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, το μεγαλύτερο μέρος των Ευρωπαίων, οι κακοί σιωνιστές, οι καπιταλιστές και οι μεγάλες εταιρείες», τόνισε, προσπαθώντας να παρακινήσει τους πολίτες να ψηφίσουν. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ παρακολουθούν με προσοχή τις ιρανικές υποθέσεις, φοβούνται τη συμμετοχή του λαού», πρόσθεσε.

Οι εικόνες των άδειων εκλογικών τμημάτων που μετέδωσε η ιρανική αντίσταση στα κοινωνικά δίκτυα, κυρίως στις μεγάλες πόλεις, λένε περισσότερα από τις διακηρύξεις του καθεστώτος. Το μποϊκοτάζ ήταν το μέσο που επέλεξαν εκατομμύρια Ιρανοί για να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους. Οι νέοι, πάνω απ’ όλα, έδειξαν με αυτό το είδος σιωπηλής διαμαρτυρίας την απέχθειά τους προς το καθεστώς, στις πρώτες εκλογές μετά από τη δολοφονία της Μάχσα Αμινί, της νεαρής κουρδο-ιρανής που κατέληξε νεκρή έπειτα από ξυλοδαρμό στο αστυνομικό τμήμα στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, επειδή δεν φορούσε «σωστά» τη μαντίλα της. Η οργή της νεολαίας έκανε να σειστούν τα ήδη σαθρά θεμέλια του καθεστώτος. Η βίαιη καταστολή της διαμαρτυρίας τους επόμενους μήνες οδήγησε στη δολοφονία τουλάχιστον 500 διαδηλωτών και στη σύλληψη 20.000. Άρα, δεν εκπλήσσει ότι κατά τη διάρκεια των εκλογών ήταν εντυπωσιακή η παρουσία 200.000 αστυνομικών σε όλη τη χώρα, προς αποφυγή επεισοδίων.

Ήταν επόμενο ότι το καθεστώς, πριν ακόμη δοθούν στη δημοσιότητα τα επίσημα στοιχεία, θα εμφάνιζε μια μεγάλη νίκη των κομμάτων της θεοκρατίας. Εκτός των άλλων, από τις 50.000 αιτήσεις υποψηφιοτήτων εγκρίθηκαν μόνο 15.200, ενώ τα ονόματα ανακοινώθηκαν λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η προεκλογική τους εκστρατεία. Η όλη πορεία της υπόθεσης απέδειξε ότι για άλλη μια φορά ο χώρος της επίσημης πολιτικής στο Ιράν ανήκει μόνο στο πιο φανατικό θεοκρατικό κομμάτι, το οποίο παρά ταύτα είναι διαιρεμένο και στο εσωτερικό του και με θέσεις συγκρουσιακές μεταξύ των διαφόρων ομάδων. Δεν είναι, όμως, διαιρεμένο όταν πρόκειται για καταστολή.

Έτσι, την ημέρα των εκλογών το δικαστήριο καταδίκασε σε τέσσερα χρόνια φυλακή τον νεαρό μουσικό Σερβίν Χαζιπούρ, που το μόνο του έγκλημα ήταν πως έγραψε ένα τραγούδι που τραγουδούσαν χιλιάδες νέοι σε όλη τη χώρα κατά τη διάρκεια των μαζικών διαδηλώσεων που ακολούθησαν τη δολοφονία της Αμινί.

Επίσης, τον τελευταίο καιρό η Διεθνής Αμνηστία καταγγέλλει ότι είναι σε εξέλιξη μια μεγάλη επιχείρηση ελέγχου και εκφοβισμού των γυναικών και των κοριτσιών στους δημόσιους χώρους, καθώς και γυναικών οδηγών. Η αστυνομία προχωρά σε κατασχέσεις των οχημάτων που οδηγούν γυναίκες χωρίς μαντίλα, ή που δεν την φορούν με τον ενδεδειγμένο σύμφωνα με τις αρχές τρόπο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, οδηγούνται στο αστυνομικό τμήμα, όπου τις καθυβρίζουν και τις απειλούν, ενώ άλλες δικάζονται και φυλακίζονται με την κατηγορία της «ανηθικότητας».

Η μεγάλη αποχή έχει, λοιπόν, την εξήγησή της.

 

Τόνια Τσίτσοβιτς Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet