Ο Τραμπ πήρε το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων και το φάντασμα της ακροδεξιάς εκτροπής στην Αμερική επανήλθε στο προσκήνιο. Ο γηραιός Μπάιντεν είναι αμφίβολο αν μπορεί να σταματήσει την επαναφορά ακραίων ρατσιστικών και αντιδημοκρατικών πολιτικών που ελάχιστα κρύβει ο αμοραλιστής αντίπαλός του.

Στις ΗΠΑ εκείνο που φαντάζει μέχρι στιγμής ως ανάχωμα σε αυτή την εκτροπή, είναι οι δικαστικές πρωτοβουλίες για την ανακοπή της επαναφοράς Τραμπ. Μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του, δεκάδες είναι οι διαδικασίες που ανοίχθηκαν στην Αμερική.

Άλλες αφορούν αστικής φύσεως διαφορές κατά το αμερικάνικο δικαστικό σύστημα, που απειλούν την οικονομική ισχύ και δύναμη του Τραμπ, όπως οι βαριές χρηματικές ποινές για την εξαπάτηση τόσο των φορολογικών αρχών, όσο και των τραπεζών με τη μείωση ή αντίστοιχα την αύξηση του εμφανιζόμενου ενεργητικού της περιουσίας των εταιρειών του, που συνδυάσθηκαν μάλιστα με αφαίρεση της εξουσίας διαχείρισης αυτών από τον ίδιο και τα παιδιά του. Παρόμοια μεγάλες είναι και οι χρηματικές ποινές που του επιβλήθηκαν από αγωγές εναντίον του για δυσφημήσεις, στις οποίες επιδίδεται αρκετά συχνά. Η πιο γνωστή αφορά υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης, που έφθασε στο Δικαστήριο ως υπόθεση δυσφήμησης, όταν ο υποψήφιος πρόεδρος, κατά την προσφιλή τακτική του, δημόσια ισχυρίσθηκε ότι το θύμα τον συκοφαντούσε, για να δεχθεί το Δικαστήριο ότι ο ίδιος κοινώς ψεύδεται και ότι η κακοποίηση είχε τελεσθεί. Η πιο χαρακτηριστική δε για την προσωπικότητα του υποψήφιου προέδρου είναι η υπόθεση της παραποίησης λογιστικών εγγραφών του στα βιβλία των επιχειρήσεών του για να καλυφθούν χρηματικές προσφορές προς πρόσωπα τα οποία ισχυρίζονταν ότι είχαν σεξουαλικά συνευρεθεί με τον ίδιο αντί αδράς αμοιβής (hush money).

Κάποιοι παραλληλίζουν την τελευταία από τις πιο πάνω υποθέσεις με αυτή της φοροδιαφυγής για την οποία καταδικάστηκε και φυλακίστηκε ο Αλ Καπόνε, όμως αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι αυτές οι κατηγορίες, δεν είναι αυτές που αφορούν τον πυρήνα της αντιδημοκρατικής εκτροπής με την οποία απειλήθηκε η Αμερική κατά τη διάρκεια της θητείας του, και ιδίως με την υποκίνηση της επίθεσης στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021.

Όπως παντού στον κόσμο, έτσι και στην Αμερική, το ζήτημα της ασυλίας των ενεργειών ενός εν ενεργεία προσώπου σε υψηλές κυβερνητικές θέσεις, είναι στον πυρήνα της δικαστικής αμφισβήτησης. Ποτέ άλλοτε στην Αμερική δεν είχε κατηγορηθεί πρόεδρος για υποκίνηση ανατροπής ή εξέγερσης σε βάρος του πολιτεύματος, όπως εν προκειμένω είναι η συζήτηση που αφορά την αμφισβήτηση του αποτελέσματος των εκλογών του Νοεμβρίου του 2020 από τον Τραμπ, που κατέληξε στις προσπάθειες ανατροπής του, είτε με τη σύμπραξη άλλων πολιτειακών παραγόντων, είτε τέλος με την προτροπή στον κόσμο να κινηθεί προς το Καπιτώλιο την ημέρα της συνεδρίασης για την επικύρωση του εκλογικού αποτελέσματος.

Το Κογκρέσο δεν κατάφερε τότε να εξασφαλίσει την πλειοψηφία των 2/3 για να κινήσει τη διαδικασία εναντίον του Τραμπ. Όλοι νόμιζαν ότι είχε ξοφλήσει πολιτικά, όμως μετά την επανεμφάνισή του, συστάθηκε Επιτροπή για τη διερεύνηση των καταγγελιών για τις προσπάθειές του να ανατρέψει το αποτέλεσμα με την επίκληση κατασκευασμένων, ολοφάνερα ψευδών, ισχυρισμών περί αλλοίωσης τότε του εκλογικού αποτελέσματος.

Ο εισαγγελέας Jack Smith που χρεώθηκε την υπόθεση, προχωρά με γοργά βήματα. Επικεντρώθηκε στα προφανή, κίνησε διαδικασίες εναντίον του Τραμπ και του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για υπεξαίρεση κυβερνητικών εγγράφων μετά τη λήξη της θητείας του και την άρνησή του μάλιστα να τα επιστρέψει, όσο και για συνωμοσία εναντίον του πολιτεύματος σε σχέση με τις προτροπές του προς ανώτερα πολιτειακά όργανα να ανατρέψουν το αποτέλεσμα των προηγούμενων εκλογών (θυμόμαστε όλοι ότι αν δεν αντιστεκόταν σε αυτές τις προτροπές ο τότε αντιπρόεδρος Mike Pence, μπορεί να υπήρχε πραγματικό πραξικόπημα). Ως προς την υποκίνηση σε εξέγερση συγκρατήθηκε, καθώς έκρινε ότι η υποκίνηση μέσω του Twitter στους υποστηρικτές του «Fight like hell», μπορεί να μην κρινόταν επαρκής από τα Δικαστήρια.

Τα Δικαστήρια κινούνται προσεκτικά, πλην όμως κανείς δεν ξέρει αν ο χρόνος έως τις εκλογές είναι επαρκής. Στον πυρήνα της δικαστικής διαμάχης θα τεθεί η ασυλία του προέδρου. Ήδη το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ την Τετάρτη, δύο μόλις μέρες μετά από απόφασή του που ανέτρεψε αποφάσεις Δικαστηρίων επιμέρους πολιτειών να αποκλείσουν τη συμμετοχή του Τραμπ στις εκλογές ως αντισυνταγματικές, όρισε ως ημέρα εκδίκασης της υπόθεσης ασυλίας την 25 Απριλίου 2024.

Αρκούν τα Δικαστήρια; Ακόμη και στην περίπτωση που απορριφθεί ο ισχυρισμός ασυλίας του Τραμπ, θα αποτελέσουν αυτά ικανό ανάχωμα σε μια ολική επαναφορά μιας αντιδημοκρατικής εκτροπής; Το είχαμε αναφέρει ξανά από τούτη εδώ τη στήλη, θυμούμενοι και τη δίκη της Χρυσής Αυγής. Η απάντηση δίνεται στους δρόμους και την κοινωνία. Όμως η σύμπτυξη ενός ευρέως δημοκρατικού τόξου σε κάθε αντιδημοκρατική εκτροπή, που περιλαμβάνει και θεσμικά όργανα όπως τα Δικαστήρια, είναι επίσης ζητούμενο.

Ο δικαιωματιστής

 

Πρόσφατα άρθρα ( Διεθνή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet