Τι ακριβώς είπε για τα Τέμπη, λίγες μέρες πριν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μιλώντας στο συνέδριο που συνδιοργάνωσαν η Καθημερινή, το ΜΙΕΤ, το Οικονομικό Φόρουμ Δελφών και το Ελληνικό Παρατηρητήριο του London School of Economics με θέμα «Μεταπολίτευση. 50 χρόνια μετά»; Είπε, κατά λέξει, πως «η κομματική εργαλειοποίηση αυτής της τραγωδίας είναι εξοργιστική. Λυπάμαι που το λέω έτσι. Είχαμε κι άλλες τραγωδίες στο παρελθόν με νεκρούς και με ευθύνες του κρατικού μηχανισμού. Δεν διανοήθηκα ποτέ να τις εργαλειοποιήσω με αυτόν τον τρόπο, για πρόσκαιρα κομματικά οφέλη».

 

Μάλιστα. Ακριβώς έτσι. Δεν θέλησε ποτέ να εργαλειοποιήσει τραγωδίες ο άνθρωπος που τον Αύγουστο του 2021, σε προ ημερησίας συνεδρίαση στη Βουλή με θέμα τη διαχείριση των καταστροφικών πυρκαγιών που έπληξαν τότε τη χώρα και τα μέτρα αποκατάστασης των πυρόπληκτων, είχε ξεστομίσει την αδιανόητη χυδαιότητα –συγκρίνοντας την Εύβοια με το Μάτι– «εμείς μετράμε στρέμματα, εσείς μετράτε φέρετρα». Δεν θέλησε να εργαλειοποιήσει ποτέ τραγωδίες ο επικεφαλής μιας κυβέρνησης που σε κάθε ευκαιρία πατούσε πάνω σε εκείνο τον πύρινο όλεθρο και τον μακάβριο απολογισμό του, προκειμένου να πλήξει τους πολιτικούς της αντιπάλους, ασχέτως αν επί δικών της ημερών επιβραβεύθηκαν με προαγωγές οι βασικοί επιχειρησιακοί υπεύθυνοι της συγκεκριμένης τραγωδίας. Δεν θέλησε να εργαλειοποιήσει ποτέ τραγωδίες, ο πολιτικός εκείνος αρχηγός που έστησε διαδοχικές προεκλογικές καμπάνιες επενδύοντας σε αυτό ακριβώς: στη χυδαία εκμετάλλευση μιας αδιανόητης καταστροφής ρίχνοντάς τη, κάθε φορά, βορά στους μικροκομματικούς του σχεδιασμούς.

 

Όλα βάσει σχεδίου

 

Προφανώς, θεωρεί ότι απευθύνεται σε αμνήμονες ή ανόητους. Αλλιώς δεν εξηγείται η άνεση με την οποία εκστομίζει τα όσα λέει. Ή μήπως εξηγείται; Μήπως αυτή η πλήρης αντιστροφή της πραγματικότητας, βρίσκει το κατάλληλο έδαφος να αναπαραχθεί και να μετουσιωθεί, τελικά, στην «κανονικότητα» στην οποία ο ίδιος και η κυβέρνησή του ομνύουν; Μήπως είναι τέτοια η σιγουριά που προκύπτει από τη μιντιακή του υπεροπλία, που ενισχύει το έμφυτο αίσθημα αλαζονείας το οποίο, ούτως ή άλλως, τον χαρακτηρίζει;

 

Τα ερωτήματα είναι, φυσικά, ρητορικά. Γιατί η καταφατική απάντηση σε αυτά, είναι πρόδηλη. Ας θυμηθούμε μόνο το προστατευμένο περιβάλλον, τις λίγες και στοχευμένες εμφανίσεις, την πολύ προσεκτική έκθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη δημοσιότητα, κάθε φορά που η κυβέρνηση της ΝΔ έρχεται αντιμέτωπη με τα (πολύ) δύσκολα. Λίγο μετά το δυστύχημα στα Τέμπη, είχε τελείως εξαφανιστεί, όπως τον συμβούλευσαν οι επικοινωνιολόγοι του, ακολουθώντας την ίδια λογική τού «δεν εμφανίζουμε βίντεο του πρωθυπουργού μαζί με τον Λιγνάδη». Γιατί, ως γνωστόν, ο πρωθυπουργός αποφεύγει τις κακοτοπιές...

Εν τω μεταξύ, η διανομή και δημοσίευση, στη συντριπτική πλειονότητα των ΜΜΕ, των στημένων ειδήσεων του Μαξίμου και συγκεκριμένων υπουργείων στο πολιτικό, οικονομικό, αστυνομικό ρεπορτάζ, είναι πλέον αναγνωρίσιμη. Non-papers με πανομοιότυπους τίτλους, θέματα για οικονομική ενίσχυση «δικαιούχων» πάσης φύσεως, «ειδησεογραφία» που μπορεί να αφορά ελάχιστους, όμως επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. «Αυθόρμητες» επισκέψεις σε σούπερ μάρκετ, «ρεπορτάζ» για μείωση της ακρίβειας, κι ένας στρατός δημοσιογράφων και συμβούλων –ο αριθμός των οποίων αυξήθηκε μετά το 2019– να στελεχώνουν τους επικοινωνιακούς μηχανισμούς τους κράτους, με αποκλειστικό έργο την παραγωγή «ειδήσεων» και «ρεπορτάζ» προς τη συντριπτική πλειονότητα των Μέσων. Χαρακτηριστικός κι ένας αριθμός που προκαλεί εντύπωση, αυτός που υπήρχε στην εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού για το 2024: στον τομέα «επικοινωνία και ενημέρωση» της προεδρίας της κυβέρνησης αναγράφονταν 2.249 άτομα. Χωρίς άλλες λεπτομέρειες…

 

Γιατί άραγε;

 

Όπως πάντως κι αν το δει κανείς, είναι εντυπωσιακή η δυσανεξία –σε συνδυασμό με την απαξίωση και τη δημόσια δίκη προθέσεων– της ΝΔ απέναντι στην κριτική, απέναντι σε ό,τι δεν συμβαδίζει με το κυβερνητικό αφήγημα. Όσ@ τολμούν να αναφερθούν στην τραγωδία των Τεμπών, «εργαλειοποιούν τον ανθρώπινο πόνο». Όταν ευρωπαϊκοί θεσμοί εμφανίζονται λάβροι για τις υποκλοπές, για τις απειλές σε μέλη ανεξάρτητων αρχών και δημοσιογράφους, για τις επαναπροωθήσεις (pushbacks) προσφύγων και προσφυγισσών, τότε «είναι υπονομευτές και επιτίθενται πολιτικά στην κυβέρνηση και το ΕΛΚ». Όταν μερικά από τα πιο έγκριτα νομικά επιστημονικά μυαλά της χώρας καταθέτουν τις διαφωνίες τους με τους ποινικούς κώδικες, γίνονται «παρατρεχάμενοι καθηγητάδες που στηρίζουν τα δικαιώματα των εγκληματιών», με υπόνοιες μάλιστα πως δρουν με γνώμονα το συμφέρον υπόδικών πελατών τους. Όσ@ αντιδρούν στα ιδιωτικά πανεπιστήμια, είναι «βολεμένοι», «αρτηριοσκληρωτικοί», «πίσω από τις ανάγκες των καιρών».

Βρίσκει και τα κάνει, θα μου πείτε. Προφανώς. Γι’ αυτό, όμως, και η κυβερνητική δυσανοχή απέναντι σε οτιδήποτε θεωρούν οι κυβερνώντες πως πάει κόντρα στο αφήγημά τους, προκαλεί εντύπωση. Γιατί όταν μετά από πέντε χρόνια στην κυβέρνηση εξακολουθείς (;) να νιώθεις παντοδύναμος, όταν νιώθεις πως όλα είναι υπό έλεγχο, όταν αξιοποιείς στο έπακρο την απουσία ισχυρής αντιπολίτευσης, τότε προς τι η ολοένα και εμφανέστερη δυσφορία απέναντι στην κριτική; Προς τι η επιθετικότητα; Η αποστροφή απέναντι σε διαμαρτυρίες ακόμα και προνομιακών σου ακροατηρίων; Μήπως γιατί, παρά την επικοινωνιακή σου υπεροπλία, αφουγκράζεσαι πως μια κοινωνική αντιπολίτευση αποκτά όλο και ισχυρότερα ερείσματα; Μήπως γιατί, και ενόψει ευρωεκλογών, φοβάσαι τις από δεξιά σου διαρροές ψήφων;

Όποια κι αν είναι η απάντηση, το σίγουρο είναι πως η Ιστορία βρίθει παραδειγμάτων. Που αποδεικνύουν πως τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Και πως όταν η επικοινωνιακή παντοδυναμία καταρρέει, ο θόρυβος που προκαλείται είναι απολύτως ανάλογος με τον βαθμό απαξίωσης τον οποίον επιφυλάσσεις απέναντι στην κριτική.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet