Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση της ΝΔ και προσωπικά ο πρωθυπουργός έκαναν ό,τι μπορούσαν για να υποβαθμίσουν με προσβλητικό τρόπο –και με την προκλητική απουσία τους– τη συζήτηση στην ολομέλεια της Βουλής με το πόρισμα της εξεταστικής επιτροπής για το έγκλημα στα Τέμπη, σίγουρα θα ένιωθαν μάλλον ικανοποιημένοι που το ενδιαφέρον ήταν στραμμένο σε αυτό το μείζον πολιτικό θέμα, τη στιγμή που ο οίκος Moodys δεν έκρινε σκόπιμο να δώσει την πολυθρύλητη επενδυτική βαθμίδα στην ελληνική οικονομία, προχωρώντας σε κρίσεις για την πορεία της καθόλου κολακευτικές.

 

Από την επικοινωνία στην ουσία

 

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα είχε, βέβαια, έτσι κι αλλιώς τη συνδρομή των μέσων αποπληροφόρησης στην προσπάθειά της να μειώσει τη σημασία του γεγονότος, αλλά, οπωσδήποτε, ο θόρυβος που θα προκαλούσε η είδηση σε ένα λιγότερο βαρύ από πολιτική επικαιρότητα περιβάλλον θα ήταν μεγαλύτερος. Θα πείτε, μα και από τη συζήτηση στη Βουλή για το έγκλημα στα Τέμπη δεν έχει απώλειες; Έχει, αλλά αυτές δεν μπορεί να τις αποφύγει, επιχειρεί να τις ελαχιστοποιήσει. Στο πεδίο της καλλιέργειας της εντύπωσης περί ελληνικού οικονομικού θαύματος, στο οποίο δίνει όλα τα λεφτά, δεν θα ήθελε να συζητούνται όχι καλές ειδήσεις.

Ο επικαιρικός απολογισμός, λοιπόν, από πλευράς ισολογισμού του τύπου «κέρδη και ζημίες» θα πρέπει να γίνεται τώρα στο Μαξίμου με συγκρατημένη ικανοποίηση, καθώς το αφήγημα περί της ισχυρής και ανθεκτικής ελληνικής οικονομίας είναι κεντρικός πυλώνας της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας και του νεοφιλελεύθερου μύθου που την εμπνέει.

Από την άποψη της ουσίας και όχι επικοινωνίας, όμως, δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Όχι μόνο για την κυβέρνηση της ΝΔ, αλλά κυρίως για την ελληνική οικονομία.

 

Τίποτα δεν έχει αλλάξει, τίποτα δεν είναι όπως παλιά

 

Η μείωση του ρυθμού μεγέθυνσης, κάτω από τους στόχους και τις προβλέψεις, στο 2% μπορεί να παρουσιάζεται σαν ικανοποιητικός σε σύγκριση με ό,τι συμβαίνει στην Ευρώπη, αλλά το μήνυμα που στέλνει δεν έχει σχέση με τέτοιες συγκρίσεις. Κι αυτό γιατί η σημαντική μείωση σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος στην ελληνική περίπτωση οφείλεται στην ιδιομορφία της εξόδου από μια περίοδο «συμπίεσης του ελατηρίου» κατά τη δεκαετία των μνημονίων. Η συνθήκη αυτή προφανώς προοιωνιζόταν «εκτίναξη», αλλά μια εκτίναξη που έχει κοντά ποδάρια, μπορεί να φτάσει μέχρις ενός σημείου και να μη συνεχιστεί προκαλώντας, θα λέγαμε, αλυσιδωτή αντίδραση με ανοδικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, όπως θα μπορούσε να συμβεί αν ήταν συνέπεια διαρθρωτικών αλλαγών στην παραγωγική δομή της.

Με έναν τρόπο το επισημαίνει και η Moody’s αυτό, όταν σημειώνει το ιδιαίτερο βάρος που έχουν στην ελληνική οικονομία ο τουρισμός και η ναυτιλία, τομείς εκτεθειμένοι στις διεθνώς αρνητικές συγκυρίες και κρίσεις. Δεν μας αφήνει να ξεχάσουμε ότι, απουσία τέτοιων αλλαγών, η ανθεκτικότητα δεν αναβαθμίζεται, επί της ουσίας και όχι μόνο από τους οίκους. Και τέτοιες αλλαγές δεν επιδιώχτηκαν ούτε με την ευκαιρία μιας ουσιαστικά διαφορετικής αξιοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης, που ήταν και Ανθεκτικότητας.

Έγκυροι οικονομικοί αναλυτές παρατηρούν ότι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών είναι ενδεικτικό της κατάστασης μιας οικονομίας που δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ισχυρό πυλώνα παραγωγής προϊόντων που χρειάζεται για την ουσιαστική και ισόρροπη ανάπτυξή της, παραδομένη σε έναν μύθο προσέλκυσης επενδύσεων, που δεν αποτελούν ενίσχυση του παραγωγικού δυναμικού της, αλλά τοποθετήσεις «νομαδικών» κεφαλαίων, εξαγορές στοιχείων που ήδη συνιστούν πάγιο κεφάλαιό μας. Και σε πρώτη ευκαιρία αναχωρούν για άλλες, πιο επικερδείς «επενδύσεις», όπως ήδη έχει αρχίσει να συμβαίνει.

Η σιωπή είναι χρυσός για πολύ λίγους

Δεν είναι δε λίγοι εκείνοι που εικονογραφούν την κατάσταση σαν ένα déjà vu κατά την προ κρίσης τεχνητή ευφορία, που προετοίμαζε τη χρεοκοπία και την κατάρρευση σε κλίμα πλήρους ανάπτυξης του μύθου της ισχυρής οικονομίας μας.

Για παράδειγμα, στην πρόσφατη πολιτική απόφαση της Νέας Αριστεράς τονίζεται ότι τα δεδομένα της ελληνικής οικονομικής πραγματικότητα «δείχνουν ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει από το μοντέλο εκείνο της ανάπτυξης που οδήγησε την Ελλάδα στη χρεοκοπία (…) δεν έγινε η παραμικρή προσπάθεια να μετασχηματιστεί. (…) Το σχέδιο της κυβέρνησης είναι επανάληψη του νεοφιλελεύθερου μοντέλου προσαρμογής από το αόρατο χέρι της αγοράς σε βάρος της κοινωνικής συνοχής και της δημοκρατίας».

Όταν οι καμπάνες αυτού του είδους χτυπούν από την πλευρά των κομμάτων της αντιπολίτευσης και ιδίως της Αριστεράς, εύκολα υπονομεύονται από το προπαγανδιστικό σύμπαν σαν αντικυβερνητικές υπερβολές. Πολλά σημάδια, όμως, ήδη δείχνουν ότι δεν είναι καθόλου έτσι. Και για να αναδειχθεί η ορθότητα μιας τέτοιας κριτικής, μιας τέτοιας αντιπαράθεσης, η ανάγκη μιας συνακόλουθης εναλλακτικής πολιτικής και προοπτικής, χρειάζεται η άμεση και ισχυρή συνδρομή όσων εξ επαγγέλματος ή από τη θεσμική τους θέση ξέρουν και ανησυχούν. Και πρέπει να αρχίσουν να μιλούν. Έστω, να ανοίξουν τη δημόσια συζήτηση με τα ερωτήματα που είναι πια στα χείλη όχι μόνο των υποψιασμένων, αλλά και των απλών ανθρώπων. Να εκτεθούν επιχειρήματα, να παρατεθούν στοιχεία. Όχι ατάκες και συνθήματα. Να αναπτυχθούν σχέδια και αντισχέδια, προγράμματα και αντιπρογράμματα. Να μην «πάμε κι όπου βγει» ανίδεοι και πεινασμένοι, ούτε καν χορτάτοι, έστω, από ιδέες και προτάσεις.

Το παράδειγμα της τελευταίας δεκαετίας του 20ού αιώνα, όπου οι ευχάριστες στ’ αφτιά των επιβατών του Τιτανικού μουσικές συνόδευαν το σκάφος ως τη σύγκρουση με την ανατριχιαστική πραγματικότητα της πρώτης δεκαετίας του 21ου, είναι παράδειγμα προς αποφυγή, όχι προς μίμηση.

 

Χαράλαμπος Γεωργούλας Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet