Παίρνοντας αφορμή από το άρθρο του Δημήτρη Παπανικολόπουλου, στο προπερασμένο φύλλο της «Εποχής», με τίτλο «Αυτοκριτική και αποτίμηση του 2015-2019», θα ήθελα να συμβάλω με μερικές σκέψεις, κυρίως πάνω στην εικόνα που έχει δείξει μέχρι τώρα η Νέα Αριστερά, στον λίγο χρόνο που έχει διανύσει από τη στιγμή της εμφάνισής της στην πολιτική σκηνή. Και θα περιοριστώ στη Νέα Αριστερά γιατί είναι πλέον προφανές ότι αυτός ο πολιτικός χώρος εκπροσωπεί ό,τι θετικό έχει να προσκομίσει η σύντομη πορεία του ΣΥΡΙΖΑ, μιας και ο τωρινός ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη σαλπάρει για άλλες πολιτείες. Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος, λοιπόν, υποστηρίζει ότι, στην κατεύθυνση της αυτοκριτικής, αγνοούνται τόσο ο επίσημος απολογισμός που βγήκε από το κόμμα, όσο και τα βιβλία που έγραψαν στελέχη (Μπαλτάς, Δουζίνας) και ολόκληρες ομάδες στελεχών της κυβερνώσας Αριστεράς (ομάδα Τσακαλώτου, ομάδα Γαβρόγλου). Επίσης λέει ότι «κανένα κόμμα που έχασε εκλογές δεν έκανε την αυτοκριτική που ζητείται από όσους και όσες συμμετείχαν στην κυβέρνηση του 2015-2019. Εκτός φυσικά από τις γνωστές γενικολογίες τύπου “λάθη και παραλήψεις υπήρξαν” (χωρίς να κατονομάζονται) ή τις εξίσου ακίνδυνες παρατηρήσεις τύπου “δεν υπήρξαμε πιο πολύ τολμηροί μπλα μπλα” ή “υποτιμήσαμε μπλα μπλα”. Επομένως, αυτοί που ζητούν αυτοκριτική από τους πρωταγωνιστές του 2015-2019, ειδικά όταν βρίσκονται εκτός του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, απλώς συνεχίζουν την κριτική που σκοπό έχει την περαιτέρω απαξίωση».

Με άλλα λόγια, η αυτοκριτική για τη Νέα αριστερά δεν είναι αναγκαία γιατί εν πολλοίς έχει γίνει κι όσοι την επιζητούν επιδιώκουν την απαξίωσή της. Πιστεύω ότι αυτή η προσέγγιση αποτελεί μεθοδολογικό και πολιτικό λάθος. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τον επίσημο απολογισμό του ΣΥΡΙΖΑ, εκτός του ότι ήταν ελλιπέστατος, μπήκε αμέσως στο συρτάρι, υποβαθμίστηκε και έμεινε στα αζήτητα. Από την άλλη, τα βιβλία που γράφηκαν από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ για την περίοδο 2015-2019 ήταν κυρίως στην κατεύθυνση δικαιολόγησης των πεπραγμένων της κυβέρνησης με τα γνωστά επιχειρήματα: «λειτουργούσαμε με το πιστόλι στον κρόταφο» και «εφαρμόσαμε πολιτικές που δεν ήταν δικές μας». Κάποιοι, μάλιστα, επαίρονται για τις πατενταρισμένες νεοφιλελεύθερες επιδόσεις τους, όπως ο τέως υπουργός Παιδείας Κώστας Γαβρόγλου που με το «προσοντολόγιο» κατηγοριοποίησε και κατέστησε τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς ανελέητους κυνηγούς μορίων και βεβαιώσεων προσόντων. Επίσης, όντως τα αστικά κόμματα εξουσίας δεν έκαναν ποτέ ουσιαστική αυτοκριτική όταν έχαναν τις εκλογές. Με την Αριστερά, όμως, τα πράγματα πρέπει να είναι διαφορετικά, κυρίως όταν απευθύνεται, και θέλει να ξανακερδίσει, στο μεγάλο κομμάτι του αριστερού κόσμου που απογοητεύτηκε και οδηγήθηκε στην αποχή. Και δεν είναι μόνο η απώλεια της εκλογικής πλειοψηφίας στις εκλογές του 2019. Είναι η εμπέδωση της αριστερής παρένθεσης και η επώδυνη παραδοχή της μη ύπαρξης εναλλακτικής λύσης, που οδήγησαν στην πλήρη μεταστροφή του εκλογικού σώματος, στην επικράτηση της δεξιάς ιδεολογίας και της παγίωσης της παντοδυναμίας Μητσοτάκη. Έχει συντελέσει σ’ αυτή την καταστροφική, και ίσως μη αντιστρέψιμη, εξέλιξη η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και πώς; Και είναι λανθασμένη η προσέγγιση ότι όσοι ζητούν αυτοκριτική επιδιώκουν μια περαιτέρω απαξίωση. Ίσως αυτοί πονάνε περισσότερο για το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ και τη σημερινή κατάντια του.

Στο πεδίο της αποτίμησης, που θεωρείται χρήσιμη από τον αρθρογράφο της «Εποχής», πρέπει να επισημαίνονται και τα θετικά, αλλά και τα αρνητικά της περιόδου 2015-2019. Πρέπει, όμως, να καταλάβουμε ότι η αποτίμηση και η αυτοκριτική είναι συμπληρωματικές έννοιες και ότι, και οι δύο μαζί, οδηγούν σε ασφαλέστερα συμπεράσματα και ίσως απελευθερώνουν από ταμπού και κρυμμένες παθογένειες. Αυτό που έχασε ο ΣΥΡΙΖΑ στην περίοδο 2015-2019 στο πεδίο της αξιοπιστίας, μπορεί να το κερδίσει η Νέα Αριστερά βάζοντας το δάχτυλο στον τύπο των ήλων. Άλλωστε, ως μικρή συλλογικότητα που δεν έχει αντικειμενικές πιθανότητες για κυβερνητικές βλέψεις, έχει τους απαραίτητους βαθμούς ελευθερίας να μιλήσει ελεύθερα και ακομπλεξάριστα για τη δική της κυβερνητική εμπλοκή. Επίσης, εάν η αποτίμηση και η αυτοκριτική γίνουν με επάρκεια και τόλμη, και βοηθήσουν και οι άλλες εμπλεκόμενες πλευρές σ’ αυτή την κατεύθυνση, μπορεί να συντελεστεί το ξεπέρασμα του προπατορικού αμαρτήματος του καλοκαιριού του 2015, το οποίο διατηρείται ακόμη ως αγεφύρωτο χάσμα εντός της Αριστεράς.

ΥΓ.: Ο Κώστας Γαβρόγλου, με την παραμονή του στον κασσελακικό ΣΥΡΙΖΑ, επιβεβαιώνει τις κατευθύνσεις των πολιτικών του επιλογών ως υπουργός Παιδείας. Ο Γιάννης Δραγασάκης, ως αντίπαλο δέος του Γιάννη Βαρουφάκη στο οικονομικό επιτελείο και μετέπειτα βασικός συνεργάτης του Ευκλείδη Τσακαλώτου, παραμένει άραγε στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ;

 

Πάνος Δημητρούδης

 

 

Ο δικηγόρος του διαβόλου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet