Πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια καταλήγαμε στο δυσάρεστο συμπέρασμα ότι φαινόταν να έχει γίνει αποδεκτός ο κανόνας της ανισότητας στο κοινωνικοοικονομικό πεδίο από την κοινωνική πλειονότητα. Ως φυσικό νόμο την είχε αναγνωρίσει ο κ. Μητσοτάκης. Ήταν η νεοφιλελεύθερη επαγγελία, που έμοιαζε πειστική μετά τη διάψευση που προκάλεσε η βίαιη και τιμωρητική επιβολή της αντιλαϊκής λιτότητας. Η παραδοχή της μπορεί να μοίραζε άνισα και άδικα κέρδη, κοινωνικές δαπάνες και λαϊκό εισόδημα, αλλά θα έφερνε την ανάπτυξη και θα μεγάλωνε την πίτα. Συνεπώς και το μερίδιο των πολλών, τελικά.

Δεν είναι απλή επίδειξη αλαζονείας η επίκληση του 41% από την πλευρά της κυβέρνησης της ΝΔ σε κάθε ένσταση της αντιπολίτευσης. Είναι ο πυρήνας του αφηγήματός της, που ισχυρίζεται ότι έχει γίνει αποδεκτός. Οι ανισότητες είναι προϋπόθεση της ευημερίας. Δεν μπορούμε να βάλουμε χέρι σ’ αυτές διαταράσσοντας την κανονικότητα της αγοράς. Μπορούμε να απαλύνουμε κάπως την αίσθηση των συνεπειών τους με μια επιδοματική πολιτική. Τίποτα περισσότερο.

Αυτή είναι η έγνοια του κόσμου –έτσι μας λένε. Όχι οι θεωρητικολογίες περί δικαίου και αδίκου, περί ισότητας και ανισοτιμίας, η πολυλογία περί δημοκρατίας με λίγα λόγια. Αυτή, άλλωστε, σταματάει στην είσοδο του εργοστασίου, ως γνωστόν. Έτσι ερμήνευαν και ερμηνεύουν εκείνοι το 41%. Κάπου εκεί μας οδηγούσαν κι εμάς συχνά τα φαινόμενα.

 

Η γενίκευση του κανόνα της ανισότητας

 

Ώσπου ο κανόνας της ανισότητας άρχισε, σχεδόν νομοτελειακά, να προβάλλεται ως πρόσχημα και να επιβάλλεται ως νόμος και, βγαίνοντας ορμητικά από την πύλη του εργοστασίου, να διεκδικεί την κυριαρχία του ως υπέρτατος ηθικός κανόνας στην ίδια τη λειτουργία του πολιτεύματος, των θεσμών του. Κάποιοι είναι υπεράνω δημοκρατικού ελέγχου και λογοδοσίας, υπεράνω κάθε υποψίας, υπεράνω του κράτους δικαίου, της επικράτησής του έναντι της αδικίας και της φυγοδικίας.

Υπό τον ψευδεπίγραφο τίτλο «όλα στο φως» και «ας εμπιστευτούμε τη δικαστική εξουσία», ασκείται συστηματικά το δικαίωμα της εξαίρεσης των «υπεράνω» από τον έλεγχο του φωτός και της δικαστικής κρίσης, τελειοποιείται η μέθοδος της συσκότισης, της συγκάλυψης, της διάχυσης ευθυνών, της χειραγώγησης ανθρώπων και θεσμών. Με διάφανο πια σκοπό την εξαίρεση μιας ολόκληρης τάξης παραγόντων από τον κανόνα της ισονομίας. Κάποιοι αναδεικνύονται πιο ίσοι από τους άλλους, τοποθετούνται στο απυρόβλητο.

Όποιος επισημαίνει και αναδεικνύει αυτή τη διολίσθηση, την κατρακύλα καλύτερα, είναι υπονομευτής της ηρεμίας και της τάξης, της κανονικότητας, παραγωγός τοξικότητας. Μπορούμε να επαληθεύσουμε αυτό τον ισχυρισμό σε αναφορά με πολλές υποθέσεις. Ας αρκεστούμε στις πιο γνωστές πρόσφατες, στο σκάνδαλο των υποκλοπών και το έγκλημα των Τεμπών. Εδώ αποθεώθηκε η εφαρμογή της συνταγής «συσκότιση, συγκάλυψη, χειραγώγηση» με στόχο την εξαίρεση από τον κανόνα της ισότητας απέναντι στον νόμο.

 

Κάτι φαίνεται να αλλάζει

 

Αλλάζει, άραγε, κάτι σ’ αυτά τα δεδομένα το τελευταίο διάστημα; Είναι μόνο η κατάφωρη και προκλητική επιχείρηση συγκάλυψης ευθυνών σε ένα έγκλημα σαν αυτό στα Τέμπη, που έχει, με τη βαρύτητα της απώλειας τόσων ψυχών, αφυπνίσει συνειδήσεις, έχει οξύνει την αίσθηση της υποτίμησης της νοημοσύνης μας, έχει εντείνει την οργή και την αγανάκτηση, έχει συγκεντρώσει ενάμιση εκατομμύριο υπογραφές κάτω από το αίτημα της απόδοσης δικαιοσύνης;

Είναι κάτι περισσότερο. Ίσως και βαθύτερο. Η υπόσχεση μιας σχετικής ευημερίας χωρίς περιττές απαιτήσεις δημοκρατικών ευαισθησιών, χωρίς προϋποθέσεις ισονομίας, χωρίς απαιτήσεις ισότητας γίνεται όλο και λιγότερο πειστική. Αντίθετα, αποκαλύπτεται όλο και περισσότερο η στενή σχέση ανάμεσα στην κοινωνικοοικονομική ανισοτιμία και την αλαζονική διεκδίκηση της ανισότητας των «αρίστων» απέναντι στο δίκαιο.

Μέρα με τη μέρα, τα τελευταία χρόνια η νεοφιλελεύθερη επαγγελία της ευημερίας μέσα από την ανοχή των ανισοτήτων προς όφελος των λίγων και ισχυρών συσσωρεύει μικρές και μεγάλες διαψεύσεις. Η αγορά αρνείται να αυτορυθμιστεί. Ο πληθωρισμός της απληστίας κατατρώει μισθούς και συντάξεις. Η υπονόμευση των κοινών αγαθών, η άλωση οτιδήποτε δημόσιου, το ροκάνισμα των τελευταίων ιχνών κοινωνικού κράτους χειροτερεύουν την καθημερινότητα των πολλών, διαψεύδουν την επαγγελία της βελτίωσης της ατομικής κατάστασης. Ο κανόνας της ανισότητας, αντί να μειώνει τις αποστάσεις μεταξύ των τυπικά ισότιμων πολιτών, εντείνει τις διαφορές και τείνει να εγκαταστήσει ως ηθικό κανόνα την εξαίρεση των ισχυρών από την αρχή του κράτους δικαίου, της επικράτησης του δικαίου. Η στενή σύνδεση επαγγελλόμενης ευημερίας και δημοκρατικής νομιμότητας αρχίζει να γίνεται αισθητή. Ακόμα κι όταν δεν συνειδητοποιείται πλήρως, υφέρπει και τροφοδοτεί την αντίδραση ευρύτερων κοινωνικών ομάδων.

 

Οι απαντήσεις μας τελείωσαν…

 

Στα ερωτήματα που εδώ και καιρό βρίσκονται στα χείλη των πολιτών χωρίς να παίρνουν απάντηση, ο αντ’ αυτού κ. Βορίδης απαντάει με αφοπλιστικό κυνισμό: «Δεν είναι ότι δεν σας δίνουμε απαντήσεις, απλώς οι απαντήσεις που σας δίνουμε δεν σας αρέσουν». Θεωρεί ότι απευθύνεται μόνο στην αντιπολίτευση, χωρίς, ίσως, να συνειδητοποιεί ότι παραλήπτες του κυνισμού γίνονται όλο και περισσότεροι πολίτες. Αυτό είναι το πρόβλημα της κυβέρνησης, που αναδείχθηκε με την κατάθεση της πρότασης δυσπιστίας, σαν κορωνίδα μιας διαδικασίας κορύφωσης πολλών και ποικίλων πολιτικών και κοινωνικών εντάσεων.

Μπορεί αυτό να αποδειχτεί επικίνδυνο για την κυβερνητική πλειοψηφία; Μάλλον όχι, όσο στην όχθη της αντιπολίτευσης επικρατεί η γνωστή κατάσταση. Γιατί δεν αρκεί να αναδειχτεί η αναντιστοιχία κυβέρνησης και κοινωνικής πλειοψηφίας. Χρειάζεται να εμπεδωθεί μια νέα αντιστοιχία, που να ανοίγει νέα προοπτική. Κι αυτό δεν προϋποθέτει απλά κάποια αλλαγή συσχετισμών, αλλά μια ριζική ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού στην όχθη της αντιπολίτευσης.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet