Μπίλη Βέμη «Ποιήματα», εκδόσεις Άγρα, 2023

 

«Τα σύννεφα κάνουν σχήματα/ στον ουρανό/ για να εμπνέουν ένα μικρό φτωχό παιδί/ που μετράει το σιγανό ψήλωμα των βουνών». Πρόκειται για την προμετωπίδα στην πρώτη ποιητική συλλογή της 12χρονης Μπίλης Βέμη (1954-2012) πίσω στο 1966 υπό τον τίτλο «Νέλτο». Αυτό το ανεπαίσθητο αλλά πραγματικό για την ποιητική υπόθεση και εκφορά ψήλωμα των βουνών θα μπορούσε να χαρακτηρίσει την ποίηση και την ποιητική της Βέμη στο σύνολό της, μια δυνατότητα που μας προσφέρεται τώρα με τη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού της έργου από την Άγρα με τον τίτλο «Ποιήματα» και με επίμετρο του Θωμά Μπεχλιβάνη.

 

Το σιγανό αυτό ψήλωμα των ορεινών όγκων στον ορίζοντα, έχει ένα στοιχείο οραματικότητας. Μια ιδέα χειροπιαστής πρόθεσης και πλαστικότητας για την αντίληψη του κόσμου γύρω μας. Ένα σαφές κάλεσμα απαλλαγής από τον οφθαλμοκεντρισμό, μια απεύθυνση της γραφής της Βέμη σε όλες τις αισθήσεις όσο τον δυνατόν ταυτόχρονη. Αυτό το στοιχείο ενός ολιστικού, απτικού βλέμματος μοιάζει καταστατικό σε όλη την ποιητική διαδρομή της Βέμη, που ανοίγεται ξανά μπροστά μας δέκα χρόνια από την πρόωρη απώλεια της ποιήτριας.

Η συγκεντρωτική έκδοση περιλαμβάνει ως επί τον πλείστον εξαντλημένες εκδόσεις με τον τρόπο που η ίδια η Βέμη είχε επιμεληθεί το έργο της τα τελευταία της χρόνια, δίνοντας την ευκαιρία σε φίλους και μελετητές να ανακαλύψουν την ποίηση της, όπως γράφουν στο σύντομο εισαγωγικό σημείωμα τους ο σύζυγος και ο γιος της ποιήτριας Παύλος και Πάνος Μαύρος, σε ένα βιβλίο που ολοκληρώνεται επιλογικά με το φροντισμένο με θερμή φιλία και ειλικρινή σεβασμό επίμετρο του Θωμά Μπεχλιβάνη.

«Αρχαιολόγος, δασκάλα και ποιήτρια: οι τρεις πλευρές της», θα γράψει ο Μπεχλιβάνης στο επίμετρο του συστήνοντας μας την πολυσχιδή και δημιουργική προσωπικότητα της Βέμη, σκιαγραφώντας παράλληλα το προφίλ μιας ανήσυχης φωνής με σπουδές στη βυζαντινή αρχαιολογία στην Σορβόνη και πανεπιστημιακή σταδιοδρομία στη βυζαντινή τέχνη και τη μουσειοπαιδαγωγική στα πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης και της Θεσσαλίας.

Στα έξι βιβλία ποίησης που εξέδωσε η Βέμη, «Νέλτο» (1966), «Ο κόκορας των θεμελίων» (1971),

«Η σκουριά του Μεγαλέξανδρου» (1979), «Τοπίο που σε λένε ποίημα» (1987), «Φυτά του ύπνου» (2000), «Το δέντρο που το φέραν στο μουσείο» (2003), η γραφή της δεν επιτηδεύεται. Παραμένει εστιασμένη στους ιδιαίτερους μηχανισμούς αφήγησης που την γοήτευσαν εξ αρχής, στο παραμύθι και στις θεατρικές τεχνικές με τον τρόπο μιας νέας οπτικής που επιθυμεί την αισθητηριακή ισορροπία μιας συμμετοχικής και συναισθητικής ματιάς, η οποία δεν διστάζει να καυτηριάσει και να αποδώσει το credo της σε δύο, τρεις πυκνούς στίχους ως εξής: «Πούλησε το μάτι του/ πλούτισε/ δεν έρχεται πια στις συγκεντρώσεις». Στην ίδια συλλογή, την Σκουριά του Μεγαλέξανδρου, στο ποίημα «Το μάτι που μας ζυγιάζει», διαβάζουμε: «κι ένα μάτι έμπορα/ γεμάτο αιματώματα/ να μας ζυγιάζει».

Η Σκουριά του Μεγαλέξανδρου αλλά και τα Φυτά του ύπνου είναι δύο συλλογές που ξεχωρίζουν στο ποιητικό έργο της Βέμη, για τη συγγραφική τους ποιότητά αλλά και για την αλληλοσυμπληρωματική τους ιδιότητα, τουλάχιστον στη δική μου ανάγνωση, καθώς το κοινωνικό περιβάλλον της Σκουριάς ερμηνεύεται περίφημα συνειρμικά και ονειρικά με άλλα πλέον μέσα και εργαλεία στα λεπτοδουλεμένα Φυτά του ύπνου.

Θα μεταφέρω εδώ ένα ποίημα και από τις δύο συλλογές, όχι γιατί η συνομιλία τους είναι άμεση ή προφανής, αλλά γιατί η εσωτερική τους σύνδεση επιβεβαιώνει τη διαρκή αγωνία παρατήρησης, ανακάλυψης και ανασκαφής των προσώπων, των τόπων και των αισθημάτων στην ποίηση της Βέμη.

«Όλοι οι ποιητές μιλούν για το φως/ για να κρύβουν όσα φαίνονται» θα γράψει η Βέμη στο ποίημα που ακολουθεί πεπεισμένη για το άλλο βλέμμα της ποίησης. Ένα βλέμμα στη δική της περίπτωση ισχυρά απτικό, αφού στις ποιητικές της ιστορίες η συναισθητική εικονογραφία της, δεν μιλά απλώς για το φως. Μιλά για τον τρόπο που το φως αγγίζει τα πράγματα.

Η σύρτις αποσύρεται με δύο χαρακτηριστικά ποιήματα της συγκεντρωτικής έκδοσης. Ποιήματα που θα μπορούσαμε να πούμε πως ανήκουν και στο αποκαλυπτικό είδος των ποιημάτων ποιητικής.

 

Ο καφές

 

Όμορφη και γλυκιά παλεύει η μοίρα μου

με τα κατακάθια του καφέ

το αύριο κρέμεται σα χριστουγεννιάτικη μπάλα

Μπορεί από καπνό κι αλάτι

μπορεί από κρύσταλλο

 

ως τότε λούζομαι στους ατμούς της αγάπης

και δεν ελπίζω να έχει διάρκεια

 

Δε θα γεννήσουμε μαζί τα παιδιά μας είπες κάποτε

και το φως μαραίνεται στο ταβάνι

Όλοι οι ποιητές μιλούν για το φως

για να κρύβουν όσα φαίνονται

 

Μου φτάνει το φεγγάρι και η θάλασσα

μέσα της ένα τραπέζι και δύο καρέκλες

τα πόδια των αντικειμένων

να είναι βυθισμένα ως τη μέση

στο νερό

 

στο τραπέζι ένα ποτήρι

ένα χέρι θα το γεμίζει

μ’ αυτό θα αδειάζει στον ίδιο χρόνο

κι ένας ψυχίατρος θα τρέξει

 

να ερμηνεύει τα σύμβολα

 

«Η Σκουριά του Μεγαλέξανδρου»

 

 

Η ψυχοσώστης

 

Πήρε το καλαθάκι της και τράβηξε στις λάσπες

βουτώντας τα χέρια και ανασύροντας κάτι εδώ κι εκεί

 

Στεκόμασταν κι εμείς στην άκρη της λάσπης συζητώντας

ψάχνοντας που και που μπροστά μας

δίχως ζήλο

 

Όσο που σήκωσα τα μάτια και την είδα

σεμνή φιγούρα στα χρώματα του δειλινού που υποχωρούσε

 

Τότε έλαμψε πόσο πάθος είχε για τη δουλειά της ·

πόση αγάπη

 

 Πότε προχώρησε;

 Πότε όλα της έγιναν απόμακρα

 η παρέα, τα απομεινάρια της χτεσινής γιορτής;

 

Ξεχώρισε από όλους μας – ερασιτέχνες

Το πάθος της δουλειάς της

την έφερε ως την γάμπα στα νερά

 

χωρίο πλημμυρισμένο να ανασκάπτει

 

«Φυτά του ύπνου»

 

Κωνσταντίνα Κορρυβάντη Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet