Γεράσιμος Βώκος «Ο Κύριος Πρόεδρος. Πρωτότυπον πολιτικο-κοινωνικόν μυθιστόρημα», φιλολογική επιμέλεια: Παναγιώτης Μουλλάς, εκδόσεις Σοκόλη, 2023 (δεύτερη έκδοση)


Στα είκοσι χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την πρώτη δημοσίευση του μυθιστορήματος του Γεράσιμου Βώκου «Ο Κύριος Πρόεδρος» στα χρόνια μας (το 2004, και πάλι από τις εκδόσεις Σοκόλη), οι συζητήσεις που επιμένουν στη ρητή αντιδιαστολή μεταξύ λαϊκής και υψηλής λογοτεχνίας δεν έχουν μειωθεί κατά το παραμικρό. Θα πρέπει εκ των προτέρων να πω πως μια τέτοια διάκριση, για την ισχύ της οποίας είναι πιθανόν να προβληθούν πλήθος ενστάσεις, δεν θίγει σε καμία περίπτωση τον Βώκο. Το μυθιστόρημά του μπορεί να απευθύνεται όντως στο ευρύ κοινό και το ύφος του Βώκου να είναι όντως δημοσιογραφικό, αλλά τόσο η ζωντανή (ακόμα κι αν δεν είναι δημοτική) γλώσσα του, όσο και τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας πλάθει και αναπτύσσει τους αφηγηματικούς του χαρακτήρες, ενόσω σπεύδει να τους συνδέσει με την κοινωνικοπολιτική αύρα της εποχής του και με την καθημερινή ζωή της Αθήνας, αναδεικνύουν όχι μόνον έναν εμβριθή μάστορα του μυθιστορηματικού λόγου, αλλά και έναν οξυδερκή παρατηρητή του 19ου αιώνα. Θα παραπέμψω εδώ, με την ευκαιρία, στη μελέτη της Δανάης Λαζαρίδη «Όψεις της αθηναϊκής ζωής στο πεζογραφικό έργο του Γεράσιμου Βώκου», που αποτελεί τη διπλωματική της εργασία υπό την επίβλεψη του Λάμπρου Βαρελά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης το 2020.

 

Ο Βώκος γεννιέται το 1868 στον Πειραιά και ζει βίο πολυκύμαντο. Στα δεκαοκτώ του χρόνια εμφανίζεται ως ποιητής, για να συνεχίσει ως μυθιστοριογράφος, θεατρογράφος και κριτικός, αλλά και ως εκδότης μουσικών και εικαστικών περιοδικών. Στα σαράντα πέντε του (και αφού έχει κλειστεί τέσσερις ή πέντε φορές σε φρενοκομείο στη Βιέννη, όπου εργάζεται για ένα διάστημα ως ανταποκριτής) εγκαθίσταται στο Παρίσι και αρχίζει να δραστηριοποιείται ως ζωγράφος – δουλειά την οποία θα κάνει μέχρι το τέλος της ζωής του, που έρχεται τον Ιούνιο του 1927.

Τα πύρινα χρόνια του Τρικούπη


Ο Κύριος Πρόεδρος είναι προϊόν της νεανικής φάσης της πολυσχιδούς προσωπικότητας του Βώκου και αντανακλά το πνευματικό περιβάλλον και τις αναζητήσεις της Ακροπόλεως του Βλάση Γαβριηλίδη. Δημοσιευμένος σε αυτοτελή τόμο τον Δεκέμβριο του 1893, προέρχεται από 21 δεκαεξασέλιδα φυλλάδια που έχει τυπώσει τους αμέσως προηγούμενους μήνες η Ακρόπολις (κάτι ξέρει και ο σημερινός αναγνώστης για τις τακτικές προσέλκυσης του κοινού τις οποίες εφαρμόζουν οι εφημερίδες), στο πλαίσιο της παρουσίασης μιας σειράς μυθιστορημάτων εκδιδομένων «δις της εβδομάδος, Πέμπτην και Κυριακήν».

Σαφώς επηρεασμένος (όπως προσφυώς παρατηρεί στα εμπεριστατωμένα του προλεγόμενα ο Παν. Μουλλάς) από την επικοινωνία του Γαβριηλίδη με τη γαλλική πεζογραφία και τον νατουραλισμό, αλλά και με ρεύματα όπως ο φεμινισμός και ο κοινωνισμός ή με ζητήματα όπως το αθηναιογραφικό και το επιφυλλιδικό μυθιστόρημα, ο Βώκος βγάζει το βιβλίο του στη χειρότερη ώρα του τρικουπισμού -στις ημέρες τού «δυστυχώς, επτωχεύσαμεν». Και οι αποφάνσεις του προκύπτουν αυτομάτως ανυπόφορα πικρές, σκληρές, δυσάρεστες και απαξιωτικές, μια κι όπως φαίνεται το τόσο ταπεινωτικό και αποκαρδιωτικό αυτό «επτωχεύσαμεν» ο συγγραφέας το εννοεί και το επιφυλάσσει για όλους τους παραλήπτες του μηνύματός του: για τους λάτρεις, τους οπαδούς και τους απλούς ψηφοφόρους τόσο του Χαρίλαου Τρικούπη όσο και του μεγάλου ανταγωνιστή του, Θεόδωρου Δηλιγιάννη.
Συνδυάζοντας τον ρεαλισμό, τον νατουραλισμό και, γενικότερα, τη λαχτάρα για την κατά το δυνατόν ακριβέστερη και βαθύτερη αποτύπωση μιας αν μη τι άλλο αναβράζουσας πραγματικότητας με την εδραία πολιτικοκοινωνική σάτιρα, που βασίζεται σε μιαν ολοζώντανη, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε αρχαϊστική αγκύλωση γλώσσα, ο Βώκος χτίζει ένα μυθιστόρημα το οποίο θέλει να τινάξει στον αέρα τα πάντα: τον εκσυγχρονισμό του Τρικούπη, που κοστίζει στη χώρα απίστευτες και ατελείωτες σπατάλες (ενόσω αναπαράγει και όλα τα εγνωσμένης νοοτροπίας πολιτικά στρατηγήματα), τη στενοκεφαλιά και το χαλασμένο πετσί των αντιπάλων του, που περιμένουν μόνο πότε θα τον αντικαταστήσουν στην καρέκλα της εξουσίας, την προσαρμοστικότητα της κρατικής μηχανής στις ψηφοθηρικές αποβλέψεις των κομμάτων, που μετακινούν με τη μεγαλύτερη δυνατή ευκολία εντός ή εκτός του πεδίου της τους δικούς τους ανθρώπους, αλλά και την ουσιαστική παράλυση της δημόσιας διοίκησης απέναντι σε οιοδήποτε αίτημα ορθολογικής συμπεριφοράς και στοιχειωδώς αποτελεσματικής λειτουργίας.

Ατμόσφαιρα ηθικής και κοινωνικής παρακμής


Η οικογένεια η οποία πρωταγωνιστεί στις σελίδες του Κυρίου Προέδρου (με πρόσωπα τα οποία μετεωρίζονται ανάμεσα στον αφηγηματικό χαρακτήρα και τον κοινωνικό τύπο) αποδίδει με τα δράματα τα οποία ζει καθημερινά όχι μόνο την πολιτική σήψη και την οικονομική καχεξία και παρακμή της Ελλάδας του καιρού, αλλά και την κοινωνική και ηθική διάλυση των περισσότερων στρωμάτων: η ακατάσχετη ροή του χρήματος και η διαρκής εκπόρνευση αποτελούν τα βασικά και αναντικατάστατα χαρακτηριστικά μιας κοινότητας η οποία κοντεύει από πολλών ετών να πιάσει πάτο, παρά το γεγονός πως μια τέτοια κατάσταση δεν προσπαθεί να την καταλάβει και να την κατανοήσει κανείς. Φαινόμενα τα οποία έσπευσε να καταγράψει στα δικά του μυθιστορήματα ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, συνομήλικος του Βώκου και επίσης άγρυπνος παρατηρητής των τεκταινομένων του ιστορικού του χρόνου, πλην σε πολύ μετριοπαθέστερο και σαφώς πιο αποστασιοποιημένο τόνο.
Η απόσταση του Βώκου από όλες τις πλευρές και τις παρατάξεις θα πρέπει να είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο το βιβλίο του, μολονότι συζητήθηκε αρκετά στον καιρό του, πέρασε εν συνεχεία στην αφάνεια. Σε αυτή την παρατήρηση προβαίνει ο Παν. Μουλλάς προκειμένου να εξηγήσει με ποιον τρόπο χάθηκε επί έναν και πλέον αιώνα από τα γράμματα ο συγγραφέας. Ο επιμελητής έχει κατά πάσα πιθανότητα δίκιο, αλλά όποιο και αν είναι το τελικό συμπέρασμα, εκείνο το οποίο σίγουρα του οφείλουμε είναι πως μας προσφέρει τη χαρά και την απόλαυση της συνομιλίας με ένα αληθινά σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής λογοτεχνίας, το οποίο βγαίνει στο φως άθικτο από το οιοδήποτε στραπατσάρισμα. Τελευταίο, αλλά όχι έλασσον. Χωρίς να είναι μυθιστόρημα πόλης, ο Κύριος Πρόεδρος αποτελεί κάτι παραπάνω από την αθηναιογραφία του καιρού του. Η πρωτεύουσα εμφανίζεται στις σελίδες του με μια δεσπόζουσα μορφή – οι εξωτερικοί της χώροι γίνονται συχνά αποφασιστικοί μοχλοί για την κίνηση και την ανάπτυξη της δράσης και η πολεοδομία της εισβάλλει σε τακτά διαστήματα στο ξετύλιγμα και τη λειτουργία του μύθου. Ο Βώκος επιβεβαιώνει και ως προς αυτό –ως προς την ανάπλαση μιας σφύζουσας μητρόπολης η οποία μοιάζει την ίδια ώρα βυθισμένη σε εξόχως περίπλοκα αδιέξοδα– περίτρανα τις δυνατότητες και τη δύναμη της γραφής του.

 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet