Η Μαργαρίτα Γιαραλή (δεξιά) με την Πόπη Τζεμπελίκου στις φυλακές Αβέρωφ.

 

 

 

Αποσπάσματα από τη μακρά συζήτηση της Μαργαρίτας, που χάσαμε πριν έναν περίπου χρόνο, με τη δημοσιογράφο Νόρα Ράλλη στο αφιέρωμα της “Εφημερίδας των Συντακτών” για την αντιστασιακή φοιτητική οργάνωση “Ρήγας Φεραίος”.

 

Το πέρασμα στην παρανομία

 

«Βγήκα στην παρανομία τον Ιανουάριο του 1968. Με πιάσανε στη Σχολή (τότε δεν υπήρχε Σχολή χωρίς ασφαλίτες και χαφιέδες) και με πήγαν στην Ασφάλεια για τα περαιτέρω. Με έπιασαν γιατί κάποιος με κατέδωσε.

Το Σπουδαστικό της Ασφάλειας δεν ήταν εφεύρημα της δικτατορίας, υπήρχε από παλιότερα, από τη δεκαετία του 1950, όταν το φοιτητικό κίνημα μαζικοποιήθηκε και άρχισε να αριστερίζει.

Ήταν οι γνωστοί ασφαλίτες: Καραπαναγιώτης. Καλύβας, Μάλλιος κ.ά. Επειδή εμένα δεν με είχαν συλλάβει παλαιότερα, έκανα την ανήξερη. Έλεγα ότι είμαι μια απλή φοιτήτρια, για ποιο λόγο να υπογράψω δήλωση, είμαι απλά μέλος της ΕΦΕΕ.

Με κατέβασαν σε ένα κελί και στις 11 το βράδυ με ανέβασαν πάλι στο Σπουδαστικό της Ασφάλειας και μου ζήτησαν να δίνω το «παρών» καθημερινά στις 11 πμ. Καθώς, όμως, είχα τις υποχρεώσεις μου στον «Ρήγα» δεν μπορούσα να το κάνω αυτό. Οπότε, συνέχισα το βιολί μου πως ως επιμελής φοιτήτρια αυτό δεν γίνεται να το κάνω, πως έχουμε υποχρεωτικά μαθήματα στη Σχολή, πως δεν μπορώ να καθυστερήσω τις σπουδές μου, τι θα πω στους γονείς μου ... Θέατρο κανονικό έπαιζα.

Μετά από αυτά, μου είπαν να δίνω το «παρών» τρεις φορές την εβδομάδα, στις 3 μ.μ. «Ούτε αυτό γίνεται, το απόγευμα έχω εργαστήρια» τους απάντησα, και πράγματι έτσι ήταν στη Γεωπονική. Οπότε καταλήξαμε να παρουσιάζομαι τρεις φορές την εβδομάδα, το μεσημέρι, ανάμεσα στα μαθήματα και τα εργαστήρια. Φυσικά, κανένα «παρών» δεν έδωσα στην Ασφάλεια. Έφυγα και την άλλη μέρα βγήκα στην παρανομία.

Μας έδιναν κάποια λεφτά στην παρανομία – το κόμμα δηλαδή. Σπίτι μας φυσικά δεν πηγαίναμε. Με τη διάσπαση του ΚΚΕ, κόπηκαν όλα. Όταν είχαμε ένα αυγό και ψωμί να φάμε, ήταν παράδεισος. Υπήρχαν μέρες που δεν τρώγαμε τίποτα. Φίλοι και γνωστοί ήταν υπό παρακολούθηση. Για να πάμε σε ένα ραντεβού περπατούσαμε S ώρες υποχρεωτικά, για να βεβαιωθούμε ότι δεν μας ακολουθούν. Και μετά τις μεγάλες συλλήψεις του ’68, εκεί να δεις κατάσταση.

Θυμάμαι είχα φτάσει στα όριά μου και αποφάσισα να πάω να δω μια συμμαθήτριά μου από το Γυμνάσιο στα Γιάννενα! Η οικογένειά της ήταν υπεράνω υποψίας. Περπατάω 6 ώρες και μετά παίρνω ένα ταξί και ξαναπερπατάω μία ώρα και φτάνω πλατεία Αμερικής. Ξαναπερπατάω, φτάνω τέλος πάντων, και χτυπάω και χτυπάω και δεν ήταν κανείς εκεί. Τώρα; Μου είχε μείνει μία δραχμή… Είχαν γίνει οι πρώτες μεγάλες συλλήψεις τον Απρίλιο του ‘68 και η κατάσταση ήταν άσχημη… Δεν είχαμε ούτε μία δραχμή».

 

Στην Ασφάλεια

 

«Κάθε άνθρωπος έχει τη δύναμη μέσα του: Και αυτή η δύναμη έβγαινε μια χαρά προς τα έξω τότε… Μετά από περίπου 20 μέρες κράτησης στην Ασφάλεια, μετά από βασανιστήρια, με ανεβάζουν πάνω, με αδειάζουν σε μια καρέκλα σαν σακί με πατάτες και είναι ο περιβόητος Κραβαρίτης ο οποίος προσπαθεί να με καταρρακώσει, δείχνοντάς μου ότι είμαστε ανήμποροι. Και μου λέει με ειρωνικό χαμόγελο (μαζί του χασκογελάγανε και οι άλλοι γελοίοι μέσα στην αίθουσα): «Με στρακαστρούκες, ρε Μαργαρίτα, θα μας ρίχνατε;». Πώς μου ‘ρχεται κι εμένα και του απαντάω: «Με ένα “φου”, ρε, θα σας ρίχναμε». Και τον βλέπω να κάνει πίσω. Πώς να σ’ το πω τώρα: και να με σκοτώνανε εκείνη τη στιγμή, δεν θα καταλάβαινα τίποτα!… Ο τιποτένιος, δεν το περίμενε. Μήπως εγώ το περίμενα να αντιδράσω έτσι; Και με ρωτάς πού βρίσκαμε τη δύναμη; Ε, να που τη βρίσκαμε… Αν μου λέγανε ποια είναι η στιγμή που με κανέναν άλλο τρόπο δεν θα ήθελες να μην έχεις ζήσει στη ζωή σου, θα ήταν αυτή. Είναι το ισχυρότερο ταυτοτικό στοιχείο που νιώθω… Και δεν απάντησαν τίποτα.

Μια φορά με κατέβασαν στο κελί από την ταράτσα της Ασφάλειας, μετά από φριχτά βασανιστήρια, με πόνους, πρησμένα πόδια και όλα αυτά. Πρέπει να ξέρεις ότι τα σκληρά βασανιστήρια γίνονταν στην ταράτσα με μια μοτοσυκλέτα σε λειτουργία, ώστε ο ήχος της μηχανής της να καλύπτει τους ήχους των βασανιστηρίων και τις κραυγές των κρατούμενων. Βέβαια, από τις γύρω πολυκατοικίες τα ακούγανε όλα αυτά, δεν ήταν δυνατόν να καλυφθούν τα πάντα. Ήξερα ότι μετά από βασανιστήρια δεν πρέπει να βγάλεις τα παπούτσια σου, γιατί ο πόνος θα ήταν αφόρητος. Θα έσκαγαν τα πόδια σου. Ξάπλωσα, λοιπόν, με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι εύκολο να μεγαλώσει το οίδημα, έβαλα τα πόδια λίγο ψηλά και κοιμήθηκα αμέσως. Ούτε πόνο καταλάβαινα ούτε τίποτα. Έπρεπε να κοιμηθώ, να πάρω δυνάμεις για το επόμενο στάδιο, το επόμενο ξύλο… Το ήξερα από τον πατέρα μου αυτό, από τις διηγήσεις του για τα βασανιστήρια επί Μεταξά: «Πρέπει να κοιμάσαι στο ενδιάμεσο για να πάρεις δυνάμεις» έλεγε.

Δεν ξέρω μετά από πόσες ώρες ανοίγει η πόρτα του κελιού, την οποία φυσικά εγώ δεν άκουσα. Και μπαίνει μέσα ο Καλύβας, ο οποίος αρχίζει να με κλοτσάει, ενώ εγώ ήμουν κοιμισμένη κάτω. Ξυπνάω, τον κοιτάζω, γυρίζει στον αστυφύλακα βάρδιας, ο οποίος επειδή με είχε δει για ώρες ακίνητη, είχε φοβηθεί μήπως είχα πάθει κάτι και τους ειδοποίησε να κατέβουν να ελέγξουν, και του λέει: «Κοιμάται, ρε το κτήνος. Κοίτα, ρε, και μάθε τι κτήνη είναι οι κομμουνιστές». Με πλάκωσε στις κλοτσιές και έφυγε.

Δύσκολα μιλάς για τα βασανιστήρια. Ούτε ρωτάγαμε τους συντρόφους. Ούτε καν χρόνια μετά. Ξέρω ότι στον Πειραιά, τότε που ήταν ο Κουβάς διοικητής της Ασφάλειας, τη Βαγγελιώ Τζιβάνη τη χτυπούσαν στο στήθος, αλλά, για να πω την αλήθεια, ποτέ δεν τη ρώτησα αν ήταν γυμνή ή αν ήταν ντυμένη όταν τη χτυπούσαν. Φυσικά, τα ρούχα δεν πρόσφεραν κάποια ιδιαίτερη προφύλαξη, αλλά ψυχολογικά είναι βαθύτατα διαφορετικό».

 

Το συναίσθημα

 

«Να σου πω την αλήθεια, αισθανόμουν ότι είχα και χρέος να μην τους φοβάμαι. Όταν το παρελθόν είναι τόσο κοντά σε αυτό που κάνεις, στο ότι δηλαδή αντιστέκεσαι σε μία αυταρχική μηχανή που έχει τεθεί σε λειτουργία πριν από χρόνια, πλησιάζεις τόσο με τους προηγούμενους που έχουν κάνει το ίδιο και έχουν δώσει τη ζωή τους, που δεν υπάρχει πεδίο για να υπάρξει φόβος.

Ναι, είχαμε και ενθουσιασμό και αγωνιστική διάθεση τότε… Η έκφραση που συνοδεύει πάντοτε μέσα σε ιδιαίτερες συνθήκες καταστολής που θα μπορούσαν να προκαλέσουν φόβο, αλλά δεν τον προκαλούν, είναι γιατί αυτές οι συνθήκες μορφοποιούν και υποστασιοποιούν αυτό που ο Χομπσμπάουμ χαρακτηρίζει ως «ισχυρή πεποίθηση». Αυτή την «ισχυρή πεποίθηση» τη φτιάξαμε κι εμείς -είχαμε αυτή την τύχη- μέσα σε άγριες συνθήκες καταστολής και καταφέραμε να μορφοποιήσουμε τον εσωτερικό, αγωνιστικό μας ενθουσιασμό».

 

Πρόσφατα άρθρα ( Θέματα )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet