Στον καπιταλισμό, ο οικονομικός ανταγωνισμός οδηγεί στον πόλεμο. Αυτό είναι το ιστορικό πόρισμα που άφησαν ως τελευταίο αποτύπωμα στον 20ό αιώνα δύο παγκόσμιοι πόλεμοι (ΠΠ) με βασικό, αλλά όχι αποκλειστικό, θέατρο ανθρωπιστικής καταστροφής τα ανταγωνιστικά εθνικά κράτη της γηραιάς ηπείρου. Κυρίαρχο, λοιπόν, πολιτικό κίνητρο δημιουργίας της σημερινής μισο-ενωμένης Ευρώπης ήταν η αποτροπή ενός νέου εθνικού ανταγωνισμού κι ενός τρίτου ΠΠ, με αντίστοιχο οικονομικό κίνητρο την επέκταση του κεφαλαίου πέραν των εθνικών συνόρων.

Από θέση αρχής, λοιπόν, η Αριστερά δεν θα μπορούσε να είναι αντίθετη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση ως μέσο αποτροπής του πολέμου. Τόσο γιατί ο διεθνισμός της δεν θα μπορούσε το ίδιο καλά να ευδοκιμήσει στη βάση παλινδρόμησης σε ανταγωνιστικές και εχθρικές εθνικές οικονομίες και κράτη, όσο και γιατί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού απαιτεί, εκτός από την κοινωνικοποίηση των βασικών τομέων παραγωγής, έναν δημοκρατικό κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας, σχεδιασμό που στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και του νέου ευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας δεν μπορεί να περιοριστεί στα εθνικά σύνορα μιας μικρής και πολλαπλά εξαρτημένης οικονομίας. Μάρτυρας της αποτυχίας μιας εθνικά απομονωμένης σοσιαλιστικής οικοδόμησης είναι το σοβιετικό εγχείρημα κι όχι μόνο.

 

Όταν η ελληνική Αριστερά υπό τον ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας το 2015 σερφάροντας πάνω στο κύμα της κινηματικής αμφισβήτησης, δεν είχε ως κυβερνητικό πρόγραμμα τον σοσιαλισμό αλλά την απαλλαγή της χώρας από τη σκληρή λιτότητα της υπερχρέωσης και των μνημονίων. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπερτίμησε τις δυνάμεις του παρασυρμένος από τη δυναμική του κινήματος και εγκλωβίστηκε προεκλογικά στον λαϊκισμό (θα σκίσουμε τα μνημόνια), ενώ υποτίμησε την αστική εξουσία, εθνική και διεθνή, την ίδια ώρα που ο ίδιος δεν είχε καμία οργανωμένη διεθνή στήριξη. Όταν λοιπόν διαπίστωσε την αποτυχία των διαπραγματεύσεων, τρεις επιλογές είχε: (α) να προχωρήσει σε μετωπική σύγκρουση με την τρόικα ακυρώνοντας μεγάλο μέρος του χρέους και οδηγώντας τη χώρα εκτός ευρώ και ΕΕ, (β) να παραιτηθεί από την κυβέρνηση με την περηφάνια ότι το πάλεψε και την επιβεβαίωση του «όχι» από το δημοψήφισμα, ανοίγοντας όμως τον δρόμο μιας θριαμβικής επιστροφής της Δεξιάς, ή (γ) να συμβιβαστεί με τους όρους της τρόικας και να εφαρμόσει ένα τελευταίο μνημόνιο προσπαθώντας να προστατέψει τους πιο αδυνάτους και να διατηρήσει την κοινωνική συνοχή.

Όσοι/-ες το 2015 έφυγαν από τον ΣΥΡΙΖΑ (το 40% περίπου) πίστευαν είτε στο Grexit και την επιστροφή στη δραχμή είτε σε μια αξιοπρεπή παραίτηση της κυβέρνησης που θα διαφύλασσε την αξιοπιστία της Αριστεράς. Θεώρησαν, δε, προδοσία την υλοποίηση μνημονίου από αριστερή κυβέρνηση, εξ ου και η απροθυμία τους να δεχτούν και να συζητήσουν σήμερα με τη Νέα Αριστερά. Ο ΣΥΡΙΖΑ τελικά επέλεξε να συμβιβαστεί και να παλέψει για μια καλύτερη διαχείριση όπως το επιθυμούσε και η μεγάλη μερίδα του κόσμου σύμφωνα με τα αποτελέσματα των εκλογών τόσο του Σεπτεμβρίου 2015, όσο και του 2019.

 

Εκείνα που δεν αποτέλεσαν επιλογή

 

Ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς με βεβαιότητα ποια επιλογή ήταν η ορθότερη καθώς όλες είχαν σοβαρά μειονεκτήματα. Χειρότερη όλων φαντάζει η επιλογή του Grexit για δύο βασικά λόγους: Πρώτο, θα είχε ως αντίτιμο μια πρωτοφανή κρίση, όχι απλά νομισματική-πληθωριστική λόγω της μεγάλης υποτίμησης της δραχμής, αλλά θα οδηγούσε αναπότρεπτα σε μια κρίση οικονομικής ασφυξίας για λόγους τόσο οικονομικούς (βλ. φυγή επενδυτών και απόσυρση πιστωτών με κατάρρευση ελληνικών τραπεζών) όσο κυρίως πολιτικούς (η Ελλάδα θα γινόταν το μαύρο πρόβατο και παράδειγμα προς αποφυγή ώστε να μη τολμήσει καμία άλλη υπερχρεωμένη χώρα-μέλος της ΕΕ να τηρήσει ανάλογη στάση μελλοντικά), εξέλιξη που θα προκαλούσε τεράστια εγχώρια κρίση με πρώτο θύμα τους εργαζόμενους και φυσικά ανεπανόρθωτο πλήγμα στην Αριστερά. Δεύτερο, θα προκαλούσε τη διάλυση της Ευρώπης μέσω μιας κρίσης αφερεγγυότητας προς όλες τις άλλες υπερχρεωμένες χώρες του Νότου αλλά και του βορειοευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος, δεδομένου ότι την περίοδο εκείνη η ΕΕ δεν διέθετε μηχανισμούς άμυνας και διάσωσης μιας και είχε κτιστεί στη λογική της αέναης ανάπτυξης χωρίς να προβλέπει κρίσεις. Εξέλιξη που θα μας επέστρεφε στην διαιρεμένη Ευρώπη του μεσοπολέμου, δηλαδή σε μια ανεπιθύμητη για την κοινωνία και την Αριστερά κατάσταση.

Από την άλλη, η λύση της παραίτησης από την κυβέρνηση θα ήταν επίσης ηθικά και πολιτικά καταστροφική για την Αριστερά για τον απλό λόγο ότι θα δήλωνε ανικανότητα και ανευθυνότητα απέναντι σε όλους εκείνους που είχαν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ και τον ξαναψήφισαν τον Σεπτέμβριο παρά το φιάσκο του δημοψηφίσματος. Ποιο ηθικό πλεονέκτημα θα διατηρούσε ο ΣΥΡΙΖΑ, που θα εγκατέλειπε τη μάχη από το κυβερνητικό πόστο και για να ασκήσει τι είδους αντιπολίτευση; Με τι μούτρα θα κατέβαινε στις εκλογές μετά την παραίτησή του για να πει και να προτείνει τι ακριβώς; Ήταν καθόλα ανέτοιμος οργανωτικά και πολιτικά για κάτι πιο ριζοσπαστικό και δεν θα είχε να προτείνει κάποιο εναλλακτικό και εφαρμόσιμο πρόγραμμα. Θα έδινε, δε, όλο το περιθώριο στην αστική τάξη να τον δυσφημήσει ως λαϊκιστικό και ανεύθυνο να διευθύνει τις τύχες της χώρας κόμμα.

 

Εκείνα που χρειάζονται αυτοκριτική

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε τελικά την τρίτη, και μάλλον πιο συνετή, λύση της συνθηκολόγησης, αν κρίνουμε από το ισοζύγιο των διαχειριστικών επιτυχιών και αποτυχιών, το οποίο μολονότι ελλειμματικό επέτρεψε τη διατήρηση του μεγάλου μέρους των δυνάμεών του στις εκλογές του 2019. Γιατί πέρα από την επιτυχή έξοδο από τα μνημόνια, τη διαχείριση της ανθρωπιστικής κρίσης, τη διευθέτηση του δημοσίου χρέους και τη μεγάλη μείωση της ανεργίας, ο ΣΥΡΙΖΑ χρεώθηκε με σημαντικά λάθη επιλογών πολιτικής και ολιγωρίες διαχείρισης του 3ου μνημονίου όπως ήταν π.χ. η φορολογική πολιτική, η οποία επιβάρυνε τις μεσαίες και κατώτερες κοινωνικές τάξεις, η τρίτη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών που συνοδεύτηκε με μείωση της συμμετοχής του δημοσίου, περιορισμό των κριτηρίων προστασίας της πρώτης κατοικίας και αύξηση των πλειστηριασμών, η αποτυχία δημιουργίας παράλληλου πιστωτικού συστήματος, οι αποκρατικοποιήσεις με ταυτόχρονη απώλεια ελέγχου του ΤΧΣ, η αδυναμία ουσιαστικής προώθησης της Κοινωνικά Αλληλέγγυας Οικονομίας (ΚΑΛΟ) κ.ά.

Το ηθικό πλεονέκτημα ο ΣΥΡΙΖΑ το έχασε (α) όταν μετά την έξοδο από το μνημόνιο το φθινόπωρο του 2018 δεν άσκησε μια ξεκάθαρα φιλολαϊκή πολιτική αξιοποιώντας μέρος των πλεονασμάτων και (β) μετά την ήττα του 2019, που δεν έκανε μια σοβαρή συζήτηση για το τι έπραξε σωστά και τι όχι, προκειμένου να σχεδιάσει μια νέα ριζοσπαστική πολιτική που να του επιτρέπει να διεκδικεί για την Αριστερά κυβέρνηση αλλά με πολύ πιο στέρεες προϋποθέσεις. Η επιλογή της παραίτησης το 2015 ήταν μια μεσοβέζικη και αποπροσανατολιστική επιλογή ανάμεσα στα δύο άκρα, τη συμβιβαστική διαχείριση (εφόσον την ενέκρινε ο λαός, που την ενέκρινε) και τη μετωπική σύγκρουση με παρεπόμενα το Grexit και το συνακόλουθο χάος του οικονομικού αποκλεισμού, χωρίς να υπάρχει η οργανωτική και πολιτική προετοιμασία και δυνατότητα για μια ριζοσπαστική σοσιαλιστική μετάβαση.

Τέλος πάντων, αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό από όλες τις πλευρές είναι πως υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις για τη στάση που έπρεπε και μπορούσε να τηρηθεί το 2015. Και πως μολονότι δεν είναι ανάγκη να πείσει ο ένας τον άλλο σώνει και καλά, οφείλουν τώρα και οι δύο πλευρές να δουν πώς μπορούν να προχωρήσουν από κοινού μπροστά με το ενιαίο μέτωπο των εργαζομένων και με μια μίνιμουμ προγραμματική συμφωνία κοινωνικών ρήξεων και μετασχηματισμών. Μια συμφωνία η οποία οφείλει να κινείται πάλι σε ευρωπαϊκή κατεύθυνση, σήμερα περισσότερο από ποτέ. Γιατί ο κίνδυνος είναι διττός: είτε η Ευρώπη να πισωγυρίσει στην εθνική αναδίπλωση και τις κρατικές συγκρούσεις είτε να διολισθήσει σε μια ηπειρωτική πολεμική οικονομία διεκδικώντας μερίδιο στον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό ΗΠΑ-Ρωσίας/Κίνας με κίνδυνο τον πυρηνικό όλεθρο.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet