Όταν ένας ηγέτης όπως ο Μακρόν, επικεφαλής της μόνης πυρηνικής δύναμης στην ΕΕ, επικαλείται την ανάγκη να ξεκινήσει «μια συζήτηση που θα περιλαμβάνει τα πυρηνικά όπλα για όσους τα διαθέτουν ή φιλοξενούν αμερικανικά πυρηνικά όπλα στο έδαφός τους» και δηλώνει ανοιχτός στην αξιοποίηση, απέναντι στη Ρωσία, των 300 πυρηνικών κεφαλών που διαθέτει η χώρα του, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα για ποιο μέλλον επιφυλάσσει στον εαυτό της μια Ευρώπη που έχει προ πολλού αποχαιρετίσει το όραμα μιας «Ένωσης από το Γιβραλτάρ ως τα Ουράλια».

Η δήλωση του προέδρου Μακρόν στον γαλλικό Τύπο το περασμένο Σάββατο δεν έγινε προς απάντηση της δήλωσης του ρώσου υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ ότι «οι Δυτικοί οδεύουν επικίνδυνα προς το χείλος μιας απευθείας στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ πυρηνικών δυνάμεων…». Έχει παρελθόν.

Tις προθέσεις του αναφορικά με «τον ρόλο της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής στη συλλογική ασφάλεια» της Ευρώπης, ο Μακρόν γνωστοποίησε πρώτη φορά το 2020, σε μια προσπάθεια, όπως ειπώθηκε, να ανοίξει ένας «στρατηγικός διάλογος» με τη Γερμανία, η οποία έχει στο έδαφός της αμερικανικά πυρηνικά όπλα. Επανήλθε το 2022, μετά την πολύωρη συνομιλία που είχε με τον πρόεδρο Πούτιν στη Μόσχα τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους.

Η συνάντηση εκείνη στη Μόσχα ίσως είναι το σημείο τροπής, το «συμβάν» μετά το οποίο ο ίδιος άνθρωπος που το 2019 είχε χαρακτηρίσει το ΝΑΤΟ «εγκεφαλικά νεκρό», που δήλωνε ότι δεν θα ήθελε τη Ρωσία ταπεινωμένη, που συνομιλούσε τακτικά από τηλεφώνου με τον Πούτιν, θεωρεί τη Ρωσία απειλή για την Ευρώπη. Απειλή την οποία επικαλέστηκε τον Μάρτιο, για να δηλώσει ανοιχτός στην αποστολή στρατευμάτων στην Ουκρανία εναντίον της Ρωσίας.

Στην προσπάθειά του να εξοικειώσει τους Ευρωπαίους με την ιδέα του πολέμου στα ψυχροπολεμικά πρότυπα της περιόδου 1949-1991 για να «παγώσει», με εργαλείο τον φόβο, την κοινωνική δυσαρέσκεια, δεν είναι μόνος. Με την ιδέα ότι «ο πόλεμος δεν είναι πλέον ένα φανταστικό σενάριο», έχουν συνταχθεί, μεταξύ άλλων, ο πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ, ο βέλγος πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ, ο ύπατος διπλωματικός εκπρόσωπος της Ένωσης, Ζοζέπ Μπορέλ, ουσιαστικά γράφοντας τον πρόλογο της μετάλλαξης της οικονομίας της ΕΕ σε πολεμική οικονομία.

Τι υπαγόρευσε την αλλαγή πλεύσης του γάλλου προέδρου είναι ένα ερώτημα. Η απάντηση ότι η Ρωσία, αν επικρατήσει στην Ουκρανία, θα εισβάλει στην Ευρώπη αδικεί τον Μακρόν. Δεν είναι τόσο απληροφόρητος, ώστε να θεωρεί ότι Ρωσία έχει τη διάθεση ή τις δυνάμεις να επεκταθεί εδαφικά με βέβαιο αποτέλεσμα να καταστεί πιο ευάλωτη.

Πιο πειστική μοιάζει η απάντηση ότι ο Μακρόν βλέπει στο ουκρανικό την ευκαιρία η χώρα του να προβληθεί, με το πλεονέκτημα του πυρηνικού μονοπωλίου εντός της ΕΕ, ως η κατεξοχήν εγγυήτρια δύναμη της ευρωζωνικής ασφάλειας, ισοσταθμίζοντας έτσι, ή και υποσκελίζοντας, την πρωτοκαθεδρία της Γερμανίας ως πρότυπο ισχύος και καταφυγής –μετά και την οικονομική καθίζηση της τελευταίας, αποτέλεσμα της αποκοπής της από τη φτηνή ρωσική ενέργεια.

Αλλά αν όντως έτσι το βλέπει, του διαφεύγει μια θεμελιώδης παράμετρος. Η ΕΕ δεν μπόρεσε στην ιστορία της να αποτελέσει μια συμπαγή, στιβαρή διεθνή οντότητα, να συναρθρώσει μια πολιτική αυτονομημένη από τις ΗΠΑ. Της λείπουν γι’ αυτό δυο βασικές προϋποθέσεις: η πολιτική ένωση και η ενιαία εξωτερική πολιτική. Προϋποθέσεις που οι ΗΠΑ κάλυψαν για τον εαυτό τους καταβάλλοντας το τίμημα ενός αιματηρού εμφυλίου (1861-1865). Προϋποθέσεις από τις οποίες η ΕΕ, επί τριάντα χρόνια, από τη σύστασή της το 1993, απομακρύνεται αντί να τις προσεγγίζει.

Μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, ανεξάρτητα από την έκβασή του, ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Ρωσία θα έχει ορθωθεί ένα νεο-ψυχροπολεμικό παραπέτασμα. Η ασφάλεια της Ευρώπης θα παραμείνει υπόθεση του ΝΑΤΟ. Αν υπάρχει ρόλος για έναν έκαστο των Ευρωπαίων, των Γάλλων συμπεριλαμβανομένων, δεν θα υπάρχουν περιθώρια αυτενέργειας. Η ΕΕ θα κινείται αυστηρά στο πλαίσιο της συμμαχίας, έχοντας επιπλέον επωμιστεί μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής επιβάρυνσης έναντι των Αμερικανών. Ο Τραμπ ήταν σαφής επ’ αυτού.

Η ΕΕ είχε την ευκαιρία, πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, να υπερασπιστεί σθεναρά μια διευθέτηση που, με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Κριμαίας, τη στρατιωτική ουδετερότητα και την αναγνώριση της αυτονομίας των ρωσόφωνων περιοχών Λουγκάνσκ και Ντονιέτσκ, θα εξασφάλιζε στην Ουκρανία τα κυριαρχικά δικαιώματα και την εδαφική ακεραιότητά της, και θα τη συνέδεε με την ευρωπαϊκή κοινότητα και τις εγγυήσεις ασφάλειας που αυτό συνεπάγεται. Δεν το έπραξε.

Απέτυχε πρωτίστως να ανταποκριθεί στην ανάγκη μιας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας και ειρήνης που δεν θα άφηνε εκτός τη Ρωσία. Δεν το έπραξε.

Με αποτέλεσμα να βρίσκεται προσδεδεμένη στις συγκρουσιακές επιλογές των ΗΠΑ, χωρίς διακριτή ταυτότητα σε ένα διεθνές περιβάλλον που εξελίσσεται δυναμικά κάθε μέρα που περνά.

Η ιδέα της ενωμένης Ευρώπης έφτασε στο σημείο μηδέν.

Ο κίνδυνος μιας ΕΕ σε κατάσταση διαρκούς πολέμου, με πρώτα θύματα τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα και τη δημοκρατία, επιβάλλει στις αφυπνισμένες συνειδήσεις, στα κοινωνικά κινήματα, στα προοδευτικά κόμματα, να εστιάσουν άμεσα στην υπεράσπιση της ειρήνης.

«Η ΕΕ είναι μια ένωση σε υπαρξιακή κρίση… Παθητικό παρακολούθημα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία, επενδύει σε σχέδια στρατιωτικοποίησης που οδηγούν νομοτελειακά στον όλεθρο... Ο πόλεμος δεν ήταν ποτέ, ούτε και σήμερα, η λύση. Δεν θα αποδεχθούμε να γίνει νόμος ο παραλογισμός. Δεν θα αφήσουμε το έγκλημα να συνεχιστεί. Καλούμε σε πανευρωπαϊκό κίνημα για την ειρήνη. Μας λένε ότι είμαστε αφελείς, τους απαντάμε ότι είναι εγκληματίες».1

 

Σημείωση:

1. Από την ομιλία του προέδρου της ΚΟ της Νέας Αριστεράς, Αλέξη Χαρίτση, στην παρουσίαση των 42 υποψήφιων ευρωβουλευτών του κόμματος στις 24 Απριλίου στο Πάρκο Ελευθερίας (πρώην ΕΑΤ-ΕΣΑ).

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet