Ηλίας Λ. Παπαμόσχος «Ανάληψη», εκδόσεις Πατάκης, 2023

 

Σε όλο το έργο του ο Ηλίας Παπαμόσχος (γ. 1967) διερευνά επίμονα τη γενεαλογία του πένθους, την καταγωγή της λύπης και όλες τις αποχρώσεις του μαύρου στο εσωτερικό της ανθρώπινης ύπαρξης. Με αξιόλογη θητεία στη μικρή φόρμα, τα έξι πρώτα βιβλία του ήταν συλλογές μικρών διηγημάτων, ολοένα και πιο μινιμαλιστικών, χαμηλής φωνής αλλά υψηλής έντασης, με βαρύ συγκινησιακό φορτίο. Η έμφαση στο είδος της συγκίνησης που με λεπτότητα, αναμονές και κορυφώσεις αποστρέφεται τον μελοδραματισμό, είναι ο σταθερός συναισθηματικός πυρήνας της γραφής του.

 

Με το τελευταίο του βιβλίο, την Ανάληψη, όπως και με το προηγούμενο, την Καταγωγή της λύπης, ο συγγραφέας, χωρίς να απομακρύνεται από τα θεματικά του μοτίβα, ξανοίγεται πειστικά στο μυθιστόρημα, αξιοποιώντας δομικά τη μικρή φόρμα. Η Ανάληψη είναι ένα ψηφιδωτό μυθιστόρημα εξήντα πέντε σύντομων κεφαλαίων που μιλά για την απώλεια και το πένθος. Αφετηρία είναι ένα πραγματικό ναυάγιο, όχι σε κάποιο τρικυμισμένο πέλαγος, αλλά στη λίμνη της Καστοριάς, λίγα μέτρα από την αποβάθρα, στις 13 Ιουνίου 1929, που είχε ως συνέπεια τον θάνατο επτά ανθρώπων, μεταξύ των οποίων τρία παιδιά και μία έγκυος. Η «Περιστέρω», το βενζινοκίνητο πλοιάριο του επιτυχημένου, αυτοδημιούργητου επιχειρηματία, αλλά χτυπημένου από τη μοίρα Ηλία Κακλαμάνου, που φέρει το όνομα της αδόκητα χαμένης, νέας και όμορφης συζύγου του, ετοιμάζεται για το παρθενικό ταξίδι, μεταφέροντας προσκυνητές στο Δισπηλιό. Εκεί κάθε χρόνο, ανήμερα της Αναλήψεως, η κοινότητα συρρέει για τη λειτουργία του ναού και το πανηγύρι. Η απόσταση όμως από τη χαρά στον πόνο είναι μικρή. Το τρίτο δρομολόγιο δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ. Μια μοιραία στραβοτιμονιά θα αναποδογυρίσει το υπερφορτωμένο καράβι βυθίζοντας την πόλη σε πάνδημο πένθος.

Ο γενέθλιος τόπος της Καστοριάς με τη γεωμορφολογία και την ανθρωπογεωγραφία του, αλλά και με την αχλή των μύθων και της ιστορίας αποτελεί τον αφηγηματικό καμβά σε όλο το έργο του Παπαμόσχου. Κι όμως, αυτό το ρίζωμα στην εντοπιότητα δεν έχει τίποτα το ειδυλλιακό ή νοσταλγικό, ούτε λόγος για (νεο)ηθογραφία. Είναι μάλλον το σκάλισμα ενός οικείου κόσμου που ο συγγραφέας θέλει να κατανοήσει βαθύτερα, αναζητώντας στη «λιμναία ερημιά» της Καστοριάς καταγωγικά στοιχεία της δικής του ταυτότητας.

 

Φαντάσματα της ιστορίας

 

Μια από τις μεγάλες αρετές του μυθιστορήματος αφορά τον χειρισμό του ιστορικού υλικού. Στην εποχή των μεταμυθοπλαστικών και υβριδικών αφηγήσεων η Ανάληψη δίνει μια διαφορετική, πολύ πειστική, λογοτεχνική απάντηση στα ερωτήματα γύρω από την πολυσυζητημένη σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας. Αν υποθέσουμε ότι για την πεζογραφία ιστορικής θεματικής η σχέση με την ιστορία είναι μια διελκυστίνδα, ο Παπαμόσχος δεν υποκύπτει στη σαγήνη της αυτοτέλειας των τεκμηρίων (φωτογραφίες, γράμματα, ρεπορτάζ εφημερίδων, αρχειακό υλικό, μαρτυρίες), αλλά τιθασεύει περίτεχνα και αφομοιώνει το υλικό σε μια πηγαία, καθαρόαιμη μυθοπλαστική αφήγηση. Δείχνει έτσι έναν άλλο δρόμο για το πώς ένας συγγραφέας μπορεί βουτώντας στην ιστορία να μην κάνει ιστορικό μυθιστόρημα. Η ιστορική διάσταση δεν περιορίζεται στις πληροφορίες που ανέσυρε με έρευνα και αυτοψία, αλλά προεκτείνεται μυθοπλαστικά στους ήρωες, κάποιοι από τους οποίους είναι φορείς ιστορικότητας. Οι μετανάστες στην Αμερική, για παράδειγμα, Θανασάκης Βέλιος και Φιλώτας, που χάνουν στο ναυάγιο παιδιά, γυναίκα και αδερφό ή ο φουστανελοφόρος μακεδονομάχος αδελφός του πλοιοκτήτη και βέβαια η ορφανή Αγνή, που σώθηκε στις φλόγες της Σμύρνης το ’22 για να πνιγεί στο ναυάγιο επτά χρόνια μετά, πριν τον επικείμενο γάμο της, είναι πρόσωπα που δίνουν βάθος στην ιστορική προοπτική.

Το μυθιστόρημα μιλά για συλλογικά απωθημένα, βαθιά τραύματα και καταχωνιασμένες μνήμες. Για την Ιστορία ως στοιχειό και για φαντάσματα που κρύβονται στα κατ’ επίφαση ήρεμα νερά της λίμνης. Με προφανείς θρησκευτικούς συμβολισμούς που ενισχύονται από διάφορες κειμενικές αναφορές (κομβικός στην αφήγηση ο χώρος των εκκλησιών του Αγίου Θεολόγου και των Αγίων Αναργύρων, αλλά και διάσπαρτα τα βιβλικά χωρία) ο Παπαμόσχος ανασταίνει λογοτεχνικά και με καλοδουλεμένη γλώσσα τους αδικοχαμένους, με εκείνη την παρηγορητική αγάπη που βάζει στα λόγια του παπα-Σγούρη: μια αγάπη που είναι «σαν ήλιος, σαν στον κάτω κόσμο καμπάνα της ανάστασης».

 

Ανυποψίαστοι μπροστά στο κακό

 

Ο συγγραφέας δικαιώνεται για την επιλογή να προδώσει, ήδη από το οπισθόφυλλο, το συμβάν του ναυαγίου για το οποίο εξαρχής προετοιμάζεται ο αναγνώστης, αφού αυτό που κυρίως ενδιαφέρει δεν είναι το τέλος αλλά τα εσωτερικά νήματα της πλοκής. Τοποθετώντας το ναυάγιο στη μέση του βιβλίου και μάλιστα προσπερνώντας το μάλλον γοργά και αντιπεριγραφικά, κατευθύνει τον αναγνώστη στις αντιδράσεις των ηρώων. Στο πρώτο μέρος, πριν το ναυάγιο, περιγράφει τη ζωή της πόλης που ετοιμάζεται για μια γιορτή που θα καταλήξει σε τραγωδία. Άνθρωποι με επιθυμίες, προσμονές, σχέδια και αίσθηση αιωνιότητας βαδίζουν τυφλοί, ανέτοιμοι και ανυποψίαστοι προς τη συμφορά, αδυνατώντας να διαγνώσουν τα προμηνύματα του κακού και τις βούλες της μοίρας, απωθώντας τα εφιαλτικά όνειρα και τα δυσοίωνα σημάδια. Σε αυτή τη συσσώρευση επάλληλων κακών ονείρων βρίσκω μια υπερβολή, που φορτώνει ίσως και μεταφυσικοποιεί την αφήγηση με λαϊκές προλήψεις. Στο δεύτερο μέρος, μετά τη συμφορά, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στη διαχείριση του θυμού, της οργής και της απώλειας, στην αδύνατη παρηγοριά, την αυτομαστιγωτική ενοχή των επιζώντων, την ανάληψη ευθύνης, την απόγνωση και την αγιάτρευτη πληγή όσων έχασαν αγαπημένους. Άνθρωποι που παρανοούν, εκδικούνται, φεύγουν ή αναζητούν αποκούμπι στον θεό. Μόνη παρηγοριά είναι ότι οι επιζώντες δεν είναι μόνοι. Το πάνδημο πένθος καταπραΰνει αλλά δεν επουλώνει το ατομικό τραύμα.

Το πνεύμα της αρχαίας τραγωδίας που λειτουργεί καθαρτικά και μας εξημερώνει με τη σκληρότητα της μοίρας και το παράλογο της ζωής είναι κυρίαρχο. Οι άνθρωποι είναι πάντα ανέτοιμοι απέναντι στο κακό, αν και ξέρουν ότι η μόνη βέβαιη μοίρα τους είναι ο θάνατος. Συνήθως ενεργούν όπως ο πλοιοκτήτης, που θέλει να παίξει στο γραμμόφωνο η εισαγωγή του Κουρέα της Σεβίλλης, παρασυρμένος από τον εύθυμο και πανηγυρικό τόνο της, αγνοώντας το φινάλε της πρώτης πράξης, όπου ο Ροσίνι «με ιδιοφυή ενορχήστρωση και ιλιγγιώδη ταχύτητα σατιρίζει την ανθρώπινη σύγχυση, το παράλογο της ύπαρξης, απηχώντας κάποιες αρχαίες τραγωδίες, όταν ο άνθρωπος γίνεται έρμαιο στις διαθέσεις των θεών».

Ο Παπαμόσχος είναι ένας σκαπανέας επώδυνων αισθημάτων από τον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας. Με το συνολικό του έργο συνθέτει μια εν προόδω συναισθηματική βιογραφία της γενέθλιας πόλης. Μιας πόλης που μετασχηματίζεται αστικά, αλλά που η καθέλκυση και βύθιση του βενζινόπλοιου συμβολοποιεί έναν παλίνδρομο κοινωνικό εκσυγχρονισμό, με τις τεχνολογικές επιτεύξεις να συμβαδίζουν με τις καταστροφές, την ώρα που νομίζουμε ότι συντελούνται άλματα προόδου. Οι αντιστοιχίες με τις πρόσφατες τραγωδίες των Τεμπών και της Πύλου αναπόφευκτα στριφογυρίζουν στο μυαλό του αναγνώστη. Αν και δεν θα βρούμε απαντήσεις σε ερωτήματα για την ευθύνη, τη δικαιοσύνη, τον ρόλο του κράτους και την αποκατάσταση των συγγενών των θυμάτων, ο στοχασμός για το δημόσιο πένθος μας φέρνει αντιμέτωπους με τη διαχείριση του ανυπέρβλητου κακού που μπορεί να συμβεί στον καθένα και εξακολουθεί να αφορά τις απροστάτευτες κοινωνίες της υψηλής τεχνολογίας, όπου η υλική ευδαιμονία συμβιώνει σχιζοφρενικά με την ανασφάλεια.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet