Το βιβλίο έχει ομολογουμένως μια πρωτοτυπία: προσπαθεί να αφηγηθεί εκ νέου την ιστορία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος κυρίως (σχεδόν αποκλειστικά, ίσως) μέσα από το πρίσμα της όποιας σχέσης του με την «εθνική ταυτότητα», τον «εθνικό κορμό», την «εθνική ιδεολογία» και τα συμβολικά της όρια. Γιατί έκανες αυτή την επιλογή;

Γιατί ήθελα να δείξω τα όρια της «εθνικής ιστορίας». Συνηθίζουμε να σκεφτόμαστε το παρελθόν μέσα από την κυριαρχία του έθνους-κράτους. Αυτό δεν μας επιτρέπει να δούμε τη δύναμη και τη σημασία των μεταβολών και της κίνησης: της κίνησης των ανθρώπων, της αλλαγής των συνόρων, των όσων συμβαίνουν πέραν και στα όρια της εθνικής επικράτειας. Στην περίπτωση του κομμουνισμού, το πρώτο που σκεφτόμαστε είναι η τοπογραφία της Εθνικής Αντίστασης, για παράδειγμα. Αλλά είναι μόνο αυτή; Το βιβλίο μου επιμένει σε άλλες γεωγραφίες και στη σχέση των κομμουνιστών με την έννοια του ορίου και του συνόρου για να υπογραμμίσει τη διεθνικότητα του ίδιου του κομμουνιστικού φαινομένου. Έτσι, εξετάζω τη δυναμική του εβραϊκού σοσιαλισμού της Θεσσαλονίκης, τον ρόλο των προσφύγων στη διαμόρφωση του ελληνικού κομμουνισμού, τη γένεση του «επαγγελματία επαναστάτη» στη Μόσχα, το κίνημα της Μέσης Ανατολής ως το σημείο που συμπυκνώνει τα όρια μεταξύ κοινωνικής και εθνικής επανάστασης, την εμπειρία της πολιτικής προσφυγιάς μετά τον Εμφύλιο και, τέλος, τη θραύση του ενικού Κομμουνιστικού Κόμματος στα χρόνια της δικτατορίας στη δυτική Ευρώπη.

 

Βλέπουμε στο βιβλίο ότι για μεγάλο διάστημα από την εμφάνισή του (από την εποχή της Φεντερασιόν ακόμα) το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα συγκροτείται κυρίως σε διεθνική βάση, με μια ματιά κριτική σε λογικές περιχαράκωσης στο «εθνικό» επίπεδο ανάλυσης και πολιτικής (ακόμα και σε κρίσιμες στιγμές, π.χ. σε «εθνικούς» πολέμους). Στην πορεία όμως κυριάρχησε η λογική της «εθνικοποίησης» του κομμουνιστικού κινήματος και της επανοικειοποίησης της έννοιας του έθνους από αυτό. Υπάρχουν κάποια σημεία καμπής σε αυτή την πορεία;

Η εθνικοποίηση τυπικά ξεκινά το 1935 με το 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Όταν η απάντηση στον φασισμό, οδηγεί τα κομμουνιστικά κόμματα σε μια νέα σχέση με την εθνική ιδεολογία και αυτό εκβάλλει στα κινήματα της αντίστασης στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και στην όλη δυναμική των αντιαποικιακών κινημάτων. Αλλά εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση. Η εθνικοποίηση μπορεί να συμβαδίζει με τη διεθνικότητα. Έτσι για παράδειγμα οι στρατιώτες στη Μέση Ανατολή στα χρόνια του πολέμου βρίσκονται πέραν των εθνικών συνόρων και συνομιλούν με τις αντιαποικιακές δυναμικές της περιοχής, ενώ την ίδια στιγμή το κίνημά τους -η επανάσταση του 1944- εκφράζεται με «εθνικούς» όρους ως μια αμφισβήτηση του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Το ίδιο ισχύει για το αντιδικτατορικό κίνημα στη Δύση. Ένα κατεξοχήν διεθνικό φαινόμενο, που όμως μιλά τη γλώσσα της εθνικής ανεξαρτησίας.

 

Η εσωτερική δημοκρατία στο κομμουνιστικό κίνημα δεν έχει υπάρξει πάντα ιδανική, ωστόσο η ιδεολογική «εθνική αναδίπλωση» του ΚΚΕ, μετά τον εμφύλιο, πηγαίνει παράλληλα με την ουσιαστική κατάργησή της, φτάνοντας στην πραγματική ποινικοποίηση της διαφωνίας. Σύμπτωση; Ή υπάρχει κάποια αιτιακή σχέση;

Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου εξετάζω τις διεθνείς κομμουνιστικές σχολές που λειτουργούσαν στη Μόσχα στον μεσοπόλεμο και την εμπειρία των νέων κομμουνιστών και κομμουνιστριών που έφταναν εκεί. Υποστηρίζω ότι η διαμόρφωση του «επαγγελματία επαναστάτη» συμβάδιζε με μια νέα αντίληψη για την πειθαρχία που εκπορευόταν από τις προτεραιότητες του σταλινισμού και εκφράστηκε και με την υιοθέτηση συγκεκριμένων πρακτικών, όπως η συγγραφή του «βιογραφικού». Η αλήθεια είναι ότι οι πρακτικές αυτές γενικεύτηκαν μέσα από την εμπειρία του εκπατρισμού των κομμουνιστών μετά τον Εμφύλιο στην πολιτική προσφυγιά: εκεί το ΚΚΕ γίνεται, οργανικά, ένα κόμμα της «Ανατολής». Αυτή η πορεία, προφανώς διαπλέκεται με μια εσωτερική αντινομία που σχετίζεται με τη δύσκολη άσκηση της εξισορρόπησης του εθνικού με το ταξικό. Και από αυτήν προκύπτουν διάφορες εκδοχές διαφωνίας, που με τη σειρά τους καταστέλλονται και δαιμονοποιούνται.

 

Υπάρχει ένα κλισέ που επαναλαμβάνεται σε πολιτικό επίπεδο, ότι «άλλο πατριωτισμός, άλλο εθνικισμός». Από την ιδεολογική σκοπιά της χειραφέτησης των ανθρώπων, είναι σαφή τα όρια μεταξύ τους; Βοηθάει η ιστορία για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα;

Νομίζω ότι είναι μια προσπάθεια να αποφύγουμε το προφανές: ότι ο πατριωτισμός συνορεύει, είναι μια εκδοχή, του εθνικισμού. Η ιστορία μάς βοηθά να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχουν έννοιες σε κουτάκια με αυστηρούς διαχωρισμούς μεταξύ τους. Ο πατριωτισμός του χτες, μπορεί να είναι ο εθνικισμός του σήμερα.

 

Σε όλα τα κεφάλαια του βιβλίου πρωταγωνιστούν νέοι από 20 ως 30 χρονών. Ποιος ο ρόλος των γενεών στην εξέλιξη του ελληνικού κομμουνισμού;

Καθοριστικός. Το κομμουνιστικό κίνημα εξελίχθηκε μέσα από διαδοχικές γενιές που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο διαπράττουν πατροκτονίες στο εσωτερικό του κινήματος. Αυτό που με απασχόλησε ήταν το πώς το κομμουνιστικό όραμα προσέφερε νόημα σε νέους ανθρώπους που συχνά δεν είχαν κανένα σταθερό σημείο αναφοράς. Και το πώς, όπως στην περίπτωση των προσφύγων της δεκαετίας του 1920, αυτοί οι μέχρι χτες ανώνυμοι άνθρωποι, σύντομα πρωταγωνιστούν στην πολιτική ζωή της χώρας. Έτσι, για παράδειγμα, ο Μήτσος Παρτσαλίδης, ένας εικοσάρης πρόσφυγας από τη Ρωσία, μέσα σε δέκα χρόνια από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα αναδεικνύεται δήμαρχος, κόκκινος δήμαρχος, στην Καβάλα. Αυτό που με ενδιέφερε είναι να εξετάσω αυτήν την πορεία όχι γραμμικά ή μέσα από το σχήμα όπου η εκμετάλλευση οδηγεί νομοτελειακά στη ριζοσπαστικοποίηση, αλλά μέσα από τις ίδιες τις εμπειρίες και τη σημασία της προσφυγικότητας. Πώς αυτός που έρχεται έξω από την εθνική επικράτεια με την κίνησή του, μεταβάλλει τις κοινωνικές και πολιτικές πραγματικότητες εντός της.

 

Εβραίοι και πρόσφυγες υπεραντιπροσωπεύονται στις πρώτες φάσεις της ιστορίας του ελληνικού κομμουνισμού. Τι μας λέει αυτό για τα κίνητρα των ανθρώπων που εντάχθηκαν στο κομμουνιστικό κίνημα, καθώς και για την ίδια την κομμουνιστική ταυτότητα και ιδεολογία;

Συχνά ξεχνάμε ότι η γενεαλογία του σοσιαλιστικού κινήματος στηρίζεται σε πλάνητες, πρόσφυγες και πληθυσμούς -όπως οι εβραϊκοί- που βρίσκονται στο όριο μεταξύ εθνών και κρατών. Συζητάμε συχνά τον Μαρξ, αλλά σπάνια το γεγονός ότι ήταν και αυτός ένας πολιτικός πρόσφυγας! Ή ότι το κόμμα των Μπολσεβίκων είναι ένα κόμμα εκπατρισμένων επαναστατών! Συνολικά, νομίζω πρέπει να δούμε το πώς αυτοί που βρίσκονται στο κυριολεκτικό ή συμβολικό περιθώριο συνδέονται με τα επαναστατικά κινήματα γιατί νιώθουν ότι αυτά προσφέρουν μια απάντηση στον διαρκή μετεωρισμό τους. Αλλά και να δούμε και το αντίστροφο: το πώς δηλαδή το σοσιαλιστικό, το αναρχικό, το κομμουνιστικό κίνημα ήταν χώροι που διαμορφώθηκαν μέσα από τις εμπειρίες τους.

 

Ας μιλήσουμε για τις αντινομίες του ελληνικού κομμουνισμού. Άνοιγε τα μάτια των απλών ανθρώπων ως προς το διεθνές παιχνίδι και τα έκλεινε ως προς το εθνικό τη δεκαετία του ’30, ενώ έκανε το ακριβώς αντίστροφο τη δεκαετία του ’40. Στο Μεσοπόλεμο, βοηθούσε στην κοινωνική ολοκλήρωση με την ενσωμάτωση των λαϊκών αιτημάτων, την ίδια ώρα που αμφισβητούσε την εθνική ολοκλήρωση. Παραγόταν στην Ελλάδα αλλά μιλούσε για την υπερεθνική σύγκρουση μεταξύ καπιταλιστών και εργατών ή παραγόταν εκτός Ελλάδος αλλά μιλούσε για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα. Αυτές οι αντινομίες ήταν η δύναμη ή η αδυναμία του ελληνικού κομμουνισμού;

Δεν ξέρω. Μάλλον και τα δύο ισχύουν. Ο Άγγελος Ελεφάντης, για παράδειγμα, θεωρούσε ότι η ισχυρή παρουσία των προσφύγων στο κομμουνιστικό κίνημα το απομάκρυνε από την «ελληνική» εργατική τάξη μέχρι να επουλωθεί αυτό στα χρόνια της Αντίστασης. Εγώ υποστηρίζω το αντίθετο: ότι η «ελληνική» εργατική τάξη αναδιαμορφώθηκε από την έλευση των προσφύγων και άρα θα πρέπει να εξετάσουμε την αναδιαμόρφωσή της με όρους δυναμικούς και όχι αντιπαραθετικούς. Σίγουρα όμως υπάρχει εδώ μια αντινομία. Ανάμεσα στη διαρκή προσπάθεια του κομμουνισμού για «ρίζωμα» σε συγκεκριμένους τόπους και στην πραγματικότητα της απήχησής τους σε αυτούς που είναι -για να το πω σχηματικά- «ξεριζωμένοι». Το ίδιο ισχύει για τη σχέση του με το εθνικό ζήτημα. Υπάρχουν στιγμές που αυτό φαίνεται να λειτουργεί ιδανικά. Αλλά σύντομα φτάνει σε ένα όριο. Για ποιο πράγμα τελικά παλεύουν οι κομμουνιστές; Το θεωρητικό ερώτημα γίνεται πεισματάρικο, στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο: συμμαχική και εθνική ενότητα ή επανάσταση;

 

Πού συνέκλινε και πού απέκλινε από το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα το αντίστοιχο ελληνικό;

Καλή ερώτηση. Θεωρητικά τα κομμουνιστικά κόμματα έχουν -ας μην ξεχνάμε τους 21 όρους του Λένιν- κοινά χαρακτηριστικά. Αυτό που θέλω να δείξω είναι ότι η εφαρμογή της γραμμής αυτής και οι όποιες πρακτικές προκύπτουν από αυτή δεν έρχεται με έναν υπερβατικό τρόπο, αλλά για παράδειγμα μέσα από την εμπειρία της φοίτησης στα παγκόσμια κομμουνιστικά πανεπιστήμια της Μόσχας. Ή για να πάω πιο πίσω, ποιος είναι ο μηχανισμός της Σοσιαλιστικής Διεθνούς που συγκροτεί ένα κοινό φαντασιακό όπου εργάτες και εργάτριες ξέρουν ότι την 1η Μαΐου πρέπει να πορευτούν, να διασκεδάσουν, να ντυθούν τελικά με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Οι αποκλίσεις είναι αυτονόητες. Το πρώτο που μπορεί να σκεφτεί κανείς είναι ο ελληνικός εμφύλιος. Αλλά και πάλι, το ερώτημα που τον διατρέχει -δηλαδή ποιος είναι ο στρατηγικός στόχος του κομμουνιστικού κινήματος- δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Το ίδιο ισχύει και για τη διεθνικότητα. Αν και μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ο ελληνικός κομμουνισμός είναι ξεχωριστός, αν το σκεφτούμε αυτός είναι ο κανόνας. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα ήταν εγγενώς διεθνικά. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είχαν την ίδια ιστορική διαδρομή.

 

Η ιστορία του ελληνικού κομμουνισμού είναι η συνάντηση του εγχώριου σοσιαλισμού με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Θα ήταν όμως διεθνικός ο ελληνικός κομμουνισμός, αν δεν ήταν υπό συνεχή διωγμό;

Οι διώξεις σίγουρα παίζουν ρόλο στη διεθνικότητα. Ας σκεφτούμε ότι το ΚΚΕ είναι εκτός νόμου για τριάντα χρόνια και η περίοδος αυτή ταυτίζεται με τη λειτουργία και αναπαραγωγή του στην ανατολική και κεντρική Ευρώπη. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Θα πρέπει να σκεφτούμε ότι η ελληνική ιστορία είναι διεθνική γιατί συνδέεται, αφενός με πυκνές μεταβολές συνόρων, αφετέρου με αντίστοιχα πυκνές ιστορίες ανθρώπινης μετακίνησης - η διασπορά, η μετανάστευση, η περιπλάνηση είναι φαινόμενα που σφραγίζουν την ελληνική ιστορία. Το πρόβλημα είναι ότι συνήθως δεν τα σκεφτόμαστε ως τέτοια. Μόνο τα τελευταία χρόνια η ιστοριογραφία μας -στο παράδειγμα της Επανάστασης του 1821- αρχίζει να προσέχει συστηματικά αυτό που συμβαίνει μεταξύ και πέραν των κυριολεκτικών και συμβολικών ορίων του έθνους. Για το κομμουνιστικό κίνημα, μια τελευταία επισήμανση: η ίδια η αρχιτεκτονική του, ιδίως στα χρόνια της Διεθνούς, είναι διεθνική. Βασίζεται σε μια σύλληψη του κόσμου μέσα από το σχήμα του παγκόσμιου ταξικού πολέμου που διαπερνά το σύνολο της πλανητικής επικράτειας. Και άρα από αυτό προκύπτουν και ζωές ανθρώπων που κινούνται πέρα από τα όποια εθνικά σύνορα υπηρετώντας μια παγκόσμια, μια πλανητική, επαναστατική πρόταση.

 

Εστιάζεις στους ανθρώπους του κινήματος και τις εμπειρίες τους. Στις συνθήκες μέσα στις οποίες έδρασαν. Τι επιδιώκεις; Να δείξεις ότι δεν ήταν πιόνια; Ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί διαφορετικά; Σε κάτι άλλο;

Στο ότι η ανθρώπινη ιστορία είναι πάνω από όλα ιστορία των ανθρώπων. Στην Αριστερά υπάρχει μια παράδοση που συζητά το παρελθόν μέσα από τη λογική των Μεγάλων Δυνάμεων ή των αφηρημένων σχέσεων της καπιταλιστικής οικονομίας. Μου κάνει εντύπωση σε μαθήματα στο πανεπιστήμιο ότι συχνά αριστερά παιδιά έχουν ενσωματώσει έναν ιστορικό κυνισμό όπου τελικά όλα είναι προκαθορισμένα και το μόνο που έχει σημασία είναι, για παράδειγμα, τι συμφώνησε ο Στάλιν με τον Τσώρτσιλ. Αυτή είναι μια «αριστερή» εκδοχή της συντηρητικής αντίληψης της ιστοριογραφίας που εστιάζει, για παράδειγμα, στις αποφάσεις μεγάλων ανδρών ή σε κάποιες διπλωματικές συνθήκες. Οι άνθρωποι είναι οι πρωταγωνιστές της ιστορίας τους. Προφανώς όχι μόνοι τους. Σε διαλεκτική σχέση με άλλους ανθρώπους και αυτό που λέμε «συνθήκες». Αλλά οι συνθήκες δεν είναι αναλλοίωτες. Για αυτό ξεκινώ και με τη φράση του Μαρξ και του Ένγκελς από τη Γερμανική Ιδεολογία: να συλλάβουμε τον κομμουνισμό ως μια διαρκή κίνηση που καταργεί τις υπάρχουσες συνθήκες. Αυτήν την προτροπή την μεταφέρω στην ιστορία: να σκεφτούμε δηλαδή τον ελληνικό κομμουνισμό μέσα από το πρίσμα της αδιάκοπης κίνησης και αυτό με τη σειρά του απαιτεί να εστιάσουμε στους ανθρώπους του. Ποιος γράφει ιστορία; Τα κομματικά κείμενα από μόνα τους; Όχι. Οι άνθρωποι.

 

Έχεις μπει στον πειρασμό της αντιγεγονοτικής ανάλυσης; Στο τι θα μπορούσε να έχει γίνει τότε, αν δεν...;

Η αλήθεια είναι πώς όχι. Γιατί τι στιγμή που μπούμε σε αυτό το -προκλητικό σίγουρα- διανοητικό παιχνίδι, προβάλλουμε πάνω στο παρελθόν ήδη διαμορφωμένες νομοτέλειες. Να το πω με ένα παράδειγμα. Στην Αριστερά το πιο ισχυρό αντιγεγονοτικό ερώτημα είναι το γνωστό «τι θα είχε γίνει αν κερδίζαμε τη δεκαετία του 1940;». Η απάντηση είναι και πάλι ότι δεν μπορούμε να ξέρουμε. Δηλαδή κανείς δεν εγγυάται ότι το βήμα Α στην ιστορία θα οδηγήσει με σιγουριά στο Β και στο Γ. Αυτό που όμως μπορούμε να κάνουμε είναι να αναγνωρίσουμε την ενδεχομενικότητα της ιστορίας -όπως κάνουμε στις ίδιες τις ζωές μας και το μέλλον τους- στο παρελθόν. Να επιτρέψουμε δηλαδή σε εκείνους και εκείνες που υπήρξαν πριν από εμάς, το ίδιο προνόμιο που διαθέτουμε εμείς: ότι τελικά δεν ξέρουμε πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα και την ίδια στιγμή προσπαθούμε για το καλύτερο ή αυτό που κάθε στιγμή νομίζουμε ότι είναι το καλύτερο.

 

Κώστας Αθανασίου, Δημήτρης Παπανικολόπουλος Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet