Η αποφυλάκιση του Μιχαλολιάκου με απόφαση του δικαστικού συμβουλίου δεν προκάλεσε έντονη συζήτηση, αν εξαιρέσει κανείς τις δικαιολογημένες διαμαρτυρίες των θυμάτων της δολοφονικής δράσης της Χρυσής Αυγής, των συγγενών τους και των νομικών εκπροσώπων τους.

Η κυβέρνηση και ο καθ’ ύλην αρμόδιος υπουργός Δικαιοσύνης, γνωστός εκφραστής των απόψεων του ποινικού λαϊκισμού, δεν εκδήλωσαν δημόσια και επίσημα την απαρέσκειά τους για τη συγκεκριμένη δικαστική απόφαση. Παρότι πριν από λίγες εβδομάδες είχαν κάνει ακριβώς το αντίθετο με την πρωτόδικη απόφαση για το Μάτι, που προέβλεπε ήπια σχετικά, κατά την εκτίμησή τους, ποινική μεταχείριση για τους καταδικαζόμενους, αλλά και για τους αθωωθέντες.

 

Ένα όργανο πολιτικής επιλογής

 

Η κυβερνητική πλευρά προτίμησε αυτή τη φορά να επιστρέψει στην κλασική μη θέση πως είναι χρέος όλων μας να αφήνουμε τη δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της. Μόνο που με τον τρόπο αυτό επιβεβαίωνε πως ο ποινικός λαϊκισμός δεν είναι τυφλός, όπως φημολογείται για τη δικαιοσύνη. Βλέπει τουλάχιστον από το ένα μάτι. Και αν το επισημαίνουμε, δεν είναι για να προσμετρηθούμε στους οπαδούς της θεωρίας ότι οι βαριές ποινές και η απάνθρωπη μεταχείριση των κρατουμένων κατά τη διάρκεια της έκτισής τους αυξάνουν το αίσθημα της ασφάλειας στην κοινωνία, ή ενισχύουν την αποτελεσματικότητα του σωφρονιστικού συστήματος. Το κάνουμε για να τον υποδείξουμε σαν

όργανο πολιτικής επιλογής.

 

Η ανικανότητα ενός συστήματος να ικανοποιεί το περί δικαίου αίσθημα δεν είναι θέμα νομοθεσίας ή οργανωτικών αδυναμιών. Είναι ζήτημα δυσαρμονίας ανάμεσα στις ανάγκες μιας κοινωνίας για την ανέλιξη της συνοχής και της ανάπτυξής της και στις πολιτικές επιδιώξεις των δυνάμεων που θέλουν να την ελέγχουν. Έτσι εξηγούνται οι αντιφατικές κυβερνητικές τοποθετήσεις και η χρησιμοποίηση δύο μέτρων και σταθμών κατά την εφαρμογή των κείμενων διατάξεων.

Και αξίζει να σημειωθεί ότι οι δικηγόροι θυμάτων της Χρυσής Αυγής, στη δήλωσή τους για την αποφυλάκιση του αρχηγού της δεν δίνουν αποκλειστικά τον τόνο στην απουσία αυστηρότητας για τη μεταχείρισή του, αλλά τονίζουν και αυτή την πλευρά. Δηλαδή την αλά καρτ εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων ενός σωφρονιστικού νομικού πλαισίου, που και αναγκαίες και χρήσιμες είναι και δείγμα αναπτυγμένου νομικού πολιτισμού αποτελούν μακριά από κάθε είδους ποινικό λαϊκισμό.

 

Όταν λέμε ισόβια, δεν εννοούμε ισόβια

 

Σκοπός της έκτισης μιας στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν είναι η εξόντωση του καταδικασμένου, η εκδίκηση. Ούτε η δευτερογενής καταδίκη του σε μια έκτιση της ποινής χωρίς τη χρήση οποιασδήποτε ευεργετικής διάταξης προς όφελός του. Κριτήριο για το δίκαιο χαρακτήρα ενός νομικού και σωφρονιστικού συστήματος δεν είναι η βαρύτητα των ποινών και η σκληρότητα της μεταχείρισης του φυλακισμένου. Αντιστρέφοντας το σύνθημα των ποινικών λαϊκιστών, πρέπει να υπάρχει πρόνοια όταν λέμε ισόβια να μην εννοούμε ισόβια. Ένας επιπλέον λόγος γι’ αυτό είναι ότι ο αντίθετος κανόνας ποτέ δεν εφαρμόστηκε ούτε πρόκειται να εφαρμοστεί με αμεροληψία. Τα παραδείγματα βρίθουν.

Αρκεί να θυμίσουμε σε όσους πιθανόν το ξεχνούν ότι στις φυλακές ακόμα κρατούνται επί εικοσιπενταετία ογδοντάχρονοι χωρίς να έχουν πάρει άδειες που δικαιούνται από τοn νόμο, ή άνθρωποι με αναπηρία ύψιστου βαθμού, ανίκανοι όχι να τελέσουν εγκλήματα παρόμοια με αυτά για τα οποία έχουν καταδικαστεί, αλλά να το διανοηθούν καν. Και αξίζει να σημειώσουμε ότι ο κίνδυνος τέλεσης τέτοιων εγκλημάτων είναι ο μόνος λόγος που μπορεί να εμποδίσει μια αποφυλάκιση. Ποιος αδιανόητος ποινικός λαϊκισμός, λοιπόν, εμποδίζει την υφ’ όρον απόλυση ενός Γιωτόπουλου ή ενός Σάββα Ξηρού, για παράδειγμα; Αυτός που μόνο αμερόληπτος δεν μπορεί να είναι, εξ ορισμού.

 

Νέες προσχωρήσεις

 

Το παράδοξο είναι ότι, ενώ δίνεται μάχη από αριστερές και προοδευτικές θέσεις κατά του ποινικού λαϊκισμού, στοιχεία του υιοθετούνται σε πρόσφατη ανάρτηση του Στ. Κασσελάκη με αφορμή την αποφυλάκιση του Μιχαλολιάκου. Σε αντίθεση με την πιο προσεκτική ανακοίνωση του κόμματος, ο πρόεδρός του φαίνεται να προχωρεί στην υιοθέτηση ενός βασικού στοιχείου του σχετικού αφηγήματος, της θεωρίας της ατιμωρησίας. Και το κάνει, μάλιστα, με τη συμπερίληψη της απόφασης για το Μάτι στις χαρακτηριστικές υποθέσεις που υποτίθεται ότι την ενισχύουν, τονίζοντας ειδικότερα το γεγονός ότι τα σχετικά αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκαν όσοι είχαν προσαχθεί σε δίκη χαρακτηρίστηκαν πλημμελήματα και όχι κακουργήματα.

Ανατρέπει με αυτό τον τρόπο όχι μόνο τις πάγιες θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ και την πρακτική απόληξή τους, τη νομοθεσία που έφερε ως κυβερνητική πλειοψηφία, αλλά και τις πρόσφατες τοποθετήσεις του κόμματος με αφορμή την απόφαση για το Μάτι. Προφανώς, για να αποδείξει με μια ακόμα αρχηγική παρέμβαση ότι όλοι οι άλλοι μπορούν να παίζουν με τα κουβαδάκια τους και ο αρχηγός να χαράζει ανατρεπτικές τομές στην πολιτική του κόμματος.

 

 

ΥΓ. Προλαβαίνοντας πιθανές κακόβουλες ή άστοχες ερμηνείες και σχόλια, να θυμίσουμε στους παλιότερους και να κάνουμε γνωστό στους νεότερους ότι δεν διαδηλώναμε μόνο υπέρ της καταδίκης της Χρυσής Αυγής, αλλά από τις στήλες της «Ε» και με τις υπογραφές συντελεστών της, αρκετοί απ’ τους οποίους καταδικασμένοι από τα στρατοδικεία της χούντας, έχει υποστηριχτεί το αίτημα της αποφυλάκισης των ισοβιτών πραξικοπηματιών μετά από είκοσι και πλέον έτη εγκλεισμού. Στάση που με συνέπεια είχε υποστηρίξει από τους πρώτους και ο αείμνηστος Ανδρέας Λεντάκης. Γιατί αρχίζοντας τις εξαιρέσεις, συχνά καταργείς τον κανόνα.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet