Η σπουδαία προσωπικότητα της Γεωργίας Σάνδη έφερε τον επίκουρο καθηγητή ιστορίας στο ΑΠΘ, Σπύρο Μαρκέτο «αντιμέτωπο» με την πρόκληση να μεταφράσει τη δαιδαλώδη αυτοβιογραφία της  (εκδόσεις Μπαρμπουνάκη). Σύμφωνα με τον μεταφραστή, το έργο της αντισυμβατικής συγγραφέα συνεχίζει να είναι επίκαιρο μέχρι τις μέρες μας, λόγω «της ρεαλιστικής ανάλυσης της ανθρώπινης ψυχής, αλλά και της κοινωνίας, που αποτυπώνει η Σαντ στα μυθιστορήματα και στ’ απομνημονεύματά της». Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου στα ελληνικά, ο Σπύρος Μαρκέτος μιλά στην Εποχή για τη συναρπαστική ζωή της Σαντ.

 

Γεννημένη τον 19ο αιώνα, η αντισυμβατική Γεωργία Σάνδη αποτελεί μία από τις σημαντικότερες και επιδραστικότερες γυναίκες συγγραφείς. Τι σας ώθησε να μεταφράσετε την ιστορία της;

Η Ζωρζ Σαντ ήταν από τις αγαπημένες μου συγγραφείς, όπως και για πολύ κόσμο της δικής μου γενιάς. Την ήξερα κυρίως ως στενή φίλη του Λιστ και του Σοπέν, και ως εκπληκτική λογοτέχνη, που την θαύμαζαν όλοι οι μεγάλοι κλασικοί, από τον Ντοστογιέφσκι ως τον Φλωμπέρ, αργότερα έμαθα και τη συναρπαστική ζωή της και την πολιτική της στράτευση.

 

Ποια πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις καθόρισαν τον τρόπο σκέψης της;

Αμέτρητα ήταν αυτά, αλλά σε προσωπικό επίπεδο σίγουρα μέτρησε ότι ήταν κομμάτι μιας τυχερής γενιάς, σαν τη δική μου, που έκανε την επανάστασή της κι άλλαξε τον κόσμο, μολονότι αργότερα χρειάστηκε, με τεράστιο κόστος, να υποστεί την αντεπανάσταση. Επιπλέον ότι ανατράφηκε από δύο δυνατές γυναίκες που συγκρούονταν μεταξύ τους, και είχαν αντίθετες κοσμοθεωρήσεις. H γιαγιά της, έναν διαφωτιστικό ρουσοϊσμό (άλλωστε ο ίδιος ο Ζαν Ζακ Ρουσό ήταν γραμματέας της προγιαγιάς της και την είχε ερωτευτεί), ενώ η λαϊκή μητέρα της διαπνεόταν από συναισθήματα πιο πραγματιστικά και θεωρήσεις λιγότερο ψυχρές. Η Σαντ τις αγαπούσε και τις δυο, προσπάθησε να δει αποστασιοποιημένα τη σύγκρουσή τους, μάλιστα έβαζε τα δυνατά της να βλέπει τα πράγματα μέσα από τις οπτικές και των δυο, κι έτσι απέκτησε αντίληψη στερεοσκοπική.

 

Η συγγραφέας επέλεξε να γράψει την ιστορία της ζωής της, καθώς όσες βιογραφίες της κυκλοφορούσαν παρουσίαζαν ανακρίβειες, όπως ανέφερε και η ίδια. Κατέληξε σε συμπεράσματα από αυτή την προσωπική «μελέτη της φύσης» της;

Κι αυτό που λέτε συνέβη, βεβαίως. Η Σαντ αναρωτιόταν συστηματικά για τον εαυτό της, τι ήθελε και τι πίστευε, τις πολιτικές της επιλογές, κ.λπ. Από την άλλη μεριά, δεν είχε προβλήματα ταυτότητας. Ήξερε ότι ήταν μια γυναίκα αποφασισμένη να ζήσει ελεύθερη. Επίσης ήθελε ν’ αντικρούσει τις σκανδαλοθηρικές αφηγήσεις που, όπως αντιλαμβάνεστε, κυκλοφορούσαν για το διαζύγιο κι έπειτα τους εραστές της, για την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά της, κ.λπ. Ακόμη περισσότερο έτρεφε τη σκανδαλοθηρία η απόφασή της να μείνει μακριά από την κοσμική ζωή του Παρισιού και να μαζεύει στο σπίτι της, στην επαρχία, τους φίλους της.

 

Μιλώντας για ζητήματα ιστορίας, κατά τη γνώμη σας, πώς πρέπει να γράφεται η ιστορία αλλά και η βιογραφία μίας προσωπικότητας; Τι «κινδύνους» ενέχει για έναν ιστορικό;

Η βιογραφία σε μεγάλο βαθμό έχει παραμεληθεί τις τελευταίες δεκαετίες από την επαγγελματική ιστοριογραφία. Ίσως αυτό να συνδέεται με τη γενικότερη αντιανθρωπιστική τροπή της ζωής μας, με το ότι δεν θεωρείται εντελώς νόμιμο ή ενδιαφέρον αντικείμενο η ζωή ενός ανθρώπου, ακόμη και όταν γίνεται αφορμή να αναδειχθεί το περιβάλλον του, το οποίο πάντοτε μας επηρεάζει βεβαίως, αλλά δεν μας καθορίζει αναγκαστικά. Ίσως να μας τρομάζει κάπως η αναμέτρησή μας με τους ανθρώπους άλλων εποχών. Η Σαντ πίστευε ότι έχουμε πάντοτε τρόπο ν’ αντισταθούμε στον ζόφο που μας περιτριγυρίζει -μη νομίζετε ότι τότε ήταν μικρότερος, απλώς διαφορετικός ήταν- κι αυτό ακριβώς αποτύπωσε στο λογοτεχνικό της έργο και στην Ιστορία της ζωής μου. Το ίδιο πίστευε και η συνομήλικη και γνωστή της και συναγωνίστριά της, αλλά πολιτικά ακόμη πιο ριζοσπαστικοποιημένη, Φλώρα Τριστάν, η γιαγιά του Γκογκέν, που μόλις κυκλοφόρησαν στα ελληνικά δυο σημαντικά της έργα.

 

Κατά ποιο τρόπο η ιστορία της Γεωργίας Σάνδη συνεχίζει να συνδιαλέγεται με τη σημερινή εποχή;

Σήμερα, εποχή συγχυσμένων επιθυμιών και ταυτοτήτων, είναι ιδιαίτερα επίκαιρη η ρεαλιστική ανάλυση της ανθρώπινης ψυχής, αλλά και της κοινωνίας, που αποτυπώνει η Σαντ στα μυθιστορήματα και στ’ απομνημονεύματά της. Μας μιλά για πράγματα που αφορούν τη ζωή μας και τον κόσμο μας, όχι μονάχα με πολιτικούς όρους, αλλά και με προσωπικούς. Πολύ μπροστά από την εποχή της, πρωτοπόρα στους σοσιαλιστικούς αγώνες, στην πάλη για τα γυναικεία δικαιώματα, πρωτοστάτησε επίσης στις κινήσεις για την απλή ζωή και την απελευθέρωση των ανθρώπινων συναισθημάτων. Η προσωπική και φρέσκια ματιά της σε προβλήματα που αντιμετωπίζουμε κι εμείς σήμερα μπορεί πολλά να μας δείξει. Η παρατηρητική και στοχαστική γραφή της θυμίζει πόσο πολλά κατέκτησαν οι γυναίκες της Δύσης τους δυο τελευταίους αιώνες, πόσα δεν κατέκτησαν, και μάλιστα πόσο πολλά έχασαν. Δίνει επίσης συναισθηματική και πρακτική νομιμοποίηση στις ανάγκες, στα πάθη, και στους αγώνες των γυναικών. Επιπλέον δείχνει πόσο πολλά ακόμη θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να διεκδικήσουμε για να γίνει η ζωή μας ανθρώπινη.

«Η ιστορία της ζωής μου» μας βάζει σε σκέψεις και για τη δική μας ζωή. Διαβάζοντάς την, αρκετές φορές είναι αλήθεια, γιατί είναι κι ευχάριστη εκτός από βαθειά, χώρια που παρουσιάζει με χιούμορ ακόμη και τις πιο τραγικές στιγμές, εγώ βοηθήθηκα να δω από μια πιο απόμακρη, αλλά και πάλι εντελώς ανθρώπινη σκοπιά, τις δικές μας αγωνίες και τους πόθους και τις απολαύσεις, και να τις επαναξιολογήσω κάπως. Δεν είναι σαν τα βιβλία του Μαρξ που αναλύουν σε βάθος τον καπιταλισμό, δεν είναι αυτό το πράγμα που έχει να μας δώσει. Είναι η λεπτή κι εμπεριστατωμένη ανάλυση της ζωής των ανθρώπων, ιδίως των γυναικών, από τη σκοπιά της βιωμένης τους εμπειρίας, μέσα σ’ έναν καπιταλισμό που δεν έχει ακόμη κατακτήσει τον νου και την ψυχή τους. Την Σαντ οι άνθρωποι την διάβαζαν και την αγαπούσαν επειδή μιλούσε καθαρά και διορατικά για τα πράγματα που στ’ αλήθεια βίωναν. Αν όμως απομακρύνουμε το βερνίκι της τεχνολογίας και όσων αυτή μας επιτρέπει, ή ίσως μας επιβάλλει, ουσιαστικά τα ίδια πράγματα κι εμείς ζούμε. Γέννηση, θάνατος, αγάπη, σύγκρουση, παιδιά, δουλειά, τέχνη, διάβασμα. Ήδη ζούσε, και ανέτεμνε, η Σαντ αυτό που εμείς σήμερα ονομάζουμε νεοτερικότητα. Ακριβώς επειδή τον καιρό της φτιαχνόταν αλλά δεν είχε προχωρήσει τόσο πολύ όσο σήμερα η νεοτερικότητα, ίσως να μπορούσε ευκολότερα να δει καθαρά τις γενικές της γραμμές, όπως έκανε και ο λίγο νεότερός της Μαρξ άλλωστε, σε σχέση με τον καπιταλισμό.

Ράνια Παπαδοπούλου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet