Η εντυπωσιακή άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων σε όλο τον κόσμο, που έχει εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια, έχει οδηγήσει σε έναν πολύ μεγάλο αριθμό περισσότερο ή λιγότερο χρήσιμων αναλύσεων πολιτικών και κοινωνικών επιστημόνων, καθώς και δημοσιογράφων διαφόρων χωρών γι’ αυτό το επικίνδυνο φαινόμενο. Εν όψει, μάλιστα, των επικείμενων ευρωεκλογών και της αναμενόμενης αλματώδους αύξησης σ’ αυτές των συγκεκριμένων δυνάμεων, έχουν δημοσιευτεί στον ελληνικό Τύπο, συμπεριλαμβανομένης φυσικά της εφημερίδας μας, μερικά πολύ ενδιαφέροντα άρθρα. Σ’ αυτά θα προσθέσουμε σήμερα στις Ιδέες ένα εκτεταμένο κείμενο του παλιού γνώριμου και κατά καιρούς συνεργάτη της Εποχής, Στίβεν Φόρτι, ιταλού καθηγητή σύγχρονης ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, το οποίο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 56, 1, Άνοιξη 2024 του τριμηνιαίου περιοδικού NACLA Report on the Americas της ιστορικής (έτος ίδρυσης 1967) οργάνωσης NACLA (North American Congress on Latin America). Το εν λόγω άρθρο εντόπισε και μας προώθησε η μόνιμη, από την ίδρυση της Εποχής, πολύτιμη συνεργάτιδά μας για θέματα που αφορούν την Λατινική Αμερική, Γεωργία Ντούσια, την οποία ευχαριστούμε θερμά. Λόγω του εξαιρετικά ενδιαφέροντος περιεχομένου του κειμένου αποφασίσαμε να μην το «ακρωτηριάσουμε» και να το δημοσιεύσουμε σε δύο μέρη, το ένα πριν και το άλλο μετά τις εκλογές της 9ης Ιουνίου, στις οποίες ελπίζουμε ότι δεν θα επιβεβαιωθούν οι προαναφερθείσες δυσοίωνες προβλέψεις για την ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού μελών αυτής της κατά τον Φόρτι ακροδεξιάς «παγκόσμιας οικογένειας» στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

 

Χ.Γο.

 

 

 

-Μία ματιά στο παρελθόν της Ευρώπης
-Ή στο μέλλον της

 

 

Η νίκη του Χαβιέ Μιλέι στις προεδρικές εκλογές της Αργεντινής τον περασμένο Νοέμβριο έριξε μια πραγματική ατομική βόμβα, της οποίας τα ωστικά κύματα εκτείνονται πολύ πέρα από αυτήν τη χώρα της Λατινικής Αμερικής. Ο παλαιοφιλελεύθερος οικονομολόγος, γνωστός για τις ωμές προσβολές του κατά των «αριστερών», δέχθηκε αμέσως συγχαρητήρια από τα μέλη αυτού που η ισπανίδα φιλόσοφος και πολιτικός Κλάρα Ράμας έχει αποκαλέσει νέα Αντιδραστική Διεθνή. Αν και οι οπαδοί των Ντόναλντ Τραμπ,  Ζαΐρ Μπολσονάρου, Βίκτορ Όρμπαν, Τζόρτζια Μελόνι, Χοσέ Αντόνιο Καστ και Σαντιάγο Αμπασκάλ δεν έχουν ποτέ σηκώσει αλυσοπρίονα στις συγκεντρώσεις τους, [όπως έχουν κάνει οι οπαδοί του Μιλέι], ο συγκεκριμένος πολιτικός ανήκει στην παρέα τους.

Η παρουσία του Μιλέι και του κόμματός του La Libertad Avanza στο προεδρικό μέγαρο Casa Rosada είναι απλώς το πιο πρόσφατο παράδειγμα μιας διαδικασίας που εξελίσσεται εδώ και τουλάχιστον τρεις δεκαετίες και η οποία επιταχύνθηκε μετά την οικονομική κρίση του 2008. Επί του παρόντος, εκτός από την Αργεντινή, η Ακροδεξιά κυβερνά σε τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες (Ιταλία, Ουγγαρία, Φινλανδία και Τσεχία), στηρίζει με ψήφο ανοχής την κυβέρνηση συνασπισμού στη Σουηδία και στις επερχόμενες εκλογές μπορεί να είναι μέλος αυτής, και θα μπορούσε σύντομα να βρεθεί στην κυβέρνηση στην Ολλανδία, μετά την επιτυχία του Γκέερτ Βίλντερς στις εκλογές του Νοεμβρίου1. Όπως είναι γνωστό, η Άκρα Δεξιά είχε δύο κυβερνητικές θητείες στην Πολωνία και μία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2024, οι εκλογές θα μπορούσαν να εκτοξεύσουν ακροδεξιούς σχηματισμούς σε κυβερνήσεις στην Πορτογαλία και την Αυστρία, για να μην αναφερθούμε στον πολιτικό σεισμό που θα προέλθει από τα εκλογικά κέρδη της Ακροδεξιάς στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Ιούνιο και, κυρίως, στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Νοέμβριο, με την πιθανή επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο.

Εν ολίγοις, όπως έχει επισημάνει ο ολλανδός πολιτικός επιστήμονας Κας Μούντε, αυτές οι πολιτικές δυνάμεις δεν είναι πια περιθωριακές. Δηλαδή, από τη μία πλευρά, έχουν γίνει σημαντικοί πολιτικοί δρώντες και συμμετέχουν στις κυβερνήσεις διαφόρων χωρών, και από την άλλη, οι ιδέες τους έχουν κανονικοποιηθεί, διαμορφώνοντας την πολιτική ατζέντα, με τις ιδέες του να γίνονται αποδεκτές σε παραδοσιακούς πολιτικούς χώρους. Η ριζοσπαστικοποίηση των κυρίαρχων δεξιών κομμάτων αποτελεί αξιόπιστη απόδειξη αυτής της μετατόπισης, όπως και η «επικράτηση στους δρόμους» από την Άκρα Δεξιά, η οποία περιλάμβανε ακόμη και πράξεις βίας κατά πολιτικών θεσμών ή κεντρικών γραφείων κομμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βραζιλία και την Ισπανία.

Στις αρχές του 21ου αιώνα, ένα νέο φάντασμα πλανιέται πάνω από τον κόσμο. Δεν είναι το φάντασμα του κομμουνισμού, όπως έλεγαν ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς στα μέσα του 19ου αιώνα, αλλά το φάντασμα της Ακροδεξιάς. Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ακόμη κορυφαίοι διανοούμενοι ούτε κάποιο μανιφέστο ενός παγκόσμιου ακροδεξιού κόμματος δεν σημαίνει ότι δεν πρόκειται για μια οργανωμένη σε παγκόσμιο επίπεδο, αν και ετερογενή, πολιτική δύναμη. Και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, τα πρόσφατα γεγονότα δείχνουν ξεκάθαρα ότι αυτή είναι η νέα πραγματικότητα.

 

Φαστική, λαϊκιστική ή ριζοσπαστική Δεξιά;

 

Η άνοδος αυτών των πολιτικών σχηματισμών οδήγησε σε μια σειρά από δημόσιες και ακαδημαϊκές συζητήσεις. Η πρώτη σχετίζεται με τον ορισμό αυτού του φαινομένου. Συχνά λέγεται ότι έχει επιστρέψει ο φασισμός. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η θέση του «αιώνιου φασισμού» που διατυπώθηκε από τον ιταλό διανοούμενο Ουμπέρτο Έκο έλαβε ιδιαίτερη δημοσιότητα τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τον Έκο, η δημιουργία ενός «φασιστικού νεφελώματος» απαιτεί την παρουσία ενός μόνο από τα 14 χαρακτηριστικά που περιγράφει λεπτομερώς στο δοκίμιό του, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η λατρεία της παράδοσης, ο φόβος του άλλου ή η απεύθυνση στις απογοητευμένες μεσαίες τάξεις. Ισχύει αυτό; Το ερώτημα δεν είναι ασήμαντο, γιατί η δυνατότητα ορισμού ενός πολιτικού φαινομένου είναι το πρώτο ουσιαστικό βήμα για να μπορέσουμε να το κατανοήσουμε και, στη συνέχεια, να το καταπολεμήσουμε.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτές οι νέες Ακροδεξιές -ή, όπως θα εξηγήσω παρακάτω, αυτές που ονομάζω Ακροδεξιές 2.0- αποτελούν σήμερα τη μεγαλύτερη απειλή για τις δημοκρατικές αξίες και την ίδια την επιβίωση των πλουραλιστικών φιλελεύθερων δημοκρατιών. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι σωστό να τις ερμηνεύουμε μέσα από τον φακό του φασισμού. Όπως έχει επισημάνει ο ιταλός ιστορικός Εμίλιο Τζεντίλε, η θέση του αιώνιου φασισμού είναι συνέπεια της μπαναλοποίησης του φασισμού. Αυτή η μπαναλοποίηση, αφενός, έχει μετατρέψει την έννοια σε προσβολή, σε ένα συνώνυμο του «απόλυτου κακού». Αφετέρου, έχει οδηγήσει σε ένα είδος άρνησης της ιστοριολογίας «όπου το ιστορικό παρελθόν προσαρμόζεται συνεχώς στις τρέχουσες επιθυμίες, ελπίδες και φόβους».

Εν ολίγοις, αυτό που ο Τζεντίλε αποκαλεί ιστορικό φασισμό δεν ήταν μόνο ένα υπερεθνικιστικό, ρατσιστικό και ξενοφοβικό πολιτικό κίνημα. Ο φασισμός, που δημιουργήθηκε στην Ευρώπη μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε επίσης και άλλα βασικά χαρακτηριστικά που δεν τα συναντάμε στη σημερινή Ακροδεξιά, όπως η παραστρατιωτική κομματική του οργάνωση, ο ολοκληρωτισμός ως μορφή διακυβέρνησης, ο ιμπεριαλισμός ως σχέδιο στρατιωτικής επέκτασης, η οργάνωση του πληθυσμού σε μεγάλες μαζικές οργανώσεις και η αυτοπροβολή του ως επαναστατική αναγέννηση και πολιτική θρησκεία. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία συνέχειας μεταξύ εκείνων των εμπειριών και των σημερινών. Ωστόσο, ο φασισμός ήταν ένα διαφορετικό φαινόμενο. Σήμερα, νεοφασιστικές και νεοναζιστικές ομάδες εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά αποτελούν μια ακραία μειοψηφία.

Εκτός από τον φασισμό, υπάρχει και ένα άλλο εμπόδιο στο να ορίσουμε και να κατανοήσουμε τις νέες Ακροδεξιές: ο λαϊκισμός. Η συζήτηση για το θέμα αυτό είναι αδιάκοπη τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Δεν έχει επιτευχθεί ακόμη συναίνεση σχετικά με το τι είναι ο λαϊκισμός, πέρα από το ότι έχει γίνει ένα είδος πολυσυλλεκτικής (catch-all) έννοιας στην οποία μπορεί να εμπίπτει οτιδήποτε δεν εντάσσεται στο πλαίσιο των παραδοσιακών πολιτικών ιδεολογιών. Ορισμένοι θεωρούν τον λαϊκισμό μια ιδεολογία, που όμως είναι «ισχνή» . Άλλοι, όμως, προτιμούν να τον θεωρούν στρατηγική ή πολιτικό στυλ. Δεδομένης της απουσίας ενός μη αμφισβητούμενου ορισμού, πιστεύω ότι η δεύτερη ερμηνεία είναι πιο ακριβής. Προσθέστε σ’ αυτό το γεγονός ότι ζούμε σε μια εποχή όπου ο λαϊκισμός μπορεί να περικλείει σχεδόν τους πάντες. Αν ο Μιλέι, ο Γκουστάβο Πέτρο2, ακόμη και ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν είναι λαϊκιστές, τι νόημα έχει αυτή η έννοια; Αντίθετα, πρόκειται για μια τάση που σφραγίζει την εποχή μας και θα ήταν σκόπιμο να αναφερόμασταν στη «λαοκρατία» (popolocrazia), όπως έχουν προτείνει ο Μαρκ Λαζάρ και ο Ίλβο Ντιαμάντι3. Η Ακροδεξιά χρησιμοποιεί τα ρητορικά και γλωσσικά εργαλεία του λαϊκισμού, αλλά ο λαϊκισμός από μόνος του δεν μας βοηθά να την ορίσουμε και να την κατανοήσουμε.

Τούτων δοθέντων, ποια έννοια θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να ορίσουμε τα πολιτικά κόμματα ή τα κινήματα των οποίων ηγούνται ο Τραμπ, ο Μιλέι, ο Μπολσονάρου, ο Καστ4, η Μελόνι, η Λεπέν, ο Όρμπαν ή ο Αμπασκάλ5; Κάποιοι μιλούν για «εθνολαϊκισμό» ενώ άλλοι επιλέγουν τον όρο «μεταφασισμός», καμία όμως από τις δύο αυτές λέξεις δεν μας επιτρέπει, τελικά, να ξεπεράσουμε τα εννοιολογικά εμπόδια που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Ο όρος που έχει ίσως αποκτήσει τη μεγαλύτερη απήχηση είναι «ριζοσπαστική Δεξιά». Σύμφωνα με τον Μούντε, σε αντίθεση με την Ακροδεξιά, η οποία απορρίπτει την ίδια την ουσία της δημοκρατίας, η ριζοσπαστική Δεξιά αποδέχεται «την ίδια τη δημοκρατία, αλλά αντιτίθεται σε θεμελιώδη στοιχεία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, κυρίως στα δικαιώματα των μειονοτήτων, στο κράτος δικαίου και στη διάκριση των εξουσιών». Στην πράξη, η ριζοσπαστική Δεξιά αποδέχεται τη διεξαγωγή ελεύθερων, αν και όχι δίκαιων, εκλογών –κλασική περίπτωση είναι ο τρόπος διεξαγωγής των εκλογών τα τελευταία 12 χρόνια στην Ουγγαρία του Όρμπαν– δηλαδή ένα καθεστώς που είναι ένα κακέκτυπο της δημοκρατίας που γνωρίζουμε.

Ωστόσο, η εν λόγω πρόταση είναι προβληματική. Από τη μία πλευρά, είναι σωστό να χρησιμοποιούμε το ίδιο επίθετο -ριζοσπαστικός/η- για να ορίσουμε σχηματισμούς των νέων ακροδεξιών κομμάτων και κάποιων αριστερών δυνάμεων, όπως οι Ποδέμος (Podemos), ο ΣΥΡΙΖΑ, το Ευρύ Μέτωπο (Frente Amplio) της Χιλής ή η Ανυπότακτη Γαλλία (La France Insoumise), σαν να υπάρχει κάποιου είδους συμμετρία; Προσωπικά, νομίζω ότι είναι λάθος. Η ριζοσπαστική Αριστερά ασκεί κριτική στα υπάρχοντα φιλελεύθερα συστήματα, εστιάζοντας κυρίως στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο και στα οικονομικά ζητήματα, αλλά δεν αμφισβητεί τη διάκριση των εξουσιών, ούτε τα δημοκρατικά δικαιώματα και κεκτημένα που εγγυώνται αυτά τα ίδια συστήματα. Αντίθετα, η ριζοσπαστική Αριστερά ζητά την επέκταση και εμβάθυνση αυτών των δικαιωμάτων, μαζί με τη μείωση των ανισοτήτων.

Από την άλλη πλευρά, όπως σημειώνει η Μπεατρίθ Άτσα Ουγάρτε6: «Μπορούμε να διανοηθούμε μια μη πλουραλιστική δημοκρατία; Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως δημοκρατικές -αν και όχι στη ‘φιλελεύθερη εκδοχή’ της δημοκρατίας- δυνάμεις που, στην αντιμετώπιση του ‘άλλου’ (μετανάστη, αλλοδαπού), δείχνουν την περιφρόνησή τους για τη δημοκρατική αρχή της ισότητας;». Από τη στιγμή που υπερασπίζονται μια ιδεολογία αποκλεισμού, ασύμβατη ακόμη και με τη διαδικαστική εκδοχή της δημοκρατίας, και θέτουν υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη του κράτους δικαίου, είναι πολύ δύσκολο να θεωρούμε ότι αυτές οι δυνάμεις είναι δημοκρατικές.

 

Γιατί ψηφίζεται η Ακροδεξιά;

 

Η δεύτερη δημόσια συζήτηση έχει να κάνει με τους λόγους που προκάλεσαν την εκλογική άνοδο αυτών των πολιτικών δυνάμεων. Γιατί οι λαοί τις ψηφίζουν; Συνοπτικά, έχουν εντοπιστεί τρεις κύριοι λόγοι, οι οποίοι δεν είναι ποτέ αποκλειστικοί, αλλά πρέπει να εξετάζονται παράλληλα με τις ιδιαιτερότητες κάθε εθνικού πλαισίου. Πρώτον, η αύξηση των ανισοτήτων, καθώς και η επισφάλεια της εργασίας, η αποδυνάμωση του κράτους πρόνοιας και η συρρίκνωση της μεσαίας τάξης έχουν ωθήσει ορισμένους ψηφοφόρους που δεν είναι ικανοποιημένοι από τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές συνταγές να επιλέγουν τα ψηφοδέλτια που ασκούν κριτική στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Δεύτερον, είναι αυτό που κάποιοι αποκαλούν πολιτισμική αντιπαράθεση, δηλαδή η πολιτισμική αντίδραση στη φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Σταδιακά οι κοινωνίες μας έχουν γίνει πολυπολιτισμικές, και τις τελευταίες δεκαετίες, πολλά αιτήματα που έχουν χαρακτηριστεί ως μετα-υλιστικά έχουν γίνει δικαιώματα, από το διαζύγιο μέχρι την άμβλωση και την ισότητα στο γάμο. Αυτή η μετατόπιση έχει οδηγήσει, σύμφωνα με κάποιους ασχολούμενους με αυτό το ζήτημα, σε μια αντίδραση από τμήματα του πληθυσμού που βλέπουν τη θέση τους στην κοινωνία, ακόμη και την ταυτότητά τους να απειλούνται. Έτσι, ψηφίζουν κόμματα που απορρίπτουν τη μετανάστευση, επικρίνουν αυτά που θεωρούν προοδευτικές υπερβολές και υπερασπίζονται την παραδοσιακή οικογένεια.

Τρίτον, οι φιλελεύθερες δημοκρατίες βιώνουν μια βαθιά κρίση. Οι κοινωνίες μας έχουν αποσαρθρωθεί -είναι πιο εύθραυστες και κατακερματισμένες εξαιτίας του κυρίαρχου νεοφιλελεύθερου μοντέλου και της τεχνολογικής επανάστασης, τα πολιτικά κόμματα δεν λειτουργούν πλέον ως αποτελεσματικός αγωγός μεταξύ της εδαφικής επικράτειας και των θεσμών, τα συνδικάτα αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες προσαρμογής σε μια πλήρως μεταφορντιστική πραγματικότητα και η δυσπιστία των πολιτών αυξάνεται συνεχώς. Σ’ αυτού του είδους τις κατακερματισμένες κοινωνίες, όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς φαίνεται να έχει εξαφανιστεί, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ένα μέρος του εκλογικού σώματος επιλέγει κόμματα που λένε ότι θέλουν να καταστρέψουν τα πάντα ή, τουλάχιστον, που αντιτίθενται στο κατεστημένο και επικρίνουν τη λειτουργία των δημοκρατιών τις οποίες θεωρούν ότι λειτουργούν με αργούς ρυθμούς, είναι αναποτελεσματικές ή αποσυνδεδεμένες από τη βούληση του λαού.

Σ’ αυτούς τους τρεις λόγους θα μπορούσαμε να προσθέσουμε έναν τέταρτο που συνδέεται ακόμη περισσότερο με τα συναισθήματα της πλειονότητας του γενικού πληθυσμού. Σε έναν κόσμο που είναι δύσκολα κατανοητός, η ζήτηση για προστασία και ασφάλεια έχει αυξηθεί. Τι θα συμβεί στη δουλειά μου σε 10 χρόνια με την τεχνητή νοημοσύνη; Τι θα συμβεί στις γειτονιές μας αν συνεχίσουν να έρχονται μετανάστες από άλλες ηπείρους; Τι θα γίνει με το οικογενειακό μοντέλο στο οποίο πολλοί από εμάς έχουν μεγαλώσει αν επιτραπεί σε queer ζευγάρια να υιοθετούν παιδιά ή αν γίνει αποδεκτή η ρευστότητα φύλου; Τι θα απογίνουν οι κοινωνικές μας σχέσεις σε εποχές εικονικής πραγματικότητας με προγράμματα όπως το Metaverse; Με τον τρόπο τους, οι Ακροδεξιές 2.0 γνωρίζουν ότι πρέπει να προσφέρουν ασφάλεια και προστασία σε πολλούς ανθρώπους που ζουν με τον φόβο για το τι επιφυλάσσει το μέλλον, δίνοντας εύκολες απαντήσεις σε πολύπλοκα προβλήματα.

 

Μετάφραση: Χάρης Γολέμης

 

 

Σημειώσεις του Επιμελητή

1. Τώρα που γράφεται αυτή η σημείωση, έχει ήδη υπάρξει συμφωνία για το σχηματισμό αυτής της κυβέρνησης.

2. Ο Γκουστάβο Πέτρο είναι ο πρώτος αριστερός Πρόεδρος της Κολομβίας, πρώην μέλος της ένοπλης αντάρτικης οργάνωσης M19.

3. Ο Μαρκ Λαζάρ είναι καθηγητής Ιστορίας και Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού και ο Ιλβο Ντιαμάντι είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Ουρμπίνο.

4. Ο Χοσέ Αντόνιο Καστ είναι ακροδεξιός καθολικός επικεφαλής του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος της Χιλής, ο οποίος ήταν υποψήφιος πρόεδρος της χώρας το 2021.

5. Ο Σαντιάγο Αμοακάλ είναι επικεφαλής του ισπανικού ακροδεξιού κόμματος Vox.

6. Η Μπεατρίθ Άτσα Ουγάρτε είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Κοινωνιολογίας τους Πανεπιστημίου της Χώρας των Βάσκων.

 

Στίβεν Φόρτι Ο Στίβεν Φόρτι είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης και ερευνητής του Ινστιτούτου Σύγχρονης Ιστορίας του Νέου Πανεπιστημίου της Λισαβόνας. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet