Δημοσιευμένα στο περιοδικό Les Lettres Françaises

 

 

Επιφορτισμένη να γνωρίσει στους Γάλλους διανοούμενους τον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού και να κερδίσει την υποστήριξή τους, η Αξιώτη πιάνει δουλειά αμέσως μόλις φτάνει στο Παρίσι. Πέρα από τις προσωπικές επαφές, δίνει ομιλίες και δημοσιεύει κείμενα στα γαλλικά, επισήμως ή ανεπισήμως, έντυπα του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ορισμένα από τα κείμενά της είχαν ήδη καταγραφεί, όπως το διήγημα Την Ακρόπολη τη φυλάνε σκυλιά που δημοσιεύουμε. Αρκετά άλλα, όπως το αφήγημα Στις μέρες μας στην Ελλάδα, καταγράφηκαν πρόσφατα και άλλα ενδεχομένως ακόμη λανθάνουν.[1] Τα δύο συγκεκριμένα κείμενα έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Les Lettres Françaises, στο οποίο διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο ο Λουί Αραγκόν, παρότι δεν έχει αναλάβει ακόμη τη διεύθυνσή του, σε δύο εντελώς διαφορετικές στιγμές του ελληνικού εμφυλίου αλλά και της διαμονής της Αξιώτη στη Γαλλία. Το πρώτο δημοσιεύεται μεσούντος του Εμφυλίου και ενώ η Αξιώτη δυσκολεύεται ακόμη να πείσει τους Γάλλους να υποστηρίξουν την ελληνική υπόθεση, κάτι που αλλάζει όταν εκδίδεται ο Εικοστός αιώνας και για τον λίγο καιρό που απομένει ως το τέλος του εμφυλίου. Οι διώξεις φυσικά παραμένουν και η υπεράσπιση των αγωνιστών είναι πάντα επιτακτική. Το δεύτερο κείμενο δημοσιεύεται μια εβδομάδα μετά την απέλασή της στην Ανατολική Γερμανία. Είναι προφανώς γραμμένο νωρίτερα και οπωσδήποτε μετά το τέλος του Εμφυλίου. Η διαφορά των περιστάσεων αντικατοπτρίζεται καθαρά στα δύο κείμενα.

Τα γαλλικά κείμενα της Αξιώτη στα έντυπα, όσα τουλάχιστον γνωρίζουμε ως σήμερα, περιλαμβάνονται, μεταφρασμένα, μαζί με αθησαύριστα ελληνικά της κείμενα και μια εκτενή μελέτη, σε ένα υπό έκδοση βιβλίο για τη διαμονή της στη Γαλλία και τη σημασία της για το έργο της, αλλά τον διαμεσολαβητικό της ρόλο ανάμεσα στη γαλλική και την ελληνική Αριστερά. Για τους τρόπους της μετάφρασης, οι απόψεις ποικίλλουν. Όπως και στο Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη, για τα γαλλικά της κείμενα επιλέγεται ένας λόγος που να προσομοιάζει στον λόγο της Αξιώτη, με βάση το γεγονός ότι ορισμένα από αυτά ενσωματώθηκαν με κάποιο τρόπο στο έργο της ή δημοσιεύτηκαν και στα ελληνικά.

 

 

 

Σημείωση

1. Βλ. T. Δημητρούλια, «Η Μέλπω Αξιώτη στη Γαλλία. Συμπληρωματικά στοιχεία», Σύγκριση, 30, 35-69. doi:https://doi.org/10.12681/comparison.28001

 

Στις μέρες μας στην Ελλάδα

[De nos jours en Grèce]

 

Ήταν στα 1947, παραμονές του Πάσχα. Οι καμπάνες στις εκκλησιές δεν εσημαίνανε ακόμα, γιατί η Ανάσταση θα γινότανε τα μεσάνυχτα, αλλά όπως όλος ο κόσμος την ένιωθε που ’ρχότανε κι εμουρμουρίζανε αναμεταξύ τους, η πολιτεία ετοιμάζονταν για το μεγάλο γεγονός κι όλοι φαίνονταν χαρούμενοι.

Μου λένε: «Να, πάρε εδώ τούτα τα σπίτια, είν’ οι εδικοί τους εξορία. Τράβα να δεις πώς τα βγάζουνε πέρα τις πασχαλιάτικες ετούτες μέρες».

Επήρα τις διευθύνσεις, εστάθηκα στην τύχη μπροστά σε ένα σπίτι κι εξεκίνησα από ’κει.

Μια πόρτα γερτή, μια σκάλα σκοτεινή (ήταν απόγεμα προχωρημένο), ανέβηκα και εφώναζα χωρίς να λαβαίνω απόκριση: «Κυρά Μαρία! Ε, κυρά Μαρία!» Κάτι ξεπρόβαλε μες στο κενό και μου λέει: «Ναι, ναι, να ’με». Ένα ορθάνοιχτο παράθυρο δεν μας εκουβαλούσε τίποτα μες στη σκοτεινή κάμαρα. Δίπλα μου, μια γυναίκα, μαυροντυμένη, ακόμα ένας μαύρος λεκές μέσα στο σκότος.

  • Ενύχτωσε; Μου λέει η Μαρία δίπλα μου. Πιάσε κι άναψέ μου το καντήλι.

Σε γνωρίζω; Έχεις ξανάρθει στο σπίτι μου;

Και τα δάχτυλα της Μαρίας άγγιξαν λίγο ψηλαφιστά το κεφάλι μου.

  • Γιατί, όπου λες, είμαι στραβή.

Τα χέρια της Μαρίας σταμάτησαν το ψηλάφισμα.

  • Όταν ήταν εδώ ο γιος μου, μου έβανε κάθε πρωί στάλες, το ξημέρωμα, και κάτι για λίγο εξεχώριζα. Απ’ όταν έφυγε, δεν μπορώ να τις βάλω μοναχή, καταμόναχη…

Κύλησαν λίγα λεπτά.

  • Έφερα από το χωριό πέντε ανθρώπους ζωντανούς. Να μην τους ήθελε τάχατες η πρωτεύουσα; Να τους εκαλέσανε τα βάθη της γης; Έθαψα τρία παιδιά κι από πίσω τον πατέρα τους. Μ’ απόμεινε το στερνοπαίδι μου. Τονε ξέρεις; Αντώνη τονε λένε.

Τα μάτια της Μαρίας θωρούσαν ολόγυρα αλλά δεν έβλεπαν τίποτα.

  • Σαν ήρθαν οι χωροφυλάκοι, μ’ εσπρώξανε για να τον επάρουνε. Αλλά καθώς περνούσε το κατώφλι, του εφώναξα: «Αντώνη, θα γυρίσεις πάλι, είμαι εντελώς βέβαιη». Και πάει.

Οι καμπάνες δεν εσημαίνανε ακόμα κι όταν δεν μιλούσε η Μαρία η σιωπή έμοιαζε αιώνια. Η λάμπα τρεμούλιαζε, δεν μπόραγες να πεις αν πήγαινε να σβήσει, ίσκιοι εχορεύανε στον τοίχο, δεν μπόραγες να πεις τι θέλανε να παραστήσουν.

  • Στο τέλος του δρόμου είν’ ένας δάσκαλος. Επήρανε και τον εδικό του το γιο. Ακουμπιστή στα δεξιά στον τοίχο, όπου έχω στραβωθεί, πάω και του λέγω: «Πού είναι τα παιδιά μας;» Ξέρει εκείνος να διαβάζει, εγώ δεν ξέρω. Μου αποκρίνεται: «Είναι μακριά, πολύ μακριά, Μαρία. Δεν μπορούμε να φτάσομε πεζή εκεί, είναι σε έναν τόπο πολύ μακριά».

 

Μια πολύ παράξενη μυρωδιά εγέμιζε την κάμαρα, καθώς μυρίζουνε τα παλιωμένα πράματα σαν μένουν ακούνητα και δεν αλλάζουνε.

  • Είναι που λες κι ένας που ’ρχεται επίσκεψη κάθε βδομάδα. Δεν τονε γνωρίζω, αλλά την πρώτη φορά μου είπε: «Είμαι φίλος του». Άλλος κανείς δεν ήρθε ’δω από εκείνου το φευγιό και κάθε βδομάδα μου κουβαλάει φαΐ, γιατί δεν έχω τίποτα να βάλω στο τσουκάλι. Μήτε βλέπω να κάμω φωτιά. Ο Αντώνης την άναβε σαν γύριζε. Κι ύστερα είναι και το τραίνο που περνάει κάθε νύχτα. Είναι μικρό, μεγάλο, δεν θωρώ, δεν νιώθω, αλλά τ’ ακούω, σφυρίζει και περνάει τρέχοντας κάθε νύχτα την ίδια ώρα. Έτσι κι εγώ ξαγρυπνώ ως το πρωί. Κάθομαι και περιμένω, γιατί λέω με το νου μου: κι αν έρθει απόψε τη νύχτα, κι αν μου τονε φέρει ετούτη τη φορά το τραίνο, πρέπει να με βρει ξυπνητή. Είναι κι ο κόκορας που τον έχω να τονε σφάξω ευθύς μόλις γυρίσει. Εδωνά τον κρατώ, στη γωνιά, πίσω απ’ το σεντούκι, και κάθε πρωί του λέω: «Ο Αντώνης θα γυρίσει πάλι, σου λέω. Τ’ ακούς το τραίνο που περνάει. Εγώ θα τον περιμένω αν είναι κι εκατό χρόνια. Αλλά εσύ ’σαι ένα μικρούτσικο πραματάκι, με μια μικρούτσικη καρδούλα, σαν ξεφλουδισμένο καρύδι, πώς να κάνεις τάχατες τη μεγάλη υπομονή που κάνομε εμείς οι άνθρωποι για να φτάσομε ως το τέρμα;»

Γύρισα το κεφάλι, η Μαρία γελούσε.

Οι καμπάνες δεν εσημαίνανε ακόμα. Απόμεινε πάλι μοναχή, στη γωνιά της κάμαρας, με τη μαύρη της φούστα, με τους ίσκιους και με το κενό.

 

Απόδοση: Τιτίκα Δημητρούλια

 

Δημοσιεύτηκε στο Les Lettres Françaises, αρ. τ. 193, 29.2.1948, σ. 5

 

* * *

 

Την Ακρόπολη τη φυλάνε σκυλιά

[Des chiens defendant l’Acropole]

 

Εκείνη τη χρονιά, τα ζευγάρια συναντιόνταν ξανά στις εξώπορτες των σπιτιών. Κι αυτό ήταν το πρώτο σημάδι.

Έλεγε εκείνος: «Λοιπόν; Λοιπόν;»

Αυτό έλεγε μονάχα και την αγκάλιαζε σφιχτά απ’ τη μέση. Η λέξη αντιλαλούσε, σκουντρούσε πάνω στον τοίχο, την κατάπινε ο δρόμος, όμοια σβούρα σε χώρο κλειστό που ακούγεται αλάργα.

Έλεγε εκείνος: «Λοιπόν;» Τι έλεγε μετά, μονάχα το ζευγάρι το γνώριζε· δεν είχανε δουλειά οι διαβάτες.

Οι διαβάτες πήγαιναν, το ζευγάρι έμενε, δεν έφευγε ως να καταλήξει σε κάτι πολύ συγκεκριμένο: μια τελεία ή ένα αδιέξοδο· πράμα που δεν είχε διαφορά. Εγύριζε έτσι ο έρωτας στα μέρη του. Απ’ όπου τον είχανε διώξει δέκα σκοτεινά χρόνια. Πόλεμοι κι άλλοι πόλεμοι. Βουή και αίμα.

Και να τον τώρα που εγύριζε, με ένα χειμωνιάτικο λουλούδι, με ένα ξύλινο πόδι ή με το ένα μάτι χαμένο· καθόλου δεν τους ένοιαζε. Η αγάπη έπιανε τον τόπο απ’ όσα είχανε λείψει και τον έβαζε σε σειρά.

«Λοιπόν;», έλεγε μια βραδιά ο Αντώνης στη Μαρία.

«Λοιπόν, όταν θα καλοσυνέψει ο καιρός και θα πάψει η βροχή, θα πάμε οι δυο μας μονάχα, όπως παλιά, θυμάσαι, τον πρώτο καιρό που είχαμε γνωριστεί, σε μια καμαρούλα – κάτω από ένα δέντρο – στη θάλασσα…

Τον θωρούσε η Μαρία, τα μάτια του κοίταζαν αλλού, ήταν κουρασμένη.

Δέκα χρόνια ήτανε μαζί. Τα χρόνια τα πιο μεγάλα. Δέκα χρόνια τους έψαχναν και τρέχαν αλλού να κρυφτούνε. Αγόραζε στα κρυφά γάλα το ξημέρωμα και του το πήγαινε σε δίσκο στο κρεβάτι, όπως βοηθάει κανείς έναν κύριο μετά την πρώτη νύχτα του γάμου να δέσει τη γραβάτα του.

Κι ύστερα ήρθαν άλλα χρόνια. Κι οι σφαίρες σφύριζανε πάνω από το κεφάλι τους και σήκωναν αντάμα τα κατάμαυρα μαλλιά τους. Και δεν μπορούσε να ράψει πια το κουμπί που έλειπε από το πουκάμισό του. Και πήγαινε εκείνος τώρα πια, με σκισμένο ρούχο, χωρίς κουμπιά, χωρίς παπούτσια. Κι έτσι περνούσανε τα χρόνια εκείνα.

Κι όλο έρχονταν τα μεσάνυχτα, στην ώρα τους πάντα. Τα βλέπανε στο ρολογάκι.

  • Ακούς, Μαρία; της έλεγε τότε εκείνος. Πάλι πατήματα. Δεν θα αντέξει η πόρτα, δε γίνεται, είναι πολύ παλιά· κι αν την σπάσουνε και μπούνε μέσα με τα όπλα τους, Μαρία, εμείς όπλα δεν έχομε και τα χαρτιά θα τα βρούνε· έλα να σ’ αγκαλιάσω, μπορεί να χωριστούμε, όλο κι ακούγονται στο κατώφλι πατήματα.

Κοιμόντουσαν ύστερα. Η Μαρία ονειρεύονταν στον ύπνο της. Ερχόντουσαν τότε οι σύντροφοι, πεθαμένοι και βασανισμένοι, και μια νύχτα ήρθε η Μάρω με το κομμένο κεφάλι της να κρέμεται ψηλά, τα γκρίζα κοντά μαλλιά της να ανεμίζουν πάνω από το ζεστό αίμα της που άχνιζε: και μια άλλη νύχτα, μπήκε η Ηλέκτρα στην κάμαρα και της είπε: «Ήρθα να φάω το ψωμί που μου είχατε ψήσει την τελευταία εκείνη Τρίτη που με σκοτώσανε».

Τότε η Μαρία φώναζε. Στη διπλανή κάμαρα, ο Αντώνης ξυπνούσε. Πήγαινε και καθόταν δίπλα της.

  • Δεν είναι τίποτα, γλυκιά μου, της έλεγε, όνειρο είναι. Κοιμήσου ως το πρωί. Έχομε να κατεβούμε στους δρόμους αύριο το πρωί κι εγώ θα σου κρατώ το χέρι και δεν θα φοβάσαι.

Αλλά έλεγε ψέματα ο Αντώνης. Δεν ήταν παιδί η Μαρία, ήταν γυναίκα. Κι ούτε που της κρατούσε το χέρι την άλλη μέρα, δεν γινότανε, είχαν χωριστεί μέσα στην άγρια συμπλοκή. Και μετά τη μάχη, για όποιον εγύριζε πρώτος στο σπίτι άρχιζε το μαρτύριο: «Θα γυρίσει τάχατες ο άλλος; Είναι άραγες ακόμα ζωντανός αυτή την ώρα; Είναι νεκρός; Τυφλός;» Κι αυτή η ζωή κρατούσε χρόνια και χρόνια…

  • Τώρα λοιπόν που περάσανε όλα αυτά, της έλεγε ο Αντώνης, θα πάμε μόνοι μας μια νύχτα, μια νύχτα με ολοστρόγγυλο φεγγάρι…

Τον θωρούσε η Μαρία, τα μάτια του κοιτούσαν αλλού: κάποιον κοίταζαν πέρα μακριά.

Είχε έρθει στη ζωή της μια Πέμπτη. Απρόσκλητος, όπως γίνεται συνήθως. Ποιος ήταν; Από πού έρχονταν; Από τη θάλασσα; Απ’ τον κάμπο; Δεν ρώτησε το παραμικρό. Δεν ήθελε.

Πρώτη είχε έρθει η φωνή του. Σάμπως νερό αφριστό σε φράγμα που έσπασε. Ύστερα ήρθαν τα χέρια του. Σαν στεφάνι μαγιάτικο ήθελε να τα περάσει εκείνα τα χέρια γύρω από τους ώμους της.

  • Έχω κουραστεί, σκεφτόταν η Μαρία, σίγουρα αυτός είναι ο λόγος.

Ύστερα μπήκε ολόκληρος στη ζωή της. Μπορούσε να τον δει με μάτια ανοιχτά, με μάτια κλειστά, μες στο βαθύ σκότος, στη στροφή του δρόμου, και μες στην νύχτα ακόμα. Αλλά εκείνος δεν καταλάβαινε τίποτα.

  • Έχω κουραστεί, σκεφτόταν η Μαρία, αυτό φταίει. Τα δέκα χρόνια που πέρασαν. Ετούτη είναι καινούργια ζωή, χρειάζεται αλλιώτικα πράγματα. Όχι καλύτερα, αλλλιώτικα. Μήπως και ξεχάσομε το πολυβόλο και το αίμα. Θα του το πω μια μέρα.
  • Θα πάμε λοιπόν Μαρία…, συνέχιζε ο Αντώνης.
  • Όχι, όχι, δεν θα πάμε, του λέει μια μέρα η Μαρία. Μόνη μου θα πάω. Καινούργια ζωή. Είμαι κουρασμένη. Δεν μπορώ.
  • Φεύγεις λοιπόν; Λέει ο Αντώνης. Κι εγώ που νόμιζα ότι είμαστε σκυλιά εμείς. Τα σκυλιά δε φεύγουνε. Στέκουνται εκεί. Φυλάνε τα σπίτια.

Η Μαρία τον θωρούσε πάλι, τα μάτια του κοίταζαν αλλού, έβλεπαν έναν άσπρο λεκέ πέρα μακριά, κάποια άλλα μάτια.

Μια νύχτα, το αποφάσισε και πήγε να του το πει. Μπρος στο παράθυρο ήταν ένα κυπαρίσσι. Η κορφή του άγγιζε τον ουρανό.

  • Μ’ αυτό το δέντρο ξεκινάει απόψε η καινούργια ζωή, σκεφτόταν η Μαρία. Να το κρατήσω στη μνήμη μου.

Και ξεκίνησε να βάζει στη σειρά τις λέξεις. Έψαχνε μιαν αρχή. Ένα τοσοδά πραματάκι, μικρούτσικο, σαν τον ήλιο, που δεν θα σήμαινε τίποτα, αλλά θα ήταν τεράστιο αν το θωρούσες από κοντά. Σαν τη λαχτάρα της.

Κι ύστερα, εντελώς αθόρυβα, εμφανίστηκε εκείνην ακριβώς τη στιγμή μια γυναίκα. Την είδε φευγαλέα στον καθρέφτη του διαδρόμου.

  • Για δες, σκέφτηκε η Μαρία, είναι σαν πουλί. Ένα πράσινο πουλί. Ολοπράσινο.

Δεν είδε παραπέρα.

Στη διπλανή κάμαρα ήταν το ραδιόφωνο. Η γυναίκα γύρισε αμέσως το κουμπί. Ήταν πολύ στη μόδα. Έπαιζε ένα σουίνγκ. Ακούστηκαν τα πόδια της να χτυπούν στον ίδιο ρυθμό το πάτωμα.

  • Για δες, εδώ είναι ο τόπος των πουλιών, σκέφτηκε η Μαρία. Χορεύουν στα κλαδιά τους.

Θυμήθηκε τα λόγια που είχε ξεκινήσει να βάζει σε σειρά.

  • Αλλά δεν μοιάζομε όμως, σκέφτηκε. Γιατί εμείς είμαστε σκυλιά. Δεν ακούμε σουίνγκ. Στέκουμε και φυλάμε το κατώφλι.

Δεν είπε φυσικά αυτά που είχε έρθει να πει. Μόνο έκρυψε τα χέρια της. Τα σκέπασε καλά καλά με τα μανίκια της. Τα φοβότανε τα χέρια της. Μπορεί να την προδίνανε πιο γρήγορα από τα λόγια. Έριξε ένα βλέμμα πέρα μακριά, προς το κυπαρίσσι.

  • Ήρθα να σου πω καληνύχτα, του είπε πολύ σιγανά. Θα φύγω, δεν θα με ξαναδείς, μη θυμώσεις, φεύγω. Πίστεψα ότι μια καινούργια ζωή… Κι ήθελα να πω κάποια λόγια… Αλλά ετούτα τα πουλιά εδώ πέρα… Ξέρουν όσα ξέρομε εμείς; Γνώριζαν τους φίλους μας που πέθαναν και βασανίστηκαν; Άκουγαν, για δέκα ολόκληρα χρόνια, να σημαίνουν τα μεσάνυχτα; Όχι, ποτέ δεν άκουσαν πατήματα μπροστά στην πόρτα τους.

Κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά της ψηλής σκάλας.

Το ίδιο βράδυ, ο Αντώνης πήγε στο σπίτι της. Έπιασε τότε η Μαρία να λέει διάφορα πράματα, ανούσια. «Το σουίνγκ το ξέρεις;», τον ρώτησε στο τέλος. «Έπαιζε απόψε στο ράδιο». Τα ανακάτωνε όλα μαζί.

  • Άστα όλα αυτά, γλυκιά μου, της λέει ο Αντώνης. Πιάσανε τον Κώστα. Κλείνει στο στεφάνι γύρω μας, όπως παλιά, θυμάσαι;
  • Ναι, όπως παλιά, του λέει η Μαρία. Πίστεψα ότι μια καινούργια ζωή… Αλλά εμείς δεν είμαστε πουλιά. Είμαστε φοβερά σκυλιά. Φυλάμε ένα κατώφλι. Κι αν θέλουνε οι λύκοι να το περάσουνε, θα περάσουν πάνω από τα κορμιά μας· η πόρτα δύσκολα θ’ ανοίξει.

Ο Αντώνης δεν τα κατάλαβε όλα. Είπε μόνο: είναι αλήθεια πως είναι δύσκολη η ζωή μας Μαρία, αλλά εμείς κρατάμε γερά. Και μια μέρα…

Κι εκείνη είχε βγάλει τώρα πια έξω τα χέρια της. Δεν τα έκρυβε άλλο. Δέκα χρόνια είχανε περάσει, δέκα χρόνια τα πιο μεγάλα, τι είχε τάχατες να τους κρύψει τώρα; Απολύτως τίποτα.

Ένα θαύμα που τελείωνε, μια αυλαία που έπεφτε. Η Αλήθεια είχε έρθει να πάρει στη θέση τους. Τίποτα άλλο. Αυτό μόνο.

 

Απόδοση: Τιτίκα Δημητρούλια

 

Δημοσιεύτηκε στο Les Lettres Françaises, αρ. τ. 238, 14.9.1950, σ. 1 και 5.

 

Τιτίκα Δημητρούλια Περισσότερα Άρθρα
Tags:
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet