Για την κριτική του Βασίλη Ρώτα στον Εικοστό αιώνα (1946) της Μέλπως Αξιώτη

 

Όταν πριν από αρκετά χρόνια καταπιάστηκα για πρώτη φορά με τον Εικοστό αιώνα,[1] η προσέγγισή μου, από την οποία έκτοτε δεν έχω απομακρυνθεί, παρακολουθούσε την ταλάντωση και τις (επικίνδυνες) ακροβασίες του κειμένου ανάμεσα στη μεγάλη Ιστορία και στη μικρή ιστορία της Πολυξένης, ανάμεσα στις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και στην προσπάθεια για την αποτίναξή τους και το συμπέρασμα στο οποίο οδηγήθηκα είναι ότι επιχειρούνται συγκρούσεις, απωθήσεις και καταστρατηγήσεις που αντιμάχονται το τυπικό μοντέλο ενός μυθιστορήματος με θέση. Η Αξιώτη, με άλλα λόγια, εξακολουθώ να υποστηρίζω ότι κατορθώνει να ξεφύγει από το εφήμερο και το επικαιρικό και να υποβάλει –όχι να επιβάλει– ένα δεύτερο, εξίσου κεντρικό, μήνυμα, επίκαιρο σε κάθε εποχή: την καταξίωση και την αθανασία του ανθρώπου μέσω των πράξεών του. Πρόκειται όμως για μια αθανασία που επιτυγχάνεται με υλικά μέσα και σε υλικό επίπεδο, χάρη στη διαδικασία της γραφής.

 

Η κριτική υποδοχή του έργου το αμέσως επόμενο διάστημα, και πάντως πριν από την αυτοεξορία της Μέλπως (22.3.1947) πρώτα στο Παρίσι όπου το μυθιστόρημα μεταφρασμένο πλέον γνωρίζει ενθουσιώδη υποδοχή[2], υπήρξε ισχνή. Συγκεκριμένα, είχαν εντοπιστεί κριτικές του Αντ. Κόμη, «Μέλπως Αξιώτη: Εικοστός αιώνας (μυθιστόρημα)», Ελεύθερα Γράμματα, τχ. 59 (15 Ιαν. 1947) 30 και του Μαν. Γιαλουράκη, «Τα Νέα Βιβλία: Εικοστός αιώνας της Μέλπως Αξιώτη», Εφημερίς, 22 Ιαν. 1947.[3]

Το τοπίο αυτό εμπλουτίζεται μ’ ένα κείμενο ελάχιστα μελετημένο, όσο γνωρίζω, σημαντικό όχι μόνο γιατί έτσι επιμηκύνεται ο δρόμος της κριτικής πρόσληψης του Εικοστού αιώνα αλλά και γιατί προσφέρει ψηφίδες στην ολοκλήρωση του πορτρέτου του συντάκτη του, του ποιητή, κριτικού, θεατρικού συγγραφέα και μεταφραστή Βασίλη Ρώτα (1889-1977), αλλά και ευρύτερα γιατί θεωρώ ότι συνεισφέρει σε δεδομένα της λογοτεχνικής αριστερής κριτικής στα χρόνια του Εμφυλίου και εξής. Το εκτενές λοιπόν κι εμβριθές, όπως ελπίζω να δείξω, κριτικό μελέτημα του Βασίλη Ρώτα, «Τα βιβλία/ Μέλπως Αξιώτη, Εικοστός Αιώνας, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1946», δημοσιεύεται στην Ελεύθερη Ελλάδα. Απογευματινή Εφημερίδα. Όργανον του Πολιτικού Συνασπισμού των κομμάτων του ΕΑΜ, στις 13.1.1947, δηλαδή μόλις μερικές μέρες μετά την έκδοση του βιβλίου (Χριστούγεννα 1946).

To έργο κρίνεται με ευαρέσκεια διότι θεωρείται γοητευτικό, συγκινητικό και παραστατικό του τόπου και της εποχής του. Κατά την άποψη του Ρώτα, ο Εικοστός αιώνας όχι μόνο αποτυπώνει τους αγώνες, τον αγώνα και την ηρωική δράση ενός λαού φυσικά σ’ ένα ρεαλιστικό πλαίσιο, αλλά η συγγραφέας Αξιώτη κατορθώνει να εμφυσήσει «τη μαγικιά πνοή της Τέχνης». Ένα εκτενές τμήμα της κριτικής αφιερώνεται στους τρόπους με τους οποίους πλάθονται οι ευγενικές μορφές του μυθιστορήματος: η κεντρική ηρωίδα, η Πολυξένη, πλαισιώνεται και από άλλες μορφές, όλες πιστές στο ηρωικό τους χρέος, καθώς βουτούν στο αίμα της εποχής και αναμετρώνται με τη «φωτιά» (για να θυμηθούμε και το ομήλικο ομότιτλο μυθιστόρημα του Δημήτρη Χατζή). Ο Ρώτας εντοπίζει στον Εικοστό αιώνα ρωγμές και μετασχηματισμούς του «κλασικού μυθιστορήματος» διότι «δεν έχουμε μια πράξη σαν κορύφωμα, που απ’ αυτήν αναγκαία να φωτίζονται και σ’ αυτήν οργανικά να συγκλίνουν όλες οι καθέκαστες μορφές και πράξεις. Έτσι το μυθιστόρημα αυτό δεν είναι το κλασικό είδος, παρά άλλο, νέο, με τσακισμένα χαρακτηριστικά, που όλα χορεύουν και πάλλονται. Μια θάλασσα ταραγμένη με ναυάγια, με φωνές, με σπαραχτικά μηνύματα. Σ’ αυτό η Αξιώτη ακολουθεί από κοντά τη σαλεμένη τεχνοτροπία της εποχής μας, όπως φανερώνεται, κατά κόρον, και στην ποίηση και σ’ όλους τους κλάδους, ακόμα και στο θέατρο.»

Επιπλέον υποστηρίζει ότι η Αξιώτη

«[…] έχει το δικό της, το προσωπικό της ύφος, την πρωτοτυπία της, κι αυτό την κάνει μοναδική. Περιγραφική δύναμη, πλαστική χάρη, εκλεχτικήν ικανότητα, παρατήρηση σωστή και πλούσια, όλα αυτά τ’ αφομοιώνει με γερό τάλαντο και τα κυβερνάει με ασκημένον οργανισμό και καλλιτεχνικά και ιδεολογικά. Άγρια και ανακατεμένη βλάστηση, όμως χυμερή και θυμωμένη απλώνεται κι ανθοβολάει και τραγουδάει το Ναι στη ζωή. Το γλωσσικό της υλικό, από πρώτο χέρι κι αυτό, όπως και το πλαστικό της υλικό, διαμορφώνεται σε ολοζώντανες και χαριτωμένες είτε σοφές φράσεις, παραστατικότατες, από κείνες που καρφώνονται στον νου εκείνου που τις ακούει. Θα θέλαμε να παραθέσουμε εδώ μερικά δείγματα, μα είναι τόσο πολλά. Όλες οι σελίδες της είναι γιομάτες. Μάλιστα τούτη η φραστική της ζωντάνια είναι ίσως και η μεγαλύτερή της ικανότητα που κάνει τις σελίδες της ν’ ακούγονται σαν παλιά χορευτικά τραγούδια λαϊκά.»

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω μπορούμε να οδηγηθούμε σε διαπιστώσεις πρώτα για τις σχέσεις, ένα είδος υπόγειας συνομιλίας, του υπό συζήτηση κειμένου με τις δύο συγκαιρινές κριτικές που ήδη αναφέρθηκαν. Kαι οι δύο φιλοδωρούν τον Εικοστό αιώνα με επαίνους για το ύφος και καταθέτουν ενστάσεις για το περιεχόμενό του εκκινώντας ωστόσο από διαφορετικές αφετηρίες: οι ενστάσεις που διατυπώθηκαν από τον Αντ. Κόμη για την απουσία αρχιτεκτονικού σχεδίου στον Εικοστό αιώνα, οφείλονται πρωτίστως στην αποδοχή της τάξης και της οργάνωσης του αφηγηματικού σύμπαντος ως πρωταρχικού κριτηρίου για την επιτυχία ενός έργου και όταν αυτό εκλείπει, όπως εδώ, τότε το κείμενο περιπίπτει στην ασάφεια, την εκζήτηση, την ασυναρτησία και το χάος και, όπως ισχυρίζεται, μοιάζει να γράφτηκε δίχως σχέδιο. Με τη σειρά του ο Μαν. Γιαλουράκης καταθέτει επιφυλάξεις για το (αυτό)επαναλαμβανόμενο θέμα που οδηγεί στη φθορά, στον αφανισμό της τέχνης και στην αποστράγγιση της αιτούμενης συγκίνησης.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, η θέση - απάντηση του Ρώτα στα παραπάνω˙ μπορεί να συμφωνεί ότι ο Εικοστός αιώνας απομακρύνεται από το μοντέλο του κλασικού μυθιστορήματος, η απομάκρυνση όμως αυτή δεν συνιστά, κατά τη γνώμη του, καλλιτεχνική απομείωση. Το αντίθετο, διαβλέπει στην απουσία της σταδιακής επίστρωσης αφηγηματικών πυρήνων και της σύλληψης της πλοκής ως ενιαίου συνόλου το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα μιας θάλασσας «ταραγμένη[ς] με ναυάγια, με φωνές, με σπαραχτικά μηνύματα.» Και μάλιστα θεωρεί ότι αυτή η καλλιτεχνική διασάλευση οφείλεται κατά μείζονα λόγο στις διαταραγμένες ισορροπίες της εποχής. Με άλλα λόγια, αποδίδει κοινωνικό πρόσημο στη μορφική τεχνοτροπία. Πολύ περισσότερο, αντιμετωπίζει ως αδιάσπαστη ενότητα, σε αντίθεση με τα ομήλικα κριτικά κείμενα, καλλιτεχνικά και ιδεολογικά ζητήματα, συνταιριάζει στην κριτική του περιεχόμενο και μορφή, πιστοποιεί το αδιαίρετο και αξεχώριστο της λογοτεχνικής γραφής ανάμεσα στο τι και στο πώς και μάλιστα σε καιρούς και σε τόπους που είχαν όλες τις προϋποθέσεις για να οδηγήσουν και στην περίπτωσή του σε μονολιθικές μονοδιάστατες κατασκευές. Για παράδειγμα, ενώ τα πρόσωπα του Εικοστού αιώνα διαπνέονται και καθοδηγούνται, κατά τη γνώμη του, «απ’ το σωτήριο πνεύμα της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής ιδέας» –ό,τι, κοντολογίς, θα ξεχώριζε και θα πρόβαλε αποκλειστικά ένας ορθόδοξος κι ένθερμος υπερασπιστής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού– ο Ρώτας επιμένει στην ανάδειξη και αισθητικών ζητημάτων. Ή, όπως προτείνει και ο τίτλος του μελετήματος, με οφειλές σε φράση του Ρώτα από την οικεία κριτική,…με τον πηλό της ανθρώπινης μάζας. Με άλλα λόγια, στην πρόταξη της αναδημιουργίας, στην ανάπλαση, στην εμφύσηση της «μαγικιάς πνοής της Τέχνης» σ’ έναν αιτούμενο ιδεολογικό πρωταγωνιστή, την ανθρώπινη μάζα, ώστε να επέλθει το ισοζύγιασμα της κριτικής.

Ασφαλώς κριτικές παρατηρήσεις ανάλογες για τη γλώσσα της Αξιώτη, για το ζωντανό, παλλόμενο και πλούσιο γλωσσικό υλικό είχαν ενθέρμως διατυπωθεί περίπου δέκα χρόνια πριν – αναφέρομαι κυρίως στις εμβληματικές κριτικές του Τ. Μαλάνου και του Γρ. Ξενόπουλου για τις Δύσκολες νύχτες[4]. Μόνο που ούτε ο Μαλάνος ούτε ο Ξενόπουλος είναι αριστεροί λογοτεχνικοί κριτικοί, δεν γράφουν σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες που σημαίνει ότι έχουν τον χρόνο και την ησυχία του σπουδαστηρίου με το μέρος τους και δεν γράφουν για ένα κείμενο «αγωνιστικό».[5] Με αυτή την έννοια, η τόλμη του Ρώτα γίνεται μεγαλύτερη, καθώς προβάλλει την εικόνα ενός αριστερού διανοούμενου με ισχυρή καλλιτεχνική συνείδηση σε ανάποδες εποχές με δεσμευτικές προδιαγραφές για τη λογοτεχνία και την κριτική της.

Πρόκειται όμως για μια μεμονωμένη κριτική στιγμή; Όπως προκύπτει από σχετικές μελέτες, και μάλιστα σε ό,τι αφορά τις θέσεις του Ρώτα για τη σκηνική τέχνη τις οποίες επεξεργάζεται σ’ ένα ευρύ χρονικό άνυσμα από το τέλος της δεκαετίας του 1920 έως τη δεκαετία του 1960, η καλλιτεχνική προσωπικότητά του με την αμφισβήτηση του μαρξιστικού μοντέλου αντανάκλασης της πραγματικότητας δεν συμμορφώνεται απολύτως με τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού αλλά χαράσσει έναν δρόμο, ο οποίος στην πορεία συγκλίνει με το ρεύμα μιας δημιουργικής αναθεώρησής του.[6]

Καθώς λοιπόν τα κριτικά νήματα, τόσο της λογοτεχνικής όσο και της υποκριτικής τέχνης, συγκλίνουν και διαπλέκονται, η μορφή του Ρώτα παρουσιάζεται συγγενική και μοιάζει να εντάσσεται οργανικά στο πεδίο, όπως διαμορφώνεται στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 με ιδέες και περιοδικά όπως η Κριτική (1959-1961) και Επιθεώρηση Τέχνης (1954-1967), και οδηγείται στη «σταδιακή κατάλυση των αρχών του σοσιαλιστικού ρεαλισμού».[7]

Ξεκινώντας λοιπόν από μια στιγμή λογοτεχνικής κριτικής και καταλήγοντας σε ευρύτερες συνθέσεις και διαπιστώσεις για τη μορφή του Ρώτα τώρα, προς το τέλος, καλό είναι να επισημάνουμε ότι αυτή δεν είναι η μοναδική συνάντηση Μέλπως Αξιώτη – Βασίλη Ρώτα. Επειδή οι δρόμοι μόλις δύο μήνες αργότερα χώρισαν άγρια, οι συναντήσεις πραγματοποιούνται μόνο στο χαρτί και πιστοποιείται η αμοιβαία εκτίμηση μόνο στα γραπτά τεκμήρια. Έτσι, όταν η Μέλπω βρίσκεται στο Παρίσι επιστρέφει μέσα από τη μετάφραση στον Ρώτα και, σε συνεργασία, με τον Henri Bassis, αποδίδουν στα γαλλικά το ποίημα La mémoire de nos morts, Voix de la Grèce, τχ. 17 (Ιούλ. 1949) 10 και λίγα χρόνια αργότερα, όταν πλέον εξόριστη ταξιδιώτισσα στις Λαϊκές Δημοκρατίες συντάσσει επιστολή (8 Οχτ. 1953) από τη Βαρσοβία προς την Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος, ξαναθυμάται τον Ρώτα και δεν παραλείπει στο μελέτημά της «Μια καταγραφή στην περιοχή της λογοτεχνίας» (1955) να τον εντάξει στην χορεία των προοδευτικών λογοτεχνών και να σκιτσάρει ένα ουσιαστικό και γλαφυρό συνάμα πορτρέτο του ως εξής:

 «“Απόστρατος αξιωματικός”, σημείωνε το επίσημο μητρώο του Βασίλη Ρώτα. Ένας αλλόκοτος αξιωματικός. Που έπαιζε καραγκιόζη. Που μαζί με τις κότες, στα πισινά του σπιτιού του, έφτιαχνε λαϊκό θέατρο, ανάδειχνε ηθοποιούς κι έγραφε και ωραιότατα ποιήματα. Ώσπου ο Βασίλης Ρώτας έφτιαξε εκείνη την εποχή τον ύμνο του ΕΑΜ, τα λόγια και τη μουσική του.»[8]

 

Μαίρη Μικέ

Η Μαίρη Μικέ είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας (ΑΠΘ).

 

Σημειώσεις

1. «Επικίνδυνες ακροβασίες: Για τον Εικοστό αιώνα (1946), στο Μέλπω Αξιώτη. Κριτικές περιπλανήσεις, Αθήνα, Κέδρος, 1996, σ. 17-33.

2. Βλ. και Jocelyne Wilhelm, Première rencontre avec Melpo Axioti. Mémoire pour l’ obtention du D.R.É.A, Université Paris III, Sorbonne Nouvelle (Institut des langues et civilisations orientales), Paris 1997 και Άννα Ματθαίου – Πόπη Πολέμη, Διαδρομές της Μέλπως Αξιώτη 1947-1955. Μαρτυρίες και κείμενα από τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1999, σ. 40-43˙ Γιάννης Ρίτσος Μέλπω Αξιώτη, Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά. Σπαράγματα αλληλογραφίας (1960-1966), επιμ. – εισαγωγή – σημειώσεις: Mαίρη Μικέ, Αθήνα, Άγρα, 2015˙ Tιτίκα Δημητρούλια, «Η Μέλπω Αξιώτη στη Γαλλία. Συμπληρωματικά στοιχεία», Σύγκριση, τχ. 30 (2021) 35–69 και το γαλλικό μυθιστόρημα της Αξιώτη Ρεπυμπλίκ-Βασίλλη [RépubliqueBastille], εισ.-επιμέλεια: Μαίρη Μικέ, μτφρ.- σημ.-επιλ.: Τιτίκα Δημητρούλια, Αθήνα, Άγρα, 2014.

3.  Για τη συζήτηση αυτών των κριτικών, βλ. Κριτικές περιπλανήσεις, ό.π., σ. 108-109, 141-155.

4. Τίμος Μαλάνος, «Μέλπως Αξιώτη, Δύσκολες νύχτες», Νεοελληνικά Γράμματα, 31 Δεκ. 1938, σ. 14 και στο Θέλετε να χορέψομε Μαρία;,Aθήνα, Κέδρος, 21967, σ. 85-87 και Γρ. Ξενόπουλος, «Η νεοελληνική μετά 500 χρόνια», Αθηναϊκά Νέα, 26 Μαρτ. 1939 και στο Θέλετε να χορέψομε Μαρία;, στο ίδιο, σ. 90-93.

5. Από αυτή την άποψη αξίζει να σημειωθεί ότι, όταν ο Γ. Λαμπρινός με αφορμή την έκδοση 15 Διηγήματα από την Αντίσταση, «Ατεχνολογικά», Ελεύθερα Γράμματα, τχ. 38 (8 Μαρτ. 1946) 68, αποφαίνεται συνολικά για την πεζογραφία της Αντίστασης, τονίζει την ανάγκη αυτογνωσίας και αυτοελέγχου: «Το δραματικό γεγονός είναι τόσο πληθωρικό και τόσο πιεστικό που δαμάζει για την ώρα τον τεχνίτη αντί να τον δαμάσει […] Η λογοτεχνία της Αντίστασης δεν έφτασε ακόμη στο ύψος και στο μεγαλείο του ίδιου του Αγώνα». Η κριτική αυτή προκάλεσε την αντίδραση-απάντηση της Αξιώτη, που δημοσιεύτηκε στο ίδιο περιοδικό, τχ. 40 (5 Απρ. 1946) 97: «Τα γραφτά της Αντίστασης – λένε – δεν μπήκαν στην περιοχή της Τέχνης, δεν έφτασαν στο ύψος του αγώνα του λαού. Όμως. Ας μην ξεγελιόμαστε: οι τεχνίτες της Αντίστασης δεν είχανε, κι ούτε έχουνε τον υλικό καιρό που είναι απαραίτητος για να καθίσεις να δουλέψεις».

6. Βλ. Αρετή Βασιλείου, «Η πτώση του τέταρτου τοίχου: ο Βασίλης Ρώτας και οι απόψεις του για την υποκριτική τέχνη», Αριάδνη 15 (2009) 185-201.

7. Βλ. ενδεικτικά Ελισάβετ Κοτζιά, «Η σταδιακή κατάλυση των αρχών του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στο πεδίο των ιδεών στη δεκαετία 1955-1965», Νέα Εστία, αφιέρωμα Λογοτεχνία και Αριστερά 1940-1980, τχ. 1743 (Μάρτ. 2002) 404-414.

8. Άπαντα, ΣΤ΄τόμος, Αθήνα, Κέδρος, 1983, σ. 69.


 

 

Μαίρη Μικέ Η Μαίρη Μικέ είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας (ΑΠΘ). Περισσότερα Άρθρα
Tags:
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet