Τη Μέλπω Αξιώτη την έχω αγαπήσει σαν δικό μου άνθρωπο, αν και δεν την είχα γνωρίσει από κοντά όσο ζούσε, πέθανε το 1973 κι εγώ συναντήθηκα με το «Θέλετε να χορέψομε Μαρία;», το πρώτο της βιβλίο, έναν χρόνο αργότερα. Τι ήταν αυτό το κουβεντιαστό κείμενο που είχαν υποδεχτεί με επαίνους οι επιφανείς κριτικοί της εποχής της; Πεζόμορφο ποίημα; σουρεαλιστικό παραμιλητό; ονειρικό χορόδραμα; Το διάβαζα, το ξαναδιάβαζα, ρωτούσα εδώ κι εκεί, ώσπου μόνη μου έδωσα την απάντηση, ήταν απλώς ένα θαυμαστό, κεντητό μονόπρακτο. Κι έτσι από το ένα βιβλίο της στο άλλο, με την αγάπη μου πάντα, περνούσε ο καιρός, καθώς έκανα κι εγώ τη διαδρομή μου.

Επιλέγω για την «Εποχή» να αναφερθώ στο εξαιρετικό πεζογράφημά της, την «Κάδμω», το κύκνειο άσμα της, που θα το έλεγα και «εις εαυτόν», στη δίνη της αναταραχής ενός κόσμου που ήδη είχε φανεί ότι θα μοιραστεί στα δύο. Κι εδώ θα πρέπει να επαινέσω την κριτική έκδοση-επιμέλεια της Κάδμως από την Μαρία Κακαβούλια.

Ένα βιβλίο, λοιπόν, μια νουβέλα ή ένα μυθιστόρημα, η «Κάδμω», σπουδή στην ανακεφαλαίωση, στην επισκόπηση, στην ανασύνταξη. Επανεκτίμηση και προετοιμασία για την οριστική αναχώρηση προς την απέραντη, οριστική κατάληξη. Ένα βιβλίο με οδηγό τη γλώσσα. Γράφει:

«Και τότε μια μεγάλη φοβέρα κρεμάστηκε πάνω σου: ο αγώνας με τη λέξη».

Αλλά προσοχή. Η Αξιώτη δεν ήταν λεξιλάγνος. Η Αξιώτη γνώριζε.

Ο αγώνας με τη λέξη ήταν ο αγώνας με τον χρόνο και τον χώρο. Τον τόπο τον δικό σου. Ο αγώνας με τη ζωή. Για να καταλήξουμε πού; Στη λέξη που αυτή είναι και άλλη δεν γίνεται να είναι. Στη ζωή που αυτήν ζήσαμε και άλλη δεν γίνεται να ξαναζήσουμε.

Κι αυτή τη λέξη και αυτή τη ζωή είναι που μας δίδαξε η νοσταλγός, η αυτοεξόριστη Μέλπω Αξιώτη.

«Οι νέοι συγγραφείς να διαβάζουν, να μελετούν τη Μ. Αξιώτη»

γράφει η αγαπημένη Τατιάνα Μιλλιέξ το 1993 στο περιοδικό «Λέξη», «θα διδαχτούν πολλά». Συμφωνώ.

Θα διδαχτούν πρώτ’ απ’ όλα την εμπειρία, το βίωμα της λέξης, την περιπέτειά της, αλλά και τη σύμπνοια μέσα στην πρόταση. Τον αγώνα, την ορμή, το παράπονο, το άρωμά της, το χρώμα της. Θα διδαχτούν πάνω απ’ όλα την ιστορία της. Και στερεώνοντας τη λέξη και την ιστορία της μέσα τους,  είναι σαν να στερεώνουν και τη θέση τους στον κόσμο.

Αλίμονό σου όμως αν προσπαθήσεις να την μιμηθείς…

Η Μέλπω - Κάδμω δεν αντιγράφεται, δεν διδάσκεται.

Από τη Μέλπω - Κάδμω θα ωφεληθείς, μόνο αν προσπαθήσεις

να αναζητήσεις, μέσα από το παράδειγμά της, τη δική σου σχέση με τη γλώσσα, αν επινοήσεις τη δική σου συνομιλία με το παρόν και το παρελθόν σου, τη δική σου ματιά για τον τόπο σου και την εποχή σου, αν ρυθμίσεις με τον δικό σου τρόπο, τον δικό σου βηματισμό, τη δική σου διαδρομή, τη δική σου αγωνία από το εγώ στο εμείς. Αν επιλέξεις εσύ τα χρώματα του δικού σου νόστου.

Για την Αξιώτη έχω γράψει κάμποσες φορές, και πάντα άθελά μου, καταλήγω στα Χρονικά της («Απάντηση σε 5 ρωτήματα» «Πρωτομαγιές 1886-1945», «Οι Ελληνίδες φρουροί της Ελλάδας», «Αθήνα 1941-1945»). Επικαιρικά κείμενα για την κατοχική και μετακατοχική Αθήνα, μπροσούρες, θα τα έλεγε κανείς, αναλώσιμα, με ημερομηνία λήξεως… κείμενα. Και όμως με τόση αίσθηση και συναίσθηση του γλωσσικού αισθητηρίου που καλείται να υπηρετήσει την αίσθηση και τη συναίσθηση της κοινωνικής ευθύνης, ανυψώνοντας το επικαιρικό που επιμένει σε διαχρονικό επίτευγμα.

Κι εδώ, ακριβώς, εδράζεται, κατ’ εμέ, και όλη η ποιητική στιβαρότητα του λόγου της Μέλπως Αξιώτη.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet