Μιλώντας για τη Μέλπω, έχεις δύο δρόμους ν’ ακολουθήσεις: τον δρόμο της πολυκύμαντης ζωής της, ένα χρονικό του τρομερού 20ού αιώνα, μια ζωή που συμπυκνώνει χαρές, οράματα, αγώνες, βάσανα, πόνους, απώλειες· ή τον δρόμο της τέχνης της, της γραφής της, ν’ ακούς τη φωνή της τη μοναδική, τα μουρμουρητά, τα παραμιλητά, τα ξεστρατίσματα, λυγμούς, βογγητά, φτερουγίσματα, αρχαίες λέξεις, λέξεις λαϊκές, λέξεις μονάκριβες.

Το καλύτερο, το μόνο δυνατό, είναι να ακολουθείς και τους δύο δρόμους ταυτοχρόνως, της ζωής και του έργου, στο μεγάλο χωνευτήρι της ιστορίας. Αυτό τον δρόμο άλλωστε υποβάλλει η Μέλπω από την πρώτη αράδα του πρώτου της βιβλίου, όταν παίρνει την ταπεινή καλαμένια φλογέρα απ’ τη Μύκονο και τη μεταμορφώνει, ευθύς μετά την τελεία, σε ασημένιο, μαγικό, οικουμενικό. Ιδού ο δρόμος της, ο προυστικός: «Σήμερα περιμένω ένα σουβριάλι. Ασημένιο.»

Δεν γνωρίζω αν είχε υπόψη της το «Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς» του Προυστ, όταν έγραφε στη Σκιάθο μονορούφι τις «Δύσκολες Νύχτες» το 1938. Δεν γνωρίζω πότε πρωτοδιάβασε Βιρτζίνια Γουλφ, πιθανόν σε γαλλική μετάφραση στο Παρίσι, μετά την εξορία της του 1947. Δεν γνωρίζω πότε και πώς αφομοίωσε τον μοντερνισμό πριν απ’ αυτήν. Γνωρίζουμε όμως ότι η γραφή της, όπως ανάβλυσε μετά το 1938, πολυστρωματική, ορμητική, ιδιαίτερη, αντηχείο λαϊκών ανθρώπων και καταδυτικό στα ψυχικά βάθη, σαν να βλάστησε σπάνιο άνθος από την πολύκορμη ελληνική γλώσσα, αλλά και απ’ τη γαλλική όπως της είπε ο Αραγκόν, αυτή η γραφή, αυτή η φωνή σφράγισε καθοριστικά ό,τι αποκαλούμε ελληνικό μοντερνισμό.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ως προς την πρωτοτυπία και τη γνησιότητα της φωνής, η λυρική υπαρξιακή Μέλπω στέκει στην κορυφή της πεζογραφίας μας πλάι στον Γιάννη Σκαρίμπα, τον πρώιμο Κόντογλου, τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη.

Για τις εξορύξεις της λαϊκής λαλιάς, θα πρόσθετα το docudrama του Στρατή Δούκα «Ιστορία ενός αιχμαλώτου», και την πρωτοποριακή συλλογή μαρτυριών «Κοινός λόγος» της Ελλης Παπαδημητρίου.

Αλλά η τέχνη της Μέλπως διακλαδώνεται πολύ πιο πέρα κι από τις στοές του γλωσσικού ορυχείου. Θεωρώ ότι η πολυστρωματική γλώσσα της, η άτακτη στίξη, τα συνειρμικά άλματα, θα ήταν έξοχη πλην κενή φόρμα, αν δεν εμψυχωνόταν από τον ωκεάνιο λυρισμό της, κι ακόμη περισσότερο αν δεν συγκλονίζονταν διαρκώς από τις δονήσεις της ύπαρξης και της ιστορίας, αν η ζωή δεν κατέκλυζε κάθε σελίδα της, κάθε αράδα: ξεδοντιασμένες γριές, λωλοί, λαχειοπώλες, κοριτσάκια, ερωτευμένες κοπέλες, τα παλικάρια τα «εσβάρνιζε το αίμα», χουνιά, πολυβόλα, η Μάρω, η Λουκία, ο Αιμίλιος, ξενταιριασμένες κούκλες, κουρούνες, όλα μιλούν, τραγουδούν, διηγούνται, κρατούν τη φωνή αναμμένη, τη μνήμη άσβηστη.

Η Μέλπω, όσο γερνούσε, φοβόταν ότι όταν θα πάψει να γράφει, όταν θα χάσει τις λέξεις, θα γίνει αρχαίο πιθάρι, θα πάψει να υπάρχει. Οι λέξεις της, που έχτιζαν τα βιβλία της: «τα βιβλία σου είναι όμοια μ’ εσένα: απομονωμένα· ζούνε στη μοναξιά. Και κάτι λέξεις περίεργες: το καντενάσο, το μάσκουλο, το γλυστήρι, η μπετούγια, η λιάστρα του σύκου, η άφτρα του λύχνου, το σαμιαμήθι, το σερπετό, το χαμόπυρο».

Κι έσβησαν οι λέξεις, έχασε το σαμιαμήθι, έσβησε ο νους της, έσβησε η ζωή της.

Ομως, η Μέλπω υπάρχει. Ζει μέσα στις επόμενες γενιές, λάμπει και φωτίζει.

 

Νίκος Ξυδάκης Περισσότερα Άρθρα
Tags:
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet