Η Μέλπω Αξιώτη (Ιούλιος 1905 - Μάιος 1973) μεγαλώνει στα πούπουλα, σε ένα μυκονιάτικο αρχοντικό γεμάτο βιβλία και μουσική. Από μικρό παιδί της διαβάζουν γαλλικά βιβλία και λίγο μεγαλύτερη, οικότροφος στις Ουρσουλίνες, τα διαβάζει πια μόνη της. Ο τολστοϊκός παππούς της, ο Παναγής, που είχε ζήσει χρόνια στη Ρωσία κάνοντας εμπόριο σιταριού, μετέφραζε ρώσικη λογοτεχνία κι έγραφε μυκονιάτικα διηγήματα, της μαθαίνει τους ρώσους κλασικούς. Ο πατέρας της, Γεώργιος, είναι συνθέτης και μες στο σπίτι αντηχεί το πιάνο.

Η μικρή Μέλπω, ένα ευαίσθητο παιδί και μαζί ένα πραγματικό αγρίμι, βρίσκεται σε διαρκή πόλεμο με τους «δούλους» του αρχοντικού, που προσπαθούν να την εξημερώσουν. Καθώς πολεμάει μαζί τους, καθώς τριγυρίζει στα περιβόλια και στα σοκάκια, τα λόγια και οι ιστορίες των απλών ανθρώπων, ο προφορικός λαϊκός λόγος –όχι μόνο η σημασία των λέξεων, αλλά και η μορφή και η μουσική τους– και η ζωντανή λαϊκή μνήμη χαράζονται στον νου και στην καρδιά της. Οι μύθοι του τόπου της, κομμάτι της καθημερινής ζωής, τη μαθαίνουν να βλέπει τη φύση, τα όντα και τα πράγματα με τα μάτια της ψυχής, την εξοικειώνουν με το υπαρκτό και αναπόδεικτο, με τη μαγευτική συναίρεση του λογικού και του άλογου. Η μοναξιά της την οδηγεί στα μονοπάτια του ονείρου και της φαντασίας, όπου οι φόβοι και οι κρυφές λαχτάρες περιβάλλουν με την άλω τους τα γεγονότα και τα μεταποιούν.

Η Αξιώτη θα αρχίσει να γράφει τις δικές της ιστορίες. Διηγήσεις για τις ζωές άλλων γυναικών, όμοιων και αντίθετών της, όπως πορεύονται στον κόσμο και η ματιά και ο λόγος τους αποτυπώνει τη διαδρομή τους. Αφηγήσεις πολυφωνικές, που αγκαλιάζουν το διαφορετικό και το ξένο και στην καρδιά τους βρίσκεται η αίσθηση από τη μια, το βλέμμα, το άκουσμα, η μυρωδιά, το άγγιγμα, και ο συνειρμός από την άλλη, ο οποίος ακυρώνει τη χρονική και τη λογική ακολουθία. Κάθε λέξη τους κουβαλάει έναν ολόκληρο κόσμο και τον παραδίνει σε νέες περιπέτειες, μεταμορφώνοντας  στον χορό τους τα πρόσωπα και τα πράγματα – αυτά τα πράγματα που έχουν τη δική τους ζωή και ιστορία. Ποικίλα μοτίβα, σε όλα τα επίπεδα, επίμονα επαναλαμβανόμενα, συνδέουν όλες αυτές τις ιστορίες και τις ενοποιούν: η Αξιώτη γράφει εντέλει μία και μόνο ιστορία, την ιστορία της ζωής της, σε πολλές και διαφορετικές εκδοχές, πραγματικές και δυνητικές, όπως ξετυλίγεται μέσα στην Ιστορία που αιματοβάφεται.

Φύσει ελεύθερη, σε λίγο θα γίνει και θέσει ανυπότακτη, προσχωρώντας στο ΚΚΕ. Μια από τις περσόνες της, η Πολυξένη στον Εικοστό αιώνα, βρίσκει στο κομμουνιστικό κόμμα όχι μόνο το δίκιο αλλά τους ανθρώπους, γιατρεύεται από τη μοναξιά της. Διά βίου «πιστός πολεμιστής», η Αξιώτη θα δώσει όλες τις μάχες με όλα τα μέσα, χωρίς φόβο και με πάθος, στη μεταξική δικτατορία, την Κατοχή και την Αντίσταση, στον εμφύλιο, στην υπερορία, που δεν είναι μία, αλλά δύο. Η ευτυχής περίοδος του εκπατρισμού στην αγαπημένη Γαλλία, η δυστυχής της εξορίας στις χώρες του Βορρά. Ένα μόνο βάρος της φαίνεται αβάσταγο, ο διχασμός ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που το κόμμα απαιτεί να είναι, όταν της υπαγορεύει πώς πρέπει να γράφει. Στη βαριά εξορία προστίθεται μια βαριά προσπάθεια αναμόρφωσης, που γίνεται ακόμη πιο αβάσταχτη μετά την εμπειρία της ελευθερίας στη Γαλλία. Είναι για κείνην ένας διχασμός πραγματικός θάνατος.

Με πείσμα πολύ, με πόνο και με κόστος τεράστιο, η Αξιώτη θα κρατήσει τη γραφή της ακέρια και ελεύθερη, το πρωτοποριακό, βαθιά ελληνικό και λαϊκό μοντερνιστικό έργο της ενιαίο κι αδιαίρετο στην ποιητική του πνοή, ολοζώντανο και μαζί μοναδικό. Αυτό το έργο, που λάμπει μοναχικό στον αστερισμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας, παρότι έχει μελετηθεί κι αναδειχτεί από σημαντικές ερευνήτριες όπως η Μαίρη Μικέ και η Μαρία Κακαβούλια, παραμένει άγνωστο στο ευρύ κοινό, στις μέρες μας τουλάχιστον. Με το μικρό αυτό αφιέρωμα θέλουμε να το ξανασυστήσουμε στους αναγνώστες. Θερμά. Για όλα όσα τα σπουδαία, αληθινά έργα μάς μαθαίνουν για τον εαυτό μας και τον κόσμο, όπως είναι και θα είναι. Γιατί «άμα δεν ήτανε τα πρωτινά, θα ’τανε και τα τώρα; Κι όσα θε να ’ρθουν ύστερα; Δε θα ’τανε». Το ξέρει καλά η σοφή γριά Μπιατριζώ. Κι αυτό ισχύει και για τον κόσμο και για τις γραφές του…

 

«Ο καιρός έρχεται και φεύγει. Αυτός είναι εκείνος που θα πει την τελευταία λέξη, για όλα αυτά που γράφει η Κάδμω: για το νεκρό ή για τη γαζία, που ξεπερνούσε τον τοίχο εκείνης της αυλής» (Κέδρος, 2015, 91). Έτσι κλείνει η διήγηση της Κάδμως και μαζί το έργο της Μέλπως Αξιώτη. Θα προλάβει να τη δει δημοσιευμένη. Την είχε δουλέψει με τον Γιάννη Ρίτσο, που αγκάλιασε τη «μοναχούλα, σιωπηλή, αγαπημένη» εκπατρισμένη φίλη του (12.10.1962)[1] όταν αυτή αποφάσισε να ξαναενώσει τα κομμάτια της, να ξαναβρεί τη φωνή της και να προσπαθήσει να γυρίσει πίσω στην πατρίδα που τόσο είχε αγαπήσει και τόσο είχε παλέψει να κρατήσει ζωντανή στη μνήμη της τις λέξεις, τις εικόνες, τους ήχους, τα χρώματα, τις μυρωδιές της.

Αυτή η μνήμη, που αποτελεί έναν οδηγητικό μίτο στο έργο της, την προδίνει πια, μαζί και το κορμί της, όταν δουλεύουνε μαζί με τον Ρίτσο την Κάδμω, τον μονόλογο-απόλογο μιας ζωής και μιας φωνής κομματιασμένης μέσα στον αχό των συγκρούσεων, θερμών, ψυχρών, εμφύλιων, του 20ού αιώνα, όπως πλαισίωσαν και βάθυναν τον πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων. Γιατί, όπως το ξέρει πολύ καλά η Κάδμω, «αντέχουν, αντέχουν τα όντα, τα πράγματα, και ξαφνικά τσακίζουν» (Κάδμω, 28). Έτσι κι Αξιώτη. Άντεξε στην ξενιτιά. Επέστρεψε στην Ελλάδα τον Δεκέμβρη του 1964, με την υπηκοότητα στο διαβατήριό της κενή, αφού της την είχε στερήσει το ελληνικό κράτος, για απλή επίσκεψη. Έξι μήνες αργότερα, την πήρε πίσω την πολυπόθητη υπηκοότητα, μαζί και το δικαίωμα να ζήσει πια στον τόπο της, μετά από δεκαοχτώ χρόνια. Και πριν προλάβει να χαρεί, τσάκισε.

 

Πολλές ζωές…

 

Η Αξιώτη είχε φύγει από την Ελλάδα τον Μάρτη του 1947. Οργανωμένη στο ΚΚΕ από το 1936 –και για πάντα– είχε συμμετάσχει δραστήρια στην Αντίσταση, είχε ζήσει τα Δεκεμβριανά και τη Βάρκιζα και συνέχιζε την παράνομη δράση της μέσα στον εμφύλιο με κίνδυνο να πάει, ανά πάσα στιγμή, να συναντήσει τις σκοτωμένες φίλες της, που στοιχειώνουν τη μνήμη και τα κείμενά της. Ξεκίνησε λοιπόν για τη Γαλλία, τάχα για σπουδές, αφήνοντας ήδη πίσω της κάμποσες ζωές.

Είχε μεγαλώσει σε μια αρχοντική οικογένεια που ριχνόταν όλη καταπάνω της με αγάπη, να απαλύνει τον πόνο της για την απουσία της μάνας που την είχε εγκαταλείψει· σε έναν τόπο και μια λαϊκή κοινότητα που κρατούσαν ζωντανούς τους μύθους τους στην καθημερινή ζωή και ομιλία κι είχανε χαραχτεί για πάντα στον νου και την ψυχή της – όπως και η Γαλλία, την οποία είχε μάθει να αγαπάει από τα γεννοφάσκια της. Είχε φύγει μικρό κοριτσάκι από το σπίτι αυτό για να πάει οικότροφος στις Ουρσουλίνες της Τήνου. Είχε παντρευτεί στα είκοσί της χρόνια έναν δάσκαλό της κι είχε χωρίσει. Γαλουχημένη από την οικογένειά της με την αγάπη του λαού και της Ρωσίας, όπως έλεγε, είχε αρνηθεί την τάξη της. Και είχε διαμορφώσει τη λογοτεχνική της ιδιοπροσωπία, ως γυναίκα και κομμουνίστρια.

Το προπολεμικό της έργο, το μυθιστόρημα Δύσκολες νύχτες (1938), η ποιητική Σύμπτωση (1940), η νουβέλα Θέλετε να χορέψομε, Μαρία (1940), είχε προκαλέσει με την καινοτομία του σκάνδαλο στα ελληνικά λογοτεχνικά πράγματα. Το βραβείο που της απένειμε για τις Δύσκολες νύχτες ο Γυναικείος Σύλλογος Γραμμάτων και Τεχνών είχε οδηγήσει εκτός συλλόγου την Πηνελόπη Δέλτα. Ανώνυμοι κι επώνυμοι αρθρογράφοι την καλούσαν να γυρίσει στην κουζίνα της, ζητούσαν να οδηγηθεί σε ψυχιατρική κλινική, να παρέμβει ο Ιωάννης Μεταξάς για να σώσει αυτή τη φορά την Ελλάδα από την «φαγέδαιναν του γλωσσικού κομμουνισμού». Αλλά ο Τίμος Μαλάνος, ο Κλέων Παράσχος, ο Γεώργιος Ξενόπουλος, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Μήτσος Παπανικολάου είχαν επαινέσει τις ριζοσπαστικές αφηγηματικές επιλογές της, την τολμηρή εικονοποιία, την ολοζώντανη προφορικότητά της, που αντλούσε την εντυπωσιακή της δύναμη από το αυτοβιογραφικό βίωμα και τον συλλογικό μύθο, την αυθεντικότητα της γραφής της με τα μοντερνιστικά χαρακτηριστικά και τα, τόσο όσο, υπερρεαλιστικά στοιχεία. Κι ο Κώστας Ουράνης, με τις αισθητικές επιφυλάξεις του και στον δικό του ορίζοντα προσδοκίας, είχε νωρίς εντοπίσει την ιδιαίτερη, έμφυλη διάσταση του έργου της.[2]

Ανάμεσα όμως στους πλέον δριμείς επικριτές της γραφής της ήταν κι οι σύντροφοί της. Τη θεωρούσαν αστική, δυσνόητη, ασύμβατη με τον ρόλο του κομμουνιστή λογοτέχνη κατά το ισχύον σοβιετικό πρότυπο. Κι είχαν δίκιο. Τι σχέση έχει η χειμαρρώδης, παλλόμενη, λαϊκή γραφή της Αξιώτη, σαν γεννημένη μέσα από τη γλώσσα την ίδια, όπως έχει ωραία παρατηρήσει ο Νίκος Ξυδάκης, με τον ζντανοφικής κοπής σοσιαλιστικό ρεαλισμό; Η Αξιώτη όμως είχε υποχωρήσει, είχε απαρνηθεί την «αστική γραφή» της. Έγινε ασμένως «τρικατζής» στην Κατοχή, έγραψε αγωνιστικά κείμενα και διηγήματα, πολύ δυνατά παρά την αυτολογοκρισία που επέβαλλε στον εαυτό της (1945-1946). Και την ίδια στιγμή ξεκίνησε, συνειδητά ή ασύνειδα, ένα επώδυνο ‘λογοτεχνικό κοντραμπάντο’, μια προσπάθεια να κρατήσει ζωντανή τη φωνή της μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της κομματικής ορθοδοξίας, εξέχον δείγμα του οποίου αποτελεί ο συγκλονιστικός Εικοστός αιώνας, αυτό το χρονικό ενός μεγάλου έρωτα, ακυρωμένου από το αίμα των μαχών, των βασανιστηρίων και των εκτελέσεων, όπως προετοιμάστηκαν τα χρόνια που προηγήθηκαν και προετοίμασαν τα όσα σε λίγο θα ακολουθούσαν (1946).

Όλα αυτά στην πραγματικότητα δεν τα αφήνει πίσω της η Αξιώτη, τα παίρνει μαζί της στη Γαλλία, σε έναν άλλον κόσμο, ξένο αλλά οικείο και φιλικό, όπου η γραφή της δεν μετριέται με το πολιτικό υποδεκάμετρο αλλά με όρους αμιγώς αισθητικούς κι ανθίζει μέσα σε μια αριστερή διανόηση άλλη. Μεταφρασμένος, ίσως κι από την ίδια την Αξιώτη, ο Εικοστός αιώνας την κάνει διάσημη. Ο Λουί Αραγκόν –δική του η έννοια «λογοτεχνικό κοντραμπάντο», το οποίο έκανε ποικιλοτρόπως πράξη, εκτός του αρχικού πλαισίου αναφοράς στην Κατοχή– την αποθεώνει, ιδιωτικώς και δημοσίως, μαζί και όλη η αριστερή κριτική. Ο ενθουσιασμένος Νερούντα της τραβάει από τα χέρια ένα χαλασμένο αντίτυπο του γαλλικού Εικοστού αιώνα, που οι μεταφράσεις του διαρκώς πληθαίνουν. Η Αξιώτη γυρίζει τη Γαλλία υπογράφοντας μαζί με μεγάλους Γάλλους και ξένους συγγραφείς το βιβλίο της, πορευόμενη για την ειρήνη, δίνοντας τη μάχη του βιβλίου. Δημοσιεύει κείμενά της στα γαλλικά κομμουνιστικά έντυπα, υπερασπίζεται τους συντρόφους της στην Ελλάδα και κινητοποιεί τη γαλλική διανόηση. Είναι η μεγάλη Ελληνίδα συγγραφέας, μια συγγραφέας του κόσμου, που δεν χρειάζεται πια να παίζει κρυφτούλι με καμία ηγεσία και καμία εξουσία. Καρπός της ευτυχισμένης αυτής περιόδου, όπου οι διχασμοί καταλαγιάζουν, είναι το γαλλικό της μυθιστόρημα Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη, ένα πολυδιάστατο κείμενο που αποδεικνύει την αδιάλειπτη συνέχεια της γραφής της στον χρόνο. Αναμένεται με αδημονία από τους γάλλους φίλους της, αλλά δεν θα εκδοθεί ποτέ. Η Αξιώτη θα ξαναβρεθεί στον δρόμο, με ένα σακούλι στο χέρι, ανάμεσα σε ξιφολόγχες. Την απελαύνουν αιφνιδιαστικά από τη Γαλλία στην Ανατολική Γερμανία.

 

…και «εξορίες σε τόπους που μήτε στη γεωγραφία δεν έβρισκες, δε σου κινούσαν τπ ενδιαφέρον»

 

Έτσι τελειώνει άλλη μια ζωή, ευτυχισμένη, και ξεκινά «το αναγκαστικό ταξίδι» της στις χώρες του βορρά, πάντα με «μια πίστη ανοικονόμητη», που πολύ γρήγορα θα συντριβεί στις συμπληγάδες της κομματικής λογοκρισίας και θα θαμπώσει από τη μοναξιά και τη συννεφιά. Το γαλλικό της μυθιστόρημα δεν γίνεται αποδεκτό, είναι (και πάλι) πολύ αστικό. Στα διηγήματα Σύντροφοι, καλημέρα!, που γίνονται αποδεκτά προς έκδοση (1953), η Αξιώτη κλείνει κάποια θραύσματά του, σε μια προσπάθεια να ξαναρχίσει το σωτήριο κοντραμπάντο. Αλλά o ορίζοντας είναι σκοτεινός, κυριολεκτικά και μεταφορικά, κι όλο στενεύει. Οι ξένοι φίλοι που απέκτησε στη Γαλλία χάνονται λίγο-λίγο κι οι Έλληνες φίλοι είναι πολύ μακριά. Η Αξιώτη αφοσιώνεται για κάμποσα χρόνια στην κομματική δουλειά και στη μετάφραση, μοναχική κι απελπισμένη.

Αλλά η ακατάλυτη δίψα για πραγματική ζωή, που αναβλύζει και μες από τα κείμενά της σε πείσμα του πόνου και της θλίψης, μια ζωή που ταυτίζεται γι’ αυτήν με τη γραφή, δεν την εγκαταλείπει. Στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται με την αποσταλινοποίηση, ξαναπιάνει το νήμα. Ξαναβρίσκει τη φωνή της σε ένα ποίημα με εύγλωττο τίτλο, Κοντραμπάντο (1959), «ένα αληθινό ποίημα – μη προαποφασισμένο (ξέρεις εσύ τι θα πει αυτό), που ανακαλύπτεται στο δρόμο του, διατηρώντας όλη τη θερμότητα της ίδιας του της λειτουργίας· λίγο-λίγο συνειδητοποιείται», όπως της γράφει ο Γιάννης Ρίτσος, με τον οποίο επανασυνδέεται, στην αρχή διστακτικά και αμυντικά, έπειτα με εμπιστοσύνη και θέρμη (24.4.1960). Ακολουθούν τα Θαλασσινά (1961). Η επιστροφή στην Ελλάδα. Η Επιθεώρηση Τέχνης. Ο ξανακερδισμένος χρόνος της ελληνικής λογοτεχνίας. Η επανέκδοση του πρώτου της μυθιστορήματος και η έκδοση της διήγησης Το σπίτι μου (1965). Τα ταξίδια στην Ευρώπη όπου ξαναβρίσκει τους παλιούς φίλους. Θεριεύει η επιθυμία και η προσδοκία για μια, ακόμη, νέα ζωή, όπου θα έχει τελειώσει πια οριστικά η απομόνωση και για την ίδια και για τα βιβλία της και η οντότητά της δεν θα προσφέρεται πια κομματιαστά (Κάδμω, 57). Αλλά δεν υπάρχει χρόνος. Σε δυο χρόνια, εγκαθιδρύεται η χούντα. Είναι μόνη και χωρίς πόρους. Δυο-τρεις φίλοι μονάχα πλάι της, κυρίως η Νανά Καλλιανέση, ο Ρίτσος... Δεν υπάρχει γι’ αυτήν ούτε τόπος. Η φωνή της ραγίζει. Μετά σιωπή.

 

Και το έργο, ακατάλυτο

 

Μένουν πίσω τα έργα της, όμως, κι αναμετριούνται νικηφόρα με τον καιρό. Το είχε σοφά προείπει ο Ρίτσος (23.1.1961):

Άστην την καημένη τη Woolf μες στο ποτάμι. Η Μέλπω θα μείνει όρθια πάνω στο γεφύρι που έχτισε με την τέχνη της για να περνοδιαβαίνει ανεμπόδιστα απ’ το χτες στο σήμερα, απ’ το σήμερα στο αύριο – όλο σ’ ένα μακρυνότερο αύριο, ενώνοντας φιλικά τις εποχές, τους ανθρώπους, τα έργα τους, τα πράγματα.

Σκέφτομαι ότι η Αξιώτη μπορεί να την ήξερε, να την είχε ακούσει έστω τη Βιρτζίνια Γουλφ, όταν ξεκίνησε να γράφει: «Αυτό τον καιρό γίνεται μεγάλη φασαρία μ’ ένα βιβλίο που λέει για γυναικεία ζητήματα, γυναίκα το είχε γράψει, και τόσο πολύ, μα τόσο πολύ που αρέσει! Μπα! Ένα τέτοιο, λες με το νου σου, σίγουρα πως κι εγώ θα μπορώ να το γράψω. Και σκέψου πως ποτέ στη ζωή σου δεν είχες γράψει τίποτα, εξόν από επιστολές» (Κάδμω, 12). Μπορεί και όχι. Πάντως το βιβλίο αυτό το έγραψε και το ξανάγραψε, με τρόπο συγκλονιστικό, αφηγούμενη τη ζωή και τον καιρό της μέσα από τις γυναικείες περσόνες της –«γιατί η γυναίκα προπαντός είναι πλάσμα παραμυθένιο» (Κάδμω, 19). Έγραψε για τον άνθρωπο μέσα στη φύση, μέσα στην κοινότητα, μέσα στην Ιστορία, που «συγκεντρώνει ό,τι εμείς οι ζωντανοί της δίνομε, μέσα στους χρόνους που διαβαίνουν»· σίγουρη πως «η ζωή φτιάχνει τα βιβλία, κι εκείνα ξαναφτιάχνουν τη συνέχεια της ζωής» (Κάδμω, 73, 84). Με έναν ιδιότυπο, δραστικό μοντερνισμό, τον οποίο επινόησε μέσα από την παράδοση και τη ζωντανή γλώσσα – μια γλώσσα βιωματική, βιολογική εντέλει, όπως εύστοχα τη χαρακτηρίζει ο Δημήτρης Μαρωνίτης, στον οποίο ο λόγος είναι ανάσα και η μορφή δημιουργεί εξ υπαρχής το θέμα, όπως περίπου έλεγε στον Γιάννη Ρίτσο σχολιάζοντας ένα ποίημά του, μυθοποιώντας την πραγματικότητα.

Μπορεί λοιπόν να την ήξερε μπορεί να μην την ήξερε τη Βιρτζίνια Γουλφ η Αξιώτη. Μικρή σημασία έχει. Το βέβαιο είναι ότι, όσο κι αν εμποδίζει η γλώσσα την είσοδό της στον παγκόσμιο κανόνα, στέκει σήμερα πλάι της και πλάι σε όλες τις μεγάλες και όλους τους μεγάλους συγγραφείς και ποιητές που ανανέωσαν το βλέμμα μας στον κόσμο και την πίστη μας στον άνθρωπο. Κι ο καιρός δεν έχει πει καν ακόμη την τελευταία του λέξη.

 

Σημειώσεις

1. Βλ. Γιάννης Ρίτσος-Μέλπω Αξιώτη, Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά. Σπαράγματα αλληλογραφίας (1960-1966), επιμέλεια, εισαγωγή, σημειώσεις Μαίρη Μικέ, Άγρα, 2015.

2. Για μια σύνοψη της κριτικογραφίας, βλ. Μαίρη Μικέ, Μέλπω Αξιώτη. Κριτικές περιπλανήσεις, Αθήνα, Κέδρος, 1996. Για το παράθεμα του Ν. Μοσχόπουλου ειδικότερα, βλ. σ. 101.

 

Τιτίκα Δημητρούλια Περισσότερα Άρθρα
Tags:
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet