Αρκετά συχνά ακούμε τη φράση «δεν βλέπω καθόλου τηλεόραση» ή την αντίστοιχη «δεν έχω καν τηλεόραση». Πραγματολογικά η φράση αυτή περιγράφει την απουσία του δέκτη της τηλεόρασης, ωστόσο –σημασιολογικά– δεν υποδηλώνει την απουσία έκθεσης σε τηλεοπτικά προϊόντα. Τόσο στην περίπτωση που η τηλεόραση δεν είναι συνδεδεμένη με κεραία, όσο και στην περίπτωση που δεν υπάρχει τηλεοπτικός δέκτης, ο θεατής εκτίθεται σε πληθώρα προϊόντων μέσω άλλων οθονών ή διαύλων. Για παράδειγμα, τα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα και οι ενημερωτικές ιστοσελίδες μπορούν να αντικαταστήσουν τις τηλεοπτικές ειδήσεις∙ οι συνδρομητικές πλατφόρμες ροής κατά παραγγελία παρακολούθησης (on-demand streaming platforms) μπορούν να αντικαταστήσουν τις εκπομπές της παραδοσιακής τηλεόρασης. Ενώ, σε καμία από τις παραπάνω περιπτώσεις ο χρήστης/θεατής δεν απαλλάσσεται από τις διαφημίσεις, καθώς αυτές έχουν εισχωρήσει σε όλους τους ψηφιακούς χώρους και μάλιστα είναι περισσότερο επιθετικές, καθώς οι αλγόριθμοι –«κυριευμένοι» από μαθηματική βεβαιότητα– προσφέρουν εξατομικευμένο υλικό που δεν είναι πάντα εφικτό να αποφευχθεί.

Η κατ’ απαίτηση παρακολούθηση, όπως αυτή πραγματοποιείται μέσω των πλατφορμών ροής με δημοφιλέστερη την πλατφόρμα Netflix, έχει μεταμορφώσει την εμπειρία της παρακολούθησης τηλεοπτικών προγραμμάτων. Αν και η παραδοσιακή τηλεόραση εξακολουθεί να καταλαμβάνει σημαντικό χώρο στην ενημερωτική και ψυχαγωγική εμπειρία, οι ιδιότητες των πλατφορμών προσελκύουν όλο και μεγαλύτερο τηλεοπτικό κοινό. Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την παραδοσιακή και την κατ’ απαίτηση παρακολούθηση, βρίσκεται η ευελιξία της πρόσβασης στα τηλεοπτικά προγράμματα, η οποία καταργεί τις ζώνες προγραμμάτων (π.χ. πρωινή, μεταμεσονύχτια), αλλά και τη διάκριση ελεύθερου χρόνου και χρόνου εργασίας (ή μαθημάτων), καθώς το τηλεοπτικό πρόγραμμα μπορεί να συνοδεύει τον θεατή ακόμα και σε χώρους που προηγουμένως δεν θα ήταν εφικτό (και αποδεκτό). Επιπρόσθετα, οι πλατφόρμες, όπως το Netflix, δημιουργούν μια ομοιογενή, παγκόσμια εμπειρία ως προς τα τηλεοπτικά προγράμματα τα οποία, πέρα από μυθοπλασία, περιλαμβάνουν ταινίες βασισμένες σε αληθινά γεγονότα και ντοκιμαντέρ. Συμπληρωματικά, η μόνωση της ροής, λόγω της απουσίας διαφημίσεων και άλλων παρεμβαλλόμενων παραγόντων, δημιουργεί το αίσθημα της «καθαρής» παρακολούθησης και ενισχύει την εμβύθιση στον αφηγηματικό κόσμο του τηλεοπτικού προγράμματος.

Η εμβύθιση στην τηλεοπτική φαντασίωση (Green & Brock, 2000)1, ως μια ξεχωριστή νοητική διεργασία αφομοιωτικής συγχώνευσης της προσοχής, των εικόνων και των συναισθημάτων κατά τη φαντασιακή μεταφορά σε έναν αφηγηματικό κόσμο, με ταυτόχρονο γνωστικό αποκλεισμό των ερεθισμάτων του άμεσου περιβάλλοντος (Green, 2004)2, αποτελεί μια βιωματική ανταπόκριση στον κόσμο του τηλεοπτικού προγράμματος, ο οποίος μεταμορφώνεται σε έναν πραγματικό τόπο. Η συναισθηματική εμπλοκή αναδεικνύεται και στην ανάγκη των θεατών, οι οποίοι μέσα από τη συμμετοχή τους σε ψηφιακές, παγκόσμιες κοινότητες, ανασυντάσσουν το επιθυμητό τέλος που συνήθως περιλαμβάνει τη λύτρωση των καλών και την τιμωρία των κακών. H συνθήκη αυτή περιγράφεται ως ασυνήθιστη ανασύνταξη (Gerrig, 1993, οπ. αναφ. οι Green & Brock, 2000) και αφορά την ενεργή γνωστική επεξεργασία της πλοκής, ώστε να επέλθει ένα διαφορετικό αποτέλεσμα, ακόμα κι όταν αυτό δεν είναι εφικτό, όπως π.χ. όταν μια τηλεοπτική σειρά έχει ολοκληρώσει την προβολή της.

Πέρα από τις κοινωνικοποιητικές και ανακουφιστικές –καθώς αποσυνδέουν τους θεατές από τη δυσφορία της άμεσης πραγματικότητας– ιδιότητες της μεταφοράς του θεατή στον τόπο της αφήγησης, η εμβύθιση φαίνεται να επιτελεί έναν ακόμα σκοπό: Καθώς οι αφηγηματικοί κόσμοι των τηλεοπτικών προγραμμάτων ή των βιβλίων αποτελούν δημόσιες αφηγήσεις (Cyrulnik, 2010/2008)3, στον αντίποδα των προσωπικών αφηγήσεων που αντλούνται από την άμεση, βιωμένη εμπειρία, επηρεάζουν ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις, ομογενοποιώντας τις. Η περίπλοκη αφηγηματική πλοκή, τα αγωνιώδη φινάλε, οι γοητευτικοί ήρωες, σε συνδυασμό με την ψευδαίσθηση του ελέγχου επί της συμπεριφοράς παρακολούθησης, τη μόνωση της ροής και την αποσύνδεση από την απτή πραγματικότητα, ενδέχεται να παρακάμψουν ήδη εδραιωμένες πεποιθήσεις και, μέσω της σαγήνευσης του θεατή, να λειάνουν τις αντιφάσεις μεταξύ αυτών που ήδη γνωρίζει και αυτών στα οποία εκτίθεται μέσω της δημόσιας αφήγησης.

Η μακροχρόνια πλέον μελέτη του πεδίου της Κυβερνοψυχολογίας στη χώρα μας καταδεικνύει το κίνητρο της απόδρασης από την απτή πραγματικότητα ως τον σημαντικότερο παράγοντα της συναισθηματικής προσκόλλησης στα τεχνολογικά εργαλεία και ψηφιακά περιβάλλοντα. Οι κόσμοι της οθόνης αποτελούν τα καταφύγια σε ένα περιβάλλον πραγματικών αλυσιδωτών κρίσεων, που διαταράσσουν πρωτίστως την υπαρξιακή ασφάλεια και σταθερότητα που όλοι οι οργανισμοί χρειάζονται για να εδραιωθούν. Η συνήθεια της απόδρασης μέσω της εμβύθισης σε μυθοπλαστικούς κόσμους που παρέχουν ανακούφιση στην οντολογική ανασφάλεια, αποτρέπουν τα «επικίνδυνα κενά» της σκέψης, όπως περιέγραφε ο Aldous Huxley4 για τη χρήση των μαγικών χαπιών που επέτρεπαν τα αναζωογονητικά νοητικά ταξίδια, όποτε ο νους παρέκκλινε από τη σταθερή και ομοιογενή αντίληψη της πραγματικότητας του «θαυμαστού κόσμου».

 

Σημειώσεις:

1. Green, M.C. & Brock, T.C. (2000). The role of transportation in the persuasiveness of public narratives. Journal of Personality and Social Psychology, 79, 5, 701-721, https://doi.org/10.1037/0022-3514.79.5.701

2. Green, M. C. (2004). Transportation into narrative worlds: The role of prior knowledge and perceived realism. Discourse Processes, 38(2), 247–266.

3. Cyrulnik, B. (2010/2008). Η Αυτοβιογραφία Ενός Σκιάχτρου. Κέλευθος.

4. Huxley, A. (1932/1991). O θαυμαστός καινούργιος κόσμος. Εκδόσεις Μέδουσα.

 

Ανθή Σιδηροπούλου Η Ανθή Σιδηροπούλου είναι επίκουρη καθηγήτρια «Ψυχολογίας της Επικοινωνίας με έμφαση στην Κυβερνοψυχολογία», ΕΜΜΕ ΕΚΠΑ Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet