Ο Τάκης Καφετζής δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας. Και για όλους όσοι είχαν την τύχη να τον έχουν συναναστραφεί, η απροσδόκητη απουσία του είναι και θα παραμείνει ανεξήγητη και βαθύτατα συνταρακτική.

Πολλώ μάλλον που τίποτε, ούτε καν η πάροδος του χρόνου, δεν μας βοηθά να καταλάβουμε «ποιος» και «τι» ήταν αυτός που χάσαμε. Ούτε όμως και συμβάλλει στην ανασυγκρότηση των πάντα συγκεχυμένων και επιλεκτικών μας αναμνήσεων.

Το μόνο που μπορούμε, λοιπόν, να κάνουμε είναι να «πενθήσουμε» τον χαμό του ερήμην του, σε ένα «νέο» κόσμο από τον οποίο απουσιάζει, σε ένα «μετά-κόσμο», όπου θα προσλαμβάνεται πλέον μόνο με τη μορφή αχνών, δυσερμήνευτων και συχνά αλληλοαναιρούμενων εικόνων.

Να πενθήσουμε την εξαφάνιση μιας ηχηρής παρουσίας που δεν εκφράζονταν μόνο με τον λόγο του, αλλά και με μια εντελώς δική του ματιά, που φαινόταν να σχολιάζει τα πάντα δίχως να αποφαίνεται για τίποτε, μια ματιά που έμοιαζε να προτάσσει αλήθειες ακόμα και όταν παρέμενε βουβή.

Τον είχα πρωτογνωρίσει όταν ως νεαρό ακόμα παιδί έκανε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Παρίσι.

Η προσωπική «χημεία» ανάμεσά μας χρονολογείται όμως από τότε που, πριν από σαράντα και πλέον χρόνια, άρχισε να εργάζεται ως ερευνητής στο ΕΚΚΕ.

Ήδη από την αρχή υπήρξε ο μόνιμος πλέον συνεργάτης μου, ο αναντικατάστατος συνομιλητής μου σε ό,τι αφορά τις θεωρητικές και ερευνητικές μου ενασχολήσεις και, από μια στιγμή και πέρα, ο εν όπλοις αδελφός μου. Μαζί με τον άλλο αδελφικό μου φίλο, Ηλία Νικολακόπουλο, που, ειρωνικά, χάθηκε έναν ακριβώς χρόνο πριν από τον Τάκη, είχαμε συγκροτήσει μια άτυπη, και διαχρονική, πιστεύαμε, «ερευνητική τριάδα». Ακόμα και αν ο καθένας ακολούθησε τελικώς της δική του υπαρξιακή μοίρα, η κοινή πορεία μας στην κοινωνική έρευνα έμοιαζε πλέον προδιαγεγραμμένη.

Η κοινή αυτή στάση προϋπέθετε, βέβαια, μια σειρά από σαφείς πολιτικές, επιστημολογικές και ιδεολογικές ταυτίσεις. Πολύ σημαντικότερη, όμως, υπήρξε η βαθύτερη σύγκλιση των ανομολόγητων υπαρξιακών μας προβληματισμών. Η σχέση μου με τον Τάκη έμοιαζε να λειτουργεί ως καθρέφτης των δικών μου επίμονων εσωτερικών αντιφάσεων, αμφιβολιών και δισταγμών. Όπως και εγώ, ήταν πεπεισμένος πως το πρώτιστο «καθήκον» ενός κοινωνικού στοχαστή που αναζητά την αλήθεια, δεν είναι να εξηγεί και να ερμηνεύει απλώς τη δεδομένη «κανονικότητα» ενός κόσμου που «υπάρχει» απλώς σε νοηματική αντιδιαστολή με όλα όσα «δεν υπάρχουν». Ο κόσμος των ανθρώπων θα πρέπει επιπλέον να προσλαμβάνεται σε αξιακή αντιπαράθεση με έναν «άλλο» ιδεατό κόσμο που θα «θέλαμε» να υπάρχει, μια κοινωνία δηλαδή που δεν υπάρχει ακόμα ή, ίσως, και δεν θα υπάρξει ποτέ.

Ως γνήσιο ή έκθετο τέκνο του Διαφωτισμού, ο Καφετζής ήταν πριν από όλα ταγμένος στην υπηρεσία της επί γης προόδου. Δεν έβλεπε τον εαυτό του ως «ουδέτερο» και αποστασιοποιημένο ερμηνευτή ενός ανεξέλεγκτου και αδιάφορου ιστορικού γίγνεσθαι. Παρέμενε ο στρατευμένος συναυτουργός ενός ακαθήλωτου οράματος.

Ως βαθύτατα ρεαλιστής όμως, ήξερε επίσης πως η πανούργα ιστορία ουδέποτε δεσμεύεται να επιβραβεύσει το οποιοδήποτε προτασσόμενο «σωστό», δίκαιο ή έλλογο «δέον». Δεν βαυκαλιζόταν, λοιπόν, πως θα μπορούσε να συμβάλει με τις πράξεις του στη βελτίωση του περιρρέοντος κόσμου. Μαζί με τον Κορνήλιο Καστοριάδη πίστευε πως «εμείς πρέπει να κάνουμε ό,τι οφείλουμε, εντέλει όμως θα συμβεί αυτό που θα συμβεί». Κανένας δεν ελέγχει την ιστορία.

Τις ενδιάθετες αυτές επιφυλάξεις τις κρατούσε όμως για τον εαυτό του. Η «υπαρξιακή» του αγωνία προέκυπτε μόνο έμμεσα, μέσα από την εμμονή του στη σημασία των αόρατων διασυνδέσεων ανάμεσα στην εξέλιξη των ιδεών και των λέξεων και στην αενάως δομούμενη και αποδομούμενη υλική πραγματικότητα. Πίστευε ακράδαντα πως αντίθετα με τα φυσικά φαινόμενα που, εν δυνάμει τουλάχιστον, είναι πάντα αποκρυπτογραφήσιμα, οι κοινωνικές διεργασίες είναι εκ προοιμίου αδύνατο να ορισθούν με ακρίβεια, ή να προβλεφθούν με βεβαιότητα. Τα απελθόντα αίτια ουδέποτε προδικάζουν τα υπό συνεχή ανασκευή αιτιατά.

Το ζήτημα δεν είναι βέβαια απλής επιστημολογικό. Σε τελευταία ανάλυση όλες οι ανθρώπινες επιλογές και πράξεις επηρεάζονται αποφασιστικά από τις (τραυματικές ή μη) εμπειρίες των δρώντων προσώπων, και τους σύνθετους παράγοντες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση και την καλλιέργεια της στάσης τους σε σχέση με τον έξω κόσμο και δεν είναι βέβαια δυνατό να ξέρουμε «πώς» δημιουργήθηκε και αποκρυσταλλώθηκε η σπάνια και ανεπανάληπτα πλούσια και ταυτοχρόνως αντιφατική προσωπικότητα του Τάκη Καφετζή.

Ένα μόνο είναι όμως βέβαιο. Ο Τάκης που γνωρίσαμε δεν ήταν ένα απλό ή τυχαίο αποτέλεσμα μιας «φυσικής επιλογής». Υπήρξε το αενάως μετασχηματιζόμενο και ακαθήλωτο προϊόν μιας διαρκούς και επίπονης δικής του προσπάθειας αντιμετώπισης της δικής του «ταυτότητας» και των δικών προσωπικών του αδιεξόδων. Αν, με τα λόγια του Πωλ Βαλερί «όλοι μας γεννιόμαστε πολλοί και πεθαίνουμε ένας», ο Τάκης Καφετζής επέλεξε εν γνώσει του να εξελιχθεί, να ζήσει και, εντέλει, να πεθάνει όπως ακριβώς γεννήθηκε, δηλαδή «ως ταυτοχρόνως πολλοί» ή ίσως και ως «όσο το δυνατό περισσότεροι».

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως έπαψε να παλεύει με τη μάταια προσπάθεια ερμηνείας και αφήγησης μιας ενιαίας συγκροτούμενης εαυτικής του ταυτότητας. Αναλαμβάνοντας, όμως, να αντιπαρατεθεί με το σκοτεινό χάος του κόσμου και το ονομαστό άγνωστο της ψυχής του, επέλεγε να υποστεί τις αδήριτες συνέπειες της προδιαγεγραμμένης αποτυχίας. Γνώριζε βέβαια εξ ιδίας πείρας ότι από τη στιγμή που είναι αδύνατο να ξεπεραστούν οι εσωτερικές σου αντιφάσεις, η επιλογή να τις αντιμετωπίζεις κατά πρόσωπο, δεν μπορεί παρά να παραμένει ατελέσφορη, ίσως και μάταια.

Δεν δείλιαζε, όμως, μπροστά στην προοπτική της αποδυνάμωσης ακόμα και των «δικών του» κανονιστικών αφετηριών.

Όταν έχεις οδηγηθεί στο να εκφράζεσαι ως σκωπτικός απέναντι στις κάθε λογής εκλογικεύσεις, ως σκεπτικιστής απέναντι σε όλες ανεξαιρέτως τις αποκρυσταλλωμένες δοξασίες και ως δύσπιστος απέναντι σε όλες τις κατά παράδοση εμπεδωμένες βεβαιότητες, δυσκολεύεσαι να προσδώσεις συγκεκριμένο νόημα στην ίδια του τη ζωή. Με αποτέλεσμα να εκφράζεσαι συχνά ως σιωπηλός. Εκτός βέβαια αν σου είναι αδύνατο να μην εκφράζεσαι. Και αυτό ακριβώς ισχύει, νομίζω, σε σχέση με τις επιλογές ενός ανθρώπου όπως ο Καφετζής, που πριν από όλα τ’ άλλα θεμελιωνόταν στην αφετηριακή ηθική πρωτοκαθεδρία της αναπαλλοτρίωτης εσωτερικής ελευθερίας του. Ως νοσταλγός μια αδύνατης πλέον στην εποχή μας δημιουργικής αυτονομίας, ο Τάκης Καφετζής υπήρξε ένας από τους ελάχιστους ελεύθερους ανθρώπους που αρνούνταν να καταφύγει στα ανακουφιστικά καταφύγια της συμβατικής συνυπογραφής ενός a priori δεσμευτικού «Συμβολαίου» με τους συνανθρώπους του. Το «ήθος» του παρέμενε έτσι αυστηρά προσωπική του υπόθεση. Δεν μπορούσε, βέβαια, να απολαμβάνει ανεμπόδιστα την ηθική του ανεξαρτησία. Δεν σταμάτησε, όμως, σε καμιά στιγμή να τη βιώνει, να την επιβεβαιώνει και τη διατρανώνει ενάντια σε όλους και σε όλα.

Και δεν υπάρχει αμφιβολία πως το τίμημα που κλήθηκε να πληρώσει ήταν βαρύτατο. Σε όλες τις κρίσιμες καμπές της πορείας του αξιολογούσε τα πράγματα ενώπιος ενωπίω ως «μοναχικός», εντέλει δε και ως «μόνος». Και γι’ αυτό ίσως τον λόγο δεν επιδίωξε ποτέ να οικοδομήσει ούτε μια συγκεκριμένη και αναγνωρίσιμη προς τα έξω «ταυτότητα», ούτε μια άρτια και συνεπή «εικόνα εαυτού» προς τα μέσα. Παρέμενε νοσταλγός μιας απελθούσας εποχής, που επέτρεπε σε όσους το επιθυμούν όχι απλώς να πειραματίζονται και, να αξιοποιούν, αλλά και να απολαμβάνουν τις αντιφάσεις τους.

Ζώντας στον κόσμο που γνωρίζουμε, υποχρεωνόταν, βέβαια, με βαριά καρδιά, να μετέχει στο πάγκοινο επικοινωνιακό παίγνιο των συμβολικών ανταλλαγών, των παγιωμένων αμοιβαιοτήτων και των αυτοαναπαραγόμενων αλληλεξαρτήσεων. Παρέμενε, όμως, πλήρως αποστασιοποιημένος από τις οποιεσδήποτε υφέρπουσες τακτικές σκοπιμότητες. Και γι’ αυτό ίσως να απόφευγε να αντικρίζει ο ίδιος καθημερινά στον καθρέφτη τις παραπλανητικές εικόνες ενός δεδομένου και αναγνωρίσιμου από όλους εαυτού. Θα ’λεγε κανείς, ίσως πως επειδή ακριβώς η «ταυτότητά» του παρέμενε κατ’ εξοχή μη απαντήσιμο δικό του υπαρξιακό ερώτημα, ήταν και το μόνο πράγμα που δεν μπορούσε να μοιραστεί με κανέναν άλλο.

Γιατί όλα τα άλλα (συμβολικά και υλικά) οφέλη τα μοιραζόταν, ή ακόμα και τα χάριζε, με σπάνια γενναιοδωρία. Δεν επιδίωξε ποτέ να αξιοποιεί για τον εαυτό του τη νοητική του διαθεσιμότητα, την ευέλικτη σοφία του, την κριτική του διεισδυτικότητα και την απαστράπτουσα ευφυΐα του. Και σε αυτή ακριβώς την υπαρξιακή ανιδιοτέλεια συνοψιζόταν το ιδιαίτερο και ανεπανάληπτα αλληλέγγυο «ήθος» του.

Ήταν πάντα εκεί, πρόθυμος να δωρίζει αφειδώς την ακούραστη ενέργειά του για να βοηθήσει τους άλλους, δίχως να ζητά την παραμικρή αναγνώριση για τον κόπο του. Προσέφερε τη χαρά του και χαιρόταν προσφέροντας.

Ένα και μόνο παράδειγμα αρκεί. Δίχως να του το έχει ζητήσει κανείς, το 1996 ανέλαβε και διεκπεραίωσε με εξοντωτικούς ρυθμούς επίπονο σχολιασμό, εμβριθέστατη εισαγωγή (τριάντα μεγάλων σελίδων), επιμέλεια, δυο εκτενείς προλόγους και έλεγχο άπειρων υποσημειώσεων ενός δίτομου βιβλίου με διάσπαρτα και εν πολλοίς ξεχασμένα κείμενά του. Όταν είδα το τυπωμένο πια βιβλίο, έμεινα εμβρόντητος. Με σχεδόν αόρατα αχνά γράμματα, το όνομά του υπήρχε βέβαια «κάπου» στο εξώφυλλο. Αλλά, δεν υπήρχε η παραμικρή βιογραφική ή επεξηγηματική αναφορά σε εκείνον που ήταν ουσιαστικά υπεύθυνος για την παραγωγή του. Και όταν το επισήμανα, χαμογέλασε αφοπλιστικά. Αυτό ακριβώς το αινιγματικό χαμόγελο πενθώ!

 

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet