Το ΝΑΤΟ και η «κόκκινη γραμμή»: Όπως συνέβη και με τις κρίσεις στα Βαλκάνια, η Δύση έπεσε στη σλαβική παγίδα και τώρα η ατζέντα υπαγορεύεται από τον Ζελένσκι και τον Πούτιν. Υπνοβατούμε στο μονοπάτι προς τον πόλεμο, χωρίς να εχουμε καταλάβει  πώς και γιατί.

Στην Ιταλία (και σε άλλες χώρες), η κυβέρνηση και η πλειοψηφία των κομμάτων, καθώς και η κοινή γνώμη, είναι κατά της χρήσης των όπλων που παρέχονται στην Ουκρανία, για επιθέσεις εντός της ρωσικής επικράτειας. Δημιουργείται ένα είδος ψευδαίσθησης μερικής «ουδετερότητας» της χώρας, αλλά είναι ακριβώς μια ψευδαίσθηση. Εκτός από το γεγονός ότι δεν έχουμε κανέναν έλεγχο επί των Ουκρανών, οι οποίοι έχουν ήδη χρησιμοποιήσει όπλα από το εξωτερικό σε ρωσικό έδαφος (η Ιταλία έχει πάνω από πενήντα αμερικανικές και νατοϊκές στρατιωτικές βάσεις και φιλοξενεί δεκάδες πυρηνικές κεφαλές στο έδαφός της, προφανώς ελεγχόμενες από τις Ηνωμένες Πολιτείες).

Η Ιταλία – ως χώρα που ηττήθηκε στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο – είναι χωρα με μια πολύ περιορισμένη κυριαρχία. Έχει συμμάχους (πρώην εχθρούς),  που  το υπενθυμίζουν μόλις παρουσιαστεί η ευκαιρία, όπως το 2011 όταν η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και οι ΗΠΑ αποφάσισαν να ανατρέψουν το καθεστώς Καντάφι, τον μεγαλύτερο σύμμαχό της Ιταλίας στη Μεσόγειο, προμηθευτή φυσικού αερίου, πετρελαίου, θεματοφύλακα της Νότιας Δυτικης Μεσογείου, o οποίος είχε γίνει δεκτός, μόλις έξι μήνες νωρίτερα, στη Ρώμη με μεγάλη λαμπρότητα.

 

Καταστροφική εξέλιξη

 

Δεν έχουμε περιθώρια ελιγμών. Το άρθρο 5 του Χάρτη του ΝΑΤΟ κινητοποιεί όλα τα μέλη της Συμμαχίας να υποστηρίξουν άλλα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ σε περίπτωση επίθεσης. Ενδεχόμενο που μπορεί να φαινόταν μακρινό πριν από λίγο καιρό, αλλά τώρα αποτελεί μέρος ενός πιθανού σεναρίου. Δεν είμαστε ουδέτεροι και σε περίπτωση κλιμάκωσης της σύγκρουσης πηγαίνουμε σε πόλεμο, είτε μας αρέσει είτε όχι. Και δεν είναι μόνο αυτό. Δεν μπορούμε να παίρνουμε εμείς τις αποφάσεις, διότι οι πρωτοβουλίες διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών υπέρ της επιθετικής χρήσης όπλων κατά της Ρωσίας μας οδηγούν σε σίγουρη κλιμάκωση. Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση της Ουάσιγκτον, η οποία υπαγορεύει το νέο σύμφωνο ασφαλείας με το Κίεβο, θα είναι καθοριστική.

Πώς φτάσαμε ως εδώ; Στην περίπτωση της Ουκρανίας, η πολεμική προπαγάνδα είχε σημαντικό αντίκτυπο. Μπορεί να έχουμε ήδη ξεχάσει ότι η Ουκρανία ξεκίνησε μια αντεπίθεση πριν από μήνες, σύμφωνα με την οποία θα ανακτούσε ένα σημαντικό μέρος των χαμένων εδαφών. Στην πραγματικότητα, όχι μόνο δεν ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει την αντεπίθεση, αλλά εκτέθηκε σε μια νέα προέλαση από τους Ρώσους. Μια καταστροφή της οποίας η ευθύνη βαρύνει την ουκρανική ηγεσία, αλλά και τους δυτικούς στρατηγούς και πρωτίστως τους Αμερικανούς. Αποδέχτηκαν όλοι την «φάρσα» της αντεπίθεσης χωρίς καν να σχολιάσουν κριτικά την αρνητική έκβασή της: μια καταστροφική διαχείριση που όλοι τώρα  πληρώνουμε. Εξάλλου, τι θα μπορούσαμε να περιμένουμε από τις ΗΠΑ, οι οποίες προέχονται από πρόσφατες  ηχηρές αποτυχίες όπως στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Λιβύη και στη Συρία;  Όσοι, ως πολεμικοί ανταποκριτές, όπως  ο υπογράφων,  έχουν δει πώς  παρεμβαίνουν και πώς λειτουργούν,  δεν εκπλήσσονται από αυτή την καταστροφική εξέλιξη.

 

Χωρίς δημοκρατικές διαδικασίες

 

Οι Ευρωπαίοι, λόγω του διαφορετικού ιστορικού  υπόβαθρου και πολιτικών ευαισθησιών, δεν μπορούσαν να αντισταθμίσουν τα αμερικανικά λάθη. Αντιθέτως, συνέβαλαν στο να καταστεί η κατάσταση δυσκολότερη. Κράτη όπως η Πολωνία, τα κράτη της Βαλτικής, η Φινλανδία, η Δανία και η Σουηδία είχαν προηγουμένως «κρατηθεί σε απόσταση ασφαλείας» από την Μέρκελ, που μετά της αποχώρησή της, βγήκαν από το παρασκήνιο και δρουν μόνες τους και ανενόχλητες.

Εξάλλου, αυτή ήταν η μοίρα της διεύρυνσης της ΕΕ: αποφασίστηκε τη δεκαετία του 1990 από τη Γερμανία και τον Πρόντι στοχεύοντας σε νέες αγορές – αλλά μετά τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, που πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά με στρατιωτικούς όρους, με κάθε άλλο παρα δημοκρατικές διαδικασίες – αποδείχθηκε μια από τις πιο διφορούμενες και αντιφατικές κινήσεις στην ιστορία από πολιτική και στρατηγική άποψη. Το μόνο, τότε,  που χρειαζόταν ήταν συμφωνίες σύνδεσης. Αλλά αλίμονο σε όποιον  τολμάει σήμερα να το αναγνωρίσει…

Σε αυτή την εξέλιξη το Βερολίνο πλήρωσε το υψηλότερο τίμημα. Η Γερμανία ήταν η ατμομηχανή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της πιο σημαντικής χώρας, αλλά πλέον, τώρα δεν αποφασίζει τίποτα! Ο καγκελάριος Σολτς ταπεινώθηκε, ακόμη και πριν ξεκινήσει ο πόλεμος όταν, στις 8 Φεβρουαρίου 2022, ο Μπάιντεν στον Λευκό Οίκο, μπροστά σε ολόκληρο τον κόσμο, τον διέταξε να κλείσει τον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream με τη Ρωσία. Η Μέρκελ τον είχε υπερασπιστεί σθεναρά από τις επιθέσεις του Κογκρέσου και της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Στη συνέχεια, οι Ουκρανοί με τους Δυτικούς τον ανατίναξαν.

Ο πόλεμος, παρά τα εδαφικά κέρδη της Ρωσίας, θα μπορούσε να είχε τελειώσει εδώ, με το προφανές μήνυμα: η Ρωσία έπρεπε να παραμερίσει για πάντα, ή τουλάχιστον για δεκαετίες, τους δεσμούς με την Ευρώπη με παράλληλη συρρίκνωση των ζωνών  ευρωπαϊκής επιρροής. Εάν  προσθέσουμε σε αυτή την εξέλιξη το γεγονός ότι η Ευρώπη έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί ως ενεργός  συνομιλητής τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στη Βόρεια Αφρική και το Σαχέλ. Ο πόλεμος στη Γάζα το επιβεβαιώνει.

Τώρα βρισκόμαστε με μια  Ευρώπη «σλαβικής ώθησης», πολύ μακριά από τις ιδρυτικές αρχές της Ένωσης, με συμμάχους όπως οι ΗΠΑ  και η Μεγάλη Βρετανία έτοιμες να «κλείσουν τους λογαριασμούς» με τη Μόσχα και με μια Γαλλία υπό το κράτος παιδιακίστικων πολιτικών αυτοσχεδιασμών ενός Μακρόν, ο οποίος παρεμπιπτόντως,  στην Αφρική έχει υποστεί ταπεινωτικές ήττες με τους Γάλλους να αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το Μάλι και τον Νίγηρα.

 Έτσι, φτάσαμε, με την ελπίδα να κάνουμε λάθος, στο χείλος μιας ευρύτερης σύγκρουσης!

 

Μετάφραση από το Il Manifesto Ιωσήφ Σινιγάλιας.

 

* Ιταλός πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος της Κομισιόν 1999-2004

 

Αλμπέρτο Νέγκρι Ο Αλμπέρτο Νέγκρι είναι πολεμικός ανταποκριτής. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet