Αρκεί να είσαι γυναίκα στην πολιτική για να αναγνωριστεί η διαφορετικότητά σου, να μπορέσεις να προωθήσεις φεμινιστική ατζέντα, να διεκδικήσεις τον ισότιμο ρόλο σου; Και γιατί η Ακροδεξιά φαίνεται να πριμοδοτεί και να «προτιμά» τις γυναίκες πολιτικούς; Είναι τα ερωτήματα που αυτομάτως έρχονται στο μυαλό με το που βλέπει κανείς τη χαμογελαστή φωτογραφία της Τζόρτζιας Μελόνι με τη Μαρίν Λεπέν, λίγα 24ωρα πριν τις κρίσιμες ευρωεκλογές. Κι αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι πρόδηλη –όχι, δεν αρκεί να είσαι απλώς γυναίκα, εξαρτάται από το πώς αξιοποιείς την ταυτότητά σου, μέσω ποιων πολιτικών διεκδικείς– το δεύτερο ερώτημα απαιτεί πιο σύνθετες, πιο επεξεργασμένες απαντήσεις. Κι αυτό, γιατί ελλοχεύουν κίνδυνοι και παγίδες που μπορούν πανεύκολα να αποπροσανατολίσουν τη συζήτηση.

 

Ακροδεξιά γένους θηλυκού

 

Το 2017, η ακαδημαϊκός Sarra Farris δημοσίευσε ένα βιβλίο που προκάλεσε, με τον τίτλο «Στο όνομα των δικαιωμάτων των γυναικών: η άνοδος του φεμινο-εθνικισμού» (In the Name of Women’s Rights: Τhe Rise of Femonationalism, Duke University Press). Σε αυτό επισημαίνει ότι ένα από τα εντυπωσιακά χαρακτηριστικά που διακρίνουν τα σύγχρονα ευρωπαϊκά εθνικιστικά κόμματα από τα αντίστοιχα παλαιότερα, είναι η επίκληση της ισότητας των φύλων –και περιστασιακά των δικαιωμάτων της lgbtq κοινότητας– μέσα σε μία κατά τα άλλα ξενοφοβική ρητορική. Ενώ από τη μία, τα κόμματα αυτά παρουσιάζουν παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος για την επεξεργασία συγκεκριμένων πολιτικών για την προώθηση της ισότητας των φύλων, από την άλλη προωθούν όλο και περισσότερο την αντι-ισλαμική τους ατζέντα στο όνομα των δικαιωμάτων των γυναικών. Υποστηρίζει ότι ο «φεμινο-εθνικισμός» είναι μια φιλοσοφία, μια κοινή πεποίθηση δεξιών εθνικιστών, νεοφιλελεύθερων, αλλά και ορισμένων φεμινιστριών και φεμοκρατών για την αξιακή υπεροχή της Δύσης στο ζήτημα των δικαιωμάτων των γυναικών έναντι του υπόλοιπου «Άλλου», και εκτιμά ότι αποτελεί ιδεολογικό σχηματισμό, καθώς η κινητοποίηση της ισότητας των φύλων από αυτούς τους κύκλους, με τρόπους που εντείνουν την ξενοφοβία, εξυπηρετεί συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα.

 

Έγκριτες κοινωνιολογικές μελέτες, φέρνοντας ως παράδειγμα το πρότυπο της Λεπέν και ακολούθως της Μελόνι, τις χαρακτηρίζουν ως κομμάτι μιας νέας στρατηγικής δεξιών κομμάτων, που γνωρίζουν πλέον πολύ καλά την επιτυχία που έχουν τέτοιες πολιτικοί στα κατώτερα και μεσαία στρώματα. Κόμματα που ποντάρουν συνειδητά σε γυναίκες, καθώς, όπως εκτιμούν, μπορούν να σπρώξουν με πιο ήπιο τρόπο ακραίες πολιτικές θέσεις στην κοινωνία, με απώτερο στόχο φυσικά τη διεύρυνση της εκλογικής τους βάσης. Σε ένα περιβάλλον, μάλιστα, πολλαπλών απτών προβλημάτων καθημερινότητας, όπως είναι η ανεργία ή η ακρίβεια, η Ακροδεξιά καλεί τις γυναίκες να πάρουν θέση απέναντι σε αυτά, προσφέροντάς τους έτοιμες απλοϊκές λύσεις, χωρίς να φοβάται να κατηγορήσει τους «ενόχους» (το πολιτικό σύστημα, την Αριστερά, τους μετανάστες). Εντάσσοντάς τις σε συλλογικότητες όπου η ιδεολογία και ο λόγος ως προς την ενότητα του έθνους, δίνει την αίσθηση της κοινότητας, της αλληλεγγύης, της οικογένειας και των κοινωνικών δεσμών.

 

Έχει σημασία να θυμηθεί κανείς πώς η Λεπέν, από τη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση και μετά, έχει αμβλύνει τον τρόπο έκφρασης, ακόμα και τις εκφράσεις του προσώπου της, ώστε να θυμίζει κάτι πιο οικείο, πιο απαλό, μία γυναίκα μίας κάποιας ηλικίας που με σοφία και κάποια …τρυφερότητα θα μπορούσε να μιλήσει –χωρίς να ανοίξει ρουθούνι– για ζητήματα επιβολής της τάξης. Που μπορεί να παρουσιάζει τους μετανάστες σαν απειλή για την οικογένεια και σαν σεξουαλική απειλή για τις γυναίκες, αλλά που έχει την προνοητικότητα μερικές φορές να μην τους επιτίθεται απευθείας, αλλά να το κάνει μέσω της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των γυναικών: «Στη Γαλλία σεβόμαστε τις γυναίκες, δεν τις χτυπούμε, δεν τις ζητάμε να κρυφτούν πίσω από ένα πέπλο σαν να ήταν ακάθαρτες. (Εμείς οι γυναίκες) Πίνουμε κρασί όταν θέλουμε, μπορούμε να επικρίνουμε τη θρησκεία και να μιλάμε ελεύθερα».

 

Από την άλλη, η Μελόνι είχε πολλά να μάθει και να πάρει από την πολιτική συμπεριφορά της Λεπέν όλα αυτά τα χρόνια. Μια …στοργική μητέρα του έθνους που συνδυάζει, για παράδειγμα, τις απειλές κατά των αμβλώσεων με τη δωρεά της αποζημίωσης από τη SLAPP αγωγή κατά του δημοσιογράφου Ρομπέρτο Σαβιάνο, σε γυναίκες θύματα έμφυλης βίας.

 

Τα μάτια μας δεκατέσσερα

 

Αναγνωρίζεται, λοιπόν, η γυναικεία χειραφέτηση, αναγνωρίζεται η σεξουαλική απελευθέρωση και ανάγεται σε ένα άλλο επίπεδο, σε ζήτημα εθνικό. Και τώρα, επειδή οι δυτικές γυναίκες που χρειάζονται «προστασία» θεωρούνται σεξουαλικά δραστήριες και απελευθερωμένες, γίνεται μάχη όχι μόνο για να τις προστατεύσουν, αλλά και για να υπερασπιστούν οι ίδιοι οι άνδρες-προστάτες τη σεξουαλική απελευθέρωση από την απειλή που θέτουν οι μετανάστες. Τα ακροδεξιά κόμματα, δηλαδή, αντιμετωπίζουν την ισότητα των φύλων ως πεδίο στο οποίο μπορεί να μετρηθεί ένας «ανώτερος εθνικός εαυτός» έναντι των «κατώτερων» ξένων.

 

Σαφέστατα το θέμα δεν εξαντλείται σε ένα μικρό άρθρο όπως αυτό. Λίγο πριν την κάλπη, ωστόσο, ας μην ξεχνάμε πως η υποστήριξη των δικαιωμάτων των γυναικών από την Ακροδεξιά κρύβει κινδύνους για το ίδιο το φεμινιστικό κίνημα και τις κατακτήσεις του. Με την υποστήριξη –έστω και χωρίς πραγματική πρόθεση– των αρχών της ισότητας από την ακροδεξιά, η ίδια η έννοια του φεμινισμού επαναπροσδιορίζεται, και από συνεχής αγώνας για ισότητα των φύλων αποκτά συντηρητική νοηματοδότηση. Δεν αφορά ένα συνεχόμενο αγώνα για ίσες κοινωνίες, αλλά λαμβάνει ως δεδομένο ότι η ισότητα μεταξύ των φύλων έχει επέλθει και αποτελεί κατάκτηση του δυτικού κόσμου. Εργαλειοποιείται με αυτό τον τρόπο από τους συντηρητικούς και την Ακροδεξιά ως στοιχείο που διαχωρίζει «Εμάς» από τους «Άλλους». Ο φεμινιστικός αγώνας, λοιπόν, είναι πιο επίκαιρος από ποτέ και δεν αφορά μόνο ζητήματα γυναικείων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων θηλυκοτήτων, αλλά δικαιωμάτων γενικότερα.

Γιατί όχι, φυσικά και δεν αρκεί να είσαι απλώς γυναίκα.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet