Μετά τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών και την εν γένει άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, εστιάζουμε στο ελληνικό παράδειγμα, όπου τρία ακροδεξιά κόμματα εκλέγουν ευρωβουλευτές, με τα δύο από αυτά, Ελληνική Λύση και Φωνή Λογικής, να σημειώνουν ιδιαίτερη αύξηση των πραγματικών ψήφων τους, όχι μόνο ποσοστιαία, μέσα σε ένα πλαίσιο ευρείας αποχής. Για τους λόγους ανόδου της ακροδεξιάς απειλής και την αντιμετώπισή της συζητάμε με τον Δημοσθένη Παπαδάτο – Αναγνωστόπουλο, μέλος του Σημείου για τη Μελέτη και Αντιμετώπισης της Ακροδεξιάς.

 

 

Στις ευρωεκλογές καταγράφθηκε σημαντική άνοδος της Ακροδεξιάς, ιδίως της Ελληνικής Λύσης και της Φωνής Λογικής, αλλά και άλλων μικρότερων μορφωμάτων. Πού οφείλεται αυτό; Πρόκειται κυρίως για ανακατανομή των ψήφων των Σπαρτιατών ή και για μετακινήσεις άλλων ψηφοφόρων;

Τα αποτελέσματα των ελληνικών ευρωεκλογών θέτουν την Ελλάδα σε θέση «σημαιοφόρου» σε μια πανευρωπαϊκή τάση ανόδου της Ακροδεξιάς. Ενώ τον Ιανουάριο – Φεβρουάριο, πριν απαγορευτεί το κόμμα των Σπαρτιατών, η Ακροδεξιά καταγραφόταν περίπου στο 15%, τελικά στις εκλογές τα ακροδεξιά κόμματα που μπήκαν στο ευρωκοινοβούλιο συγκεντρώνουν αθροιστικά περίπου το 19,6%. Άρα μπορούμε να μιλάμε, δυστυχώς, για μια Ακροδεξιά που έχει βάλει και στην Ελλάδα πολύ σοβαρή υποψηφιότητα να γίνει η επόμενη «κανονική» Δεξιά. Μια πρώτη απάντηση στο γιατί συμβαίνει αυτό, είναι ότι ενώ η Ακροδεξιά ψηφίζεται από ανθρώπους που κατά πλειοψηφία δηλώνουν ότι ασφυκτιούν από την οικονομική κατάσταση, την ακρίβεια, τις συνθήκες στα νοσοκομεία, τη μη προοπτική βελτίωσης κτλ, ταυτόχρονα αυτοί οι άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι μπορεί και να αλλάξει κάτι σ’ αυτούς τους τομείς. Πρόκειται για ένα πλαίσιο ηγεμονίας της Δεξιάς τα τελευταία 10 – 15 χρόνια. Έτσι, η ατζέντα με την οποία αναγνωρίζεται και ψηφίζεται η Ακροδεξιά και στην Ελλάδα είναι αντι-woke, αντιδικαιωματισμός, αντιμεταναστευτικό κτλ. Αυτό είναι το έκδηλο περιεχόμενο όμως, το λανθάνον είναι ότι υπάρχει μια τεράστια πλειοψηφική δυσαρέσκεια στην κοινωνία για οικονομικούς λόγους, αλλά που δεν μπορεί κανείς να την εκπροσωπήσει. Εφόσον, λοιπόν, δεν φτιάχνεται μια σχέση εκπροσώπησης σ’ αυτή τη βάση, για ένα μέρος της κοινωνίας φτιάχνεται στη βάση μιας τυπικά ακροδεξιάς μεταϋλιστικής ατζέντας.

 

Είναι πιθανό να στραφεί πιο δεξιά και η ΝΔ μετά από αυτά τα αποτελέσματα; Ο Κ. Μητσοτάκης προς το παρόν το αρνήθηκε στη συνέντευξή του στον Alpha, αλλά κατά πόσο μπορεί να γίνει πιστευτό; Διάφορα στελέχη της κυβέρνησης έσπευσαν να πουν ότι αυτό ήταν το μήνυμα της κάλπης.

Από τις δηλώσεις του την Κυριακή το βράδυ, είτε ο ίδιος είτε σύμβουλοί του, φαίνεται να μην έχουν την πρόθεση η ΝΔ να στραφεί τελείως προς τα δεξιά, γιατί από εκεί είναι που χάνει. Προφανώς δεν έχουμε λόγο να δείξουμε εμπιστοσύνη στον κ. Μητσοτάκη, αλλά και ο ίδιος έχει λόγους να μην εμπιστεύεται τη μέχρι τώρα πολιτική του, γιατί εξαιτίας αυτής έχει χάσει 13 μονάδες και έχει εκτοξεύσει την Ακροδεξιά σε όλες τις εκδοχές της. Είναι, λοιπόν, αναποτελεσματική και για τον ίδιο αυτή η πολιτική, γιατί είναι μια πολιτική νομικο-δικαστικού ακτιβισμού για να συμμαζέψει τις πιο ακραίες και φιλοναζιστικές εκδοχές της Ακροδεξιάς, αλλά φτιάχνοντας παράλληλα ένα νέο μοντέλο. Κόβει, δηλαδή, τον Κασιδιάρη δια της συρρίκνωσης του Γιώτη και του Εμφιετζόγλου, αλλά ταυτόχρονα προβάλλοντας Μπελέρη, νόμο και τάξη, αντιμεταναστευτική πολιτική, εναντίωση στη συμφωνία των Πρεσπών κτλ, και μη μπορώντας να μαζέψει την εσωκομματική δεξιά αντίδραση στα δικαιωματικά, έχει φτιάξει ένα πεδίο ανθοφορίας της Ακροδεξιάς. Στις επόμενες εκλογές πιθανά να φτάσει να τον απειλεί, ήδη είμαστε στο 28% με 19,5%. Αθροιστικά, δηλαδή, η Ακροδεξιά θα ήταν αξιωματική αντιπολίτευση, άλλο που δεν θα ενωθεί ποτέ μάλλον. Είναι, λοιπόν, και προς όφελος του Μητσοτάκη να συμμαζέψει αυτή την ατζέντα και να μιλήσει επιτέλους για Ακροδεξιά και όχι γενικά για άκρα. Να σημειώσουμε ότι δεν πρέπει να εφησυχάσουμε επειδή ήταν κάλπη για ευρωεκλογές, καθώς και το ‘14 η πρώτη πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ ήταν στις ευρωεκλογές και μετά κέρδισε τη διακυβέρνηση. Αντίστοιχα έγινε και με τη ΝΔ και τις ευρωεκλογές του ‘19 και μετά τις εθνικές. Οι ευρωκάλπες δείχνουν, δηλαδή, μια δυναμική. Άλλο βέβαια το διακύβευμα των ευρωεκλογών και άλλο των εθνικών, αλλά η διαθεσιμότητα που δείχνει, πχ, η Λατινοπούλου, που μέσα σε ένα χρόνο εκτοξεύθηκε, είναι πολύ μεγάλη. Δεν μπορούμε να λέμε απλά «είναι ευρωεκλογές», γιατί φαίνεται ότι η Ακροδεξιά κανονικοποιείται.

 

H ένωση των ακροδεξιών κομμάτων είναι απίθανη γιατί πρόκειται για ιδιαίτερα προσωποπαγή μορφώματα με μεταξύ τους διενέξεις, όμως σε επίπεδο ψηφοφόρων βλέπουμε να κινούνται πιο χαλαρά. Οι ψήφοι των Σπαρτιατών, για παράδειγμα, πήγαν κυρίως στους Πατριώτες, που έδωσε επίσημη στήριξη ο Κασιδιάρης, αλλά πήγαν και στον Βελόπουλο, παρά την αντιπαλότητα σε επίπεδο ηγεσίας, πήγαν και στη Λατινοπούλου και αλλού. Θα μπορούσε στο μέλλον να υπάρξει είτε συνεργασία, είτε συγκέντρωση ψήφων υπό ένα κόμμα;

Δύσκολα μπορεί να απαντηθεί αυτό, γιατί, για παράδειγμα, μέχρι τον Μάρτη «υποτιμούσαμε» τη Λατινοπούλου, καθώς αμφιβάλλαμε κατά πόσο ένας τόσο προσωποπαγής σχηματισμός, που δεν πιάνει και τα ζητήματα της ακρίβειας κ.ά, θα μπορούσε να ανέλθει σε ένα τόσο ανταγωνιστικό πεδίο. Όσον αφορά στον Κασιδιάρη, να πούμε πως η εμβέλειά του δεν είναι αυτή που ήταν. Τα έχει σπάσει με τον Κανελλόπουλο του ΕΑΝ, με τον Χατζηιρεμία που ηγήθηκε διαφορετικού ακροδεξιού ψηφοδελτίου, αυτού των Συντηρητικών, με τον Στίγκα και ένα σημαντικό κομμάτι των Σπαρτιατών. Άρα, οι υποδοχείς του μηνύματός του και οι δίαυλοι επικοινωνίας του έχουν αρχίσει και περιορίζονται πολύ σε σχέση με το παρελθόν. Τρίτο δεδομένο που πρέπει να σκεφτούμε, είναι ότι δίνονται δυνατότητες στην Ακροδεξιά, στο έδαφος που είδαμε να χαράζεται και από τη Μελόνι και τη Λεπέν, που νέα και άφθαρτα πρόσωπα, ειδικά αν αυτά έχουν ερείσματα σε σημαντικούς διαύλους της Ακροδεξιάς (όπως η Λατινοπούλου σε ψηφοφόρους της ΝΔ, σε μέσα όπως Espresso και μεσημεριανές εκπομπές, επαφές με επιχειρηματίες κτλ), να φτιάξουν μια δυναμική που μπορεί να αλλάξει το τοπίο και τους συσχετισμούς. Ο Εμφιετζόγλου είναι μάλλον καμένο χαρτί, ο Κασιδιάρης τα έχει σπάσει με πολλούς, η Λατινοπούλου, λοιπόν, με τα ερείσματα που έχει και με την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσε να είναι η ελληνίδα Μελόνι, φαίνεται να μπορεί να συνομιλεί με ένα κοινό της ΝΔ, από την οποία προέρχεται, ένα κοινό του Κασιδιάρη που είχαν ψηφίσει Σπαρτιάτες (όχι βέβαια κατά πλειοψηφία), και να παίρνει και γενικά ψήφους μιας ακροδεξιάς, αντι-woke διαμαρτυρίας. Δεν ξέρω κατά πόσο αυτή η δυναμική μπορεί να φτιάξει μια συνθήκη ενοποίησης όμως. Υπάρχουν χώρες όπου τα ακροδεξιά κόμματα καταγράφονται στην ίδια ευρωομάδα, χωρίς να είναι οργανικά ενοποιημένα. Θα μπορούσαμε να το δούμε αυτό κι εδώ, συγκλίσεις δηλαδή, χωρίς ενοποίηση. Πιο πιθανό μου φαίνεται αυτό, παρά να θελήσει κάποιος-κάποια επικεφαλής ακροδεξιού κόμματος που έχει απήχηση, να την μοιραστεί με τον ανταγωνιστή του. Το κοινό, άλλωστε, των τριών μεγάλων ακροδεξιών κομμάτων παρουσιάζει κάποιες διαφορές μεταξύ του: Η Ελληνική Λύση, για παράδειγμα, έχει προπύργια κυρίως στη Β. Ελλάδα, όπου βγαίνει δεύτερη δύναμη, ενώ η Λατινοπούλου και η Νίκη έχουν πιο οριζόντιες εκπροσωπήσεις. Η Νίκη έχει αγροτικές εκπροσωπήσεις στη Β. Ελλάδα, σε περιοχές δηλαδή όπου ο στρατός και η εκκλησία δεν έχουν ιδεολογικό αντίβαρο. Παρόλ’ αυτά είναι λιγότερο βορειοελλαδίτικη. Η Φωνή Λογικής βλέπουμε να έχει τα ίδια προπύργια με τη Χ. Αυγή και τους Σπαρτιάτες: Λακωνία, Μεσσηνία, Έβρο, Δυτική Αττική. Αυτές οι διαφοροποιήσεις των ψηφοφόρων τους μπορεί να είναι ακόμα ένας παράγοντας που να δυσκολέψει κάποια σύγκλιση.

 

Η άνοδος της Λατινοπούλου παρουσιάζει ευρύτερα ενδιαφέρον. Πρόκειται για μία επικεφαλής που δεν έχει το κλασσικό προφίλ των ανδρών ηγετών της Ακροδεξιάς, έχοντας βέβαια εξίσου ακραίες θέσεις. Την ανάδειξη γυναικών στην ηγεσία ακροδεξιών κομμάτων τη βλέπουμε και στην υπόλοιπη Ευρώπη (Μελόνι, Λεπέν, Βάιντελ) με όλα τα στερεοτυπικά έμφυλα χαρακτηριστικά βέβαια και τις αντι-φεμινιστικές θέσεις. Την ίδια ώρα που στην Αριστερά της έμφυλης ισότητας σπάνια βλέπουμε γυναίκες επικεφαλής. Πώς εξηγείται αυτό το παράδοξο;

Είναι όντως ενδιαφέρον πώς γίνεται οι αντι-φεμινιστές να εκπροσωπούνται από γυναίκες επικεφαλής και η φεμινιστική Αριστερά όχι. Νομίζω ότι σχετίζεται με το γεγονός ότι η Ακροδεξιά πια δεν θέλει να δείρει, θέλει να κυβερνήσει. Βλέπει μια δυνατότητα να κερδίσει την ηγεμονία, υπό τους όρους που παλαιότερα τη διεκδικούσε η Αριστερά. Αυτό σημαίνει μια τεράστια ανάγκη αποστιγματισμού, να ξορκίσουν την εικόνα των skinheads με τις μπότες, να δείξουν ότι αλλάζουν, προσφέροντας οικείες εικόνες, και ότι αποτελούν βάσιμες υποψηφιότητες να ασκήσουν την εξουσία. Μέχρι τώρα στην Ευρώπη, τις δυνατότητες να φτάσει να διεκδικήσει την εξουσία, η Ακροδεξιά τις έχει δείξει με ανδρικές φιγούρες, με τον Χάιντερ στην Αυστρία και τον πατέρα Λεπέν στη Γαλλία. Έφτασαν, όμως, ένα ταβάνι τότε, ενώ να θυμίσουμε ότι απέναντι στην κυβέρνηση που συμμετείχε ο Χάιντερ είχε κινητοποιηθεί όλη η ΕΕ. Αντίστοιχα απέναντι στον Λεπέν είχε δημιουργηθεί μια υγειονομική ζώνη από την άκρα Αριστερά μέχρι την παραδοσιακή Δεξιά. Αυτό το όριο φαίνεται να προσπαθεί να σπάσει η Ακροδεξιά μέσω της «θηλυκοποίησης».

 

Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί η άνοδος της Ακροδεξιάς; Πρέπει να προσεγγίσουν τους ψηφοφόρους της τα κόμματα του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου και υπάρχει δυνατότητα να γίνει αυτό χωρίς να κλείσουν το μάτι σε ακροδεξιά και συντηρητικά ανακλαστικά, όπως συχνά συμβαίνει μέχρι τώρα;

Η Ακροδεξιά ανεβαίνει στην Ευρώπη άνισα, πρώτα ανέβηκε στις πιο βόρειες και κεντρικές χώρες, Γαλλία, Γερμανία κτλ, και μετά στον Νότο. Και αυτό συμβαίνει όταν φεύγει από το προσκήνιο ή υποβαθμίζεται η ικανότητα των άλλων κομμάτων να θέτουν την ατζέντα του συστήματος στα κοινωνικο-οικονομικά φλέγοντα ζητήματα. Υπάρχει, λοιπόν, μια σοβαρή κρίση εκπροσώπησης, την οποία κεφαλαιοποιεί η Ακροδεξιά, αλλά η αντιμετώπισή της δεν μπορεί να είναι πετυχημένη αν δεν ανακάμψει η σχέση εμπιστοσύνης πολιτών – κομμάτων και δεν δοθούν πειστικές απαντήσεις στα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι: τη δημόσια υγεία, το κόστος της ενέργειας, την ακρίβεια, τους πολέμους κτλ. Γιατί μπορεί τώρα η ΕΕ να «τραβάει τα μαλλιά της» με την άνοδο της Ακροδεξιάς, αλλά είναι η ίδια που επιβάλλει ασφυκτικούς δημοσιονομικούς και άλλους περιορισμούς, που δυσχεραίνουν τη ζωή των πολιτών. Και σ’ αυτά τα ζητήματα της κοινωνικής και οικονομικής ατζέντας, η Ακροδεξιά δεν έχει απαντήσεις. Εκεί πρέπει να επανέλθει η αντιπαράθεση.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet