Η άνοδος της Ακροδεξιάς πανευρωπαϊκά μπορεί να μην προσέλαβε (ακόμη;) τις διαστάσεις μιας νέας Βαϊμάρης, όμως στην περίπτωση της Γαλλίας και της Γερμανίας σκιάζει δυσοίωνα τον ευρωπαϊκό ορίζοντα, προοιωνίζοντας ριζικές ανατροπές του πολιτικού χάρτη στις εθνικές εκλογές στον γαλλογερμανικό «άξονα περιστροφής» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι επαφές του γάλλου προέδρου, Εμανουέλ Μακρόν, με το γερμανό καγκελάριο, Όλαφ Σολτς, κατά την τριήμερη επίσκεψη το πρώτου στο Βερολίνο, την Κυριακή 2 Ιουνίου, υπό το κράτος της ανησυχίας από την ανερχόμενη δύναμη της Ακροδεξιάς, δεν απέδωσαν το ζητούμενο: να πείσουν ότι το γαλλο-γερμανικό δίδυμο μπορεί να εγγυηθεί στους Ευρωπαίους ένα ασφαλές, δίκαιο μέλλον.

Η μεγάλη αποχή από τις ευρωπαϊκές κάλπες είναι ένδειξη ότι το ακροατήριο στο οποίο απευθύνθηκαν έχει καταλήξει ότι πρόκειται για κενολογίες, όσο οι πλοηγοί της Ένωσης παραμένουν αμετακίνητοι στην αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία, στην εγκατάλειψη του κοινωνικού κράτους, στη διαιώνιση των ανισοτήτων και στην υπηρέτηση ενός πολέμου που απέχει έτη φωτός από το ιδρυτικό όραμα μιας Ευρώπης της ειρήνης και της προόδου. Αμετακίνητοι σε όλα όσα νομιμοποίησαν κοινωνικά την Ακροδεξιά, με κατάληξη την ενίσχυση της πολιτικής εκπροσώπησης στο Ευρωκοινοβούλιο δυνάμεων που υποβλέπουν την καταστατική συνθήκη της Ένωσης, δηλαδή τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Ο κίνδυνος να πλειοψηφήσει μια πολιτική συμμαχία ανάμεσα στις συντηρητικές και τις αντιδραστικές δυνάμεις είναι υπαρκτός. Ήδη τα κόμματα που απαρτίζουν το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα αναζητούν τρόπους σύγκλισης των προγραμματικών τους θέσεων με τις διαθέσεις των νεοεισερχόμενων ακροδεξιών παντοειδούς προέλευσης, με γνώμονα την παραπέρα υποβάθμιση του κοινωνικού προφίλ της Ένωσης και τη μετατροπή της σε οικονομία του πολέμου.

Θορυβημένες από τις εκτιμήσεις που, στο σύνολό τους σχεδόν, βλέπουν ότι το 2030 το ΑΕΠ της Κίνας θα είναι μεγαλύτερο από αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών και θεωρούν βάσιμα ότι το 2035 καμιά ευρωπαϊκή χώρα δεν θα συμμετέχει στους G7, οι ηγετικές ελίτ του Ελεύθερου Κόσμου, πολιτικές και οικονομικές, έχουν από καιρό επιλέξει: ένας νέος ψυχρός πόλεμος που, αφενός θα στεγανοποιήσει το εσωτερικό τους από τις έξωθεν πολιτικές και ιδεολογικές επιμολύνσεις, όπως κατά το πρωτο-ψυχροπολεμικό παρελθόν, και αφετέρου, θα προσδώσει χαρακτηριστικά ιστορικής νομοτέλειας στον ανταγωνισμό τους με τον αναπτυσσόμενο κόσμο, ανταγωνισμό με τη μορφή ενός διαρκούς οικονομικού πολέμου επικουρούμενου από συμβατικούς πολέμους, ξεκινώντας με Ουκρανία και Παλαιστίνη.

Τι μπορεί να σημαίνει αυτό για την Ευρώπη είναι ορατό για όσους θέλουν να το δουν. Η οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που, με στοιχεία του ΔΝΤ, το 2008 ήταν μεγαλύτερη από την οικονομία των ΗΠΑ, δεκαπέντε χρόνια μετά είναι –αθροιζόμενη μάλιστα με τη βρετανική– κατά το ένα τρίτο μικρότερη της αμερικανικής, η οποία το διάστημα 2008–2023 αναπτύχθηκε κατά 82%, έναντι του πενιχρού 6% της ευρωζώνης. Ό,τι πιο ιδανικό για την επιδίωξη των Ηνωμένων Πολιτειών να ελέγχουν τα οικονομικά και πολιτικά αντανακλαστικά της Ευρώπης, στην αναμέτρησή τους με τον υπόλοιπο κόσμο. Κόσμο πολυπολικό, από τον οποίο θα απουσιάζει ως διακριτός πόλος η Ευρώπη, που, ακόμη και αν μεταλλαχθεί εφιαλτικά σε οικονομία του πολέμου αποκλειστικά, θα χρειαστεί πάνω από 15 χρόνια για να ορθοποδήσει, και τότε, με κάθε βεβαιότητα, σε μια κατεύθυνση ταξικής αναδιάρθρωσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών υπέρ των ολίγων, υπονομευτική των ατομικών δικαιωμάτων και των κοινωνικών πολιτικών που κερδήθηκαν με αγώνες το δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα.

Επιχειρείται μια ανατροπή μείζονος ιστορικής σημασίας, που απαιτεί ένα άλλο ιστορικό αφήγημα, υπαγορευμένο, όπως πάντα, από τον νικητή, που αυτή τη φορά είναι το νεοφιλελεύθερο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό μοντέλο.

Την Παρασκευή 7 Ιουνίου ξεκίνησαν στη Γαλλία οι εορτασμοί για τα 80 χρόνια από την περίφημη D-Day, την απόβαση των Συμμαχικών Στρατευμάτων στη Νορμανδία. Ιούνιος του 1944.

Η Ρωσία δεν ήταν παρούσα στους εορτασμούς για τη γιγάντια αναμέτρηση που οδήγησε στο τέλος του Β' Παγκόσμιου Πολέμου και στη συντριβή του Τρίτου Ράιχ. Όπως ανακοίνωσε το Προεδρικό Μέγαρο της Γαλλίας, διοργανώτριας χώρας των φετινών εκδηλώσεων για την ιστορική επέτειο, η Ρωσία δεν προσκλήθηκε, και ο λόγος γι’ αυτό ήταν ο «επιθετικός πόλεμος» που εξαπέλυσε κατά της Ουκρανίας. Υπήρχε προφανώς κάποιος σοβαρός λόγος που η Ρωσία, όπως και άλλες χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, δεν είχε προσκληθεί και στους προηγούμενους εορτασμούς, αυτούς για τα 75 χρόνια από την απόβαση στη Νορμανδία, με ευθύνη των βρετανών διοργανωτών τότε, που πιθανότατα τον έχουν ξεχάσει και οι ίδιοι, καθώς θα πρόκειται μάλλον για κάποιο λόγο πολύ λιγότερο πειστικό από τον «επιθετικό πόλεμο» κατά της Ουκρανίας.

Μιλώντας την προηγουμένη στο δίκτυο ABC από τη Νορμανδία, όπου βρέθηκε στο πλαίσιο των εορτασμών, ο αμερικανός πρόεδρος, Τζο Μπάιντεν, υπερασπίστηκε την απόφασή του να δοθεί στην Ουκρανία το ελεύθερο να χτυπά με όπλα που της παρέχονται από τις ΗΠΑ στρατιωτικούς στόχους σε ρωσικά εδάφη και επιβεβαίωσε τη δέσμευση της χώρας του έναντι των συμμάχων της, αποκαλώντας τον πρόεδρο Πούτιν «ανέντιμο άνθρωπο, δικτάτορα που δυσκολεύεται να κρατήσει τη χώρα του ενωμένη, επιμένοντας να συνεχίζει τον πόλεμο».

Την επομένη, στην επίσημη ομιλία του για την 80ή επέτειο της απόβασης, ο αμερικανός πρόεδρος έδωσε ευκρινέστερα το στίγμα του νέου αφηγήματος. Ο αγώνας για την Ουκρανία, είπε ο Τζο Μπάιντεν, απηχεί τον αγώνα για την ελευθερία εκείνη την ένδοξη D-Day.

Να πέφτουν, λοιπόν, οι τόνοι για το άλλο αφήγημα. Αυτό για το Ανατολικό Μέτωπο και τη μάχη επιβίωσης των γερμανικών μεραρχιών απέναντι στη γιγαντιαία αντεπίθεση των ρωσικών ταξιαρχιών. Για τη σαρωτική προέλαση του Κόκκινου Στρατού προς τα δυτικά μετά «τη μάχη των μαχών» στο Στάλινγκραντ. Για την ανατροπή που προδιέγραψε ένα χρόνο νωρίτερα το τέλος του Τρίτου Ράιχ. Φεβρουάριος του 1943.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet