Για μια ακόμη φορά εκλογές «δεύτερης τάξης» αιφνιδιάζουν δυσάρεστα και δρομολογούν σημαντικές ανακατατάξεις στην πολιτική σκηνή. Η εύθραυστη, όπως πιθανολογούσα μετα τις εθνικές εκλογές του περασμένου Μαΐου από τις στήλες της «Εποχής»,  κυριαρχία της ΝΔ μοιάζει να αποσυντίθεται γοργά. Μέσα σε ένα χρόνο η εκλογική της επιρροή συρρικνώθηκε εντυπωσιακά ενώ το ποσοστό που κατέγραψε την απομακρύνει από την περιοχή της αυτοδυναμίας. Παράλληλα, η εκλογική καθήλωση του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ ματαιώνει την φιλοδοξία τους να αποτελέσουν εναλλακτικό πόλο διακυβέρνησης και σηματοδοτεί άδηλες εξελίξεις τόσο στο εσωτερικό τους όσο και στον ευρύτερο χώρο της λεγόμενης κεντροαριστεράς.

Ωστόσο, αυτές οι πολύσημες μεταβολές επισκιάστηκαν από το θηριώδες ποσοστό της αποχής και κατ’ επέκταση την μεγάλη απομείωση των εκλογικών δεξαμενών όλων των κομμάτων, με μόνη εξαίρεση την Ελληνική Λύση.

 

Ίδιο προϊόν σε φθαρμένες συσκευασίες

 

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι για πρώτη φορά κατά την μεταπολίτευση διατυπώνεται με τόση ένταση και ανησυχία η διαπίστωση ότι το πολιτικό μας σύστημα αποσταθεροποιείται επικίνδυνα από μια παρατεταμένη κρίση εκπροσώπησης. Οι πολιτικές ελίτ συνομολογούν αυτοκριτικά την αποξένωση των κομμάτων από την κοινωνία, επιμένοντας πάρα ταύτα να προσφέρουν το ίδιο φθαρμένο προϊόν σε νέες συσκευασίες: νεοφυείς αλλά  θνησιγενείς πολιτικοί σχηματισμοί, νεόκοποι και αναλώσιμοι ηγέτες, συμβολικές και προσχηματικές διαδικασίες συμμετοχής και δημοκρατικοφανούς νομιμοποίησης, αδιαφανείς και ασταθείς  συμφωνίες  κορυφής… Στην άλλη όχθη της δημόσιας σφαίρας, δημοσιολογούντες, δημοσιογράφοι, δημοσκόποι και εκλογικοί αναλυτές ψαρεύοντας στα ρηχά νερά της περιγραφικής στατιστικής και της τυπολογικής ανάλυσης αφηγούνται αμήχανα και σε δραματικούς ενίοτε τόνους την κατάρρευση των μεγάλων κομμάτων και την ρευστοποίηση του κομματικού συστήματος.

Προφανώς ο  δημόσιος αναστοχασμός για το δυσοίωνο μέλλον του πολιτικού μας συστήματος είναι χρήσιμος, αφού φωτίζει κρίσιμες όψεις μιας δυστοπικής πολιτικής συγκυρίας και  αναδεικνύει υπαρξιακούς κινδύνους για την ποιότητα και την αντοχή των δημοκρατικών θεσμών παραμένει όμως στην επιφάνεια του προβλήματος στο βαθμό που ερμηνεύει το σύμπτωμα ως ασθένεια.

Και εν προκειμένω η κρίση εκπροσώπησης είναι ένα από τα συμπτώματα μιας επίμονης  κρίσης νομιμοποίησης που εκδηλώθηκε φαινομενικά απροσδόκητα το Δεκέμβρη του 2008, παροξύνθηκε την περίοδο της οικονομικής κρίσης και με μικρές διακυμάνσεις παραμένει ενεργή φθείροντας ανεπανόρθωτα το σύνολο των πολιτικών θεσμών.

Από την άποψη αυτή τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών επιβεβαιώνουν για μια ακόμη φορά την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να οργανώσει μια στοιχειώδη έστω ανοχή στις μείζονες κυβερνητικές επιλογές αλλά κυρίως την δυστοκία του να προσφέρει πειστικά  εναλλακτικά προγράμματα διακυβέρνησης.

 

Κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος

 

Το πλέον έκτυπο σύμπτωμα της κρίσης νομιμοποίησης είναι αναμφίβολα η δραματική απομείωση της συμμετοχής, η μικρότερη που έχει καταγραφεί από τη δεκαετία του 1960. 

Ασφαλώς  για λογούς που έχουν επαρκώς τεκμηριωθεί είναι δύσκολο να εκτιμήσει κάνεις με ασφάλεια το ακριβές μέγεθος της αποχής  και σε κάθε περίπτωση ριψοκίνδυνο να ερμηνεύσει τα κίνητρά της. Υπάρχουν ωστόσο επαρκείς ενδείξεις, από την ανάλυση των δημοσκοπικών ευρημάτων, που καθιστούν αν μη τη άλλο βάσιμη την υπόθεση ότι δεν οφείλεται, όπως πολλοί υποστηρίζουν, στην παγιωμένη πολιτική απάθεια ή/και στο περιορισμένο ενδιαφέρον για τις εκλογές δεύτερης τάξης αλλά αποτελεί συνειδητή και μαζική στάση αποδοκιμασίας του πολιτικού συστήματος συλλήβδην.

Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται  και από τα  πορίσματα ποιοτικών ερευνών της κοινής γνώμης τα οποία επιβεβαιώνουν σταθερά και εμφατικά την κατακρήμνιση της εμπιστοσύνης στο σύνολο των πολιτικών και διοικητικών θεσμών  (Public Issue και «Ευρωβαρόμετρο»), τη γενικευμένη δυσθυμία για την κατάσταση της δημοκρατίας, τη αρνητικότατη αξιολόγηση των κρατικών πολιτικών, τη σφοδρή ανησυχία για την διακινδύνευση των ατομικών και πολιτικών ελευθερίων και κυρίως την έντονη απαισιοδοξία για το ατομικό και συλλογικό μέλλον («Ευρωβαρόμετρο»).

Εξίσου εντυπωσιακή είναι και η συρρίκνωση της  εκλογικής επίδοσης των κομμάτων κυβερνητικής διαχείρισης (Ν.Δ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ) το ποσοστό των οποίων αθροιστικά μόλις υπερβαίνει το ήμισυ των ψηφοφόρων (56,02 %). Αν μάλιστα το ποσοστό αυτό αναχθεί στο σύνολο του εκλογικού σώματος  τότε η πραγματική επιρροή τους περιορίζεται λίγο πάνω από το 20%. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Γ. Μαυρή, «σχεδόν 7 στους 10 ψηφοφόρους της νέας αποχής είχαν υποστηρίξει στις εκλογές του Μαΐου 2023 τα κόμματα αυτά».

Οι παραπάνω ποσοτικοί δείκτες εκλογικής συμπεριφοράς δεν επισφραγίζουν μόνο την αποσύνθεση του κραταιού πάλαι ποτέ δικομματισμού στις ποικίλες εκδοχές του, υποδηλώνουν  κυρίως την προϊούσα απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος στο βαθμό που αποτυπώνουν μια ηχηρή αποδοκιμασία τόσο των πολιτικών που εφαρμόστηκαν κατά την προηγούμενη δεκαπενταετία όσο και της σύγκλισης στον πυρήνα του κομματικού συστήματος.  Χαρακτηριστικότερο τεκμήριο αυτής της συγκλητικής τάσης είναι η αύξουσα νομοθετική συναίνεση. Όπως προκύπτει άλλωστε από τα στοιχεία του Vouliwatch από το 2019 έως το 2023 ο ΣΥΡΙΖΑ υπερψήφισε ένα στα δύο νομοσχέδια που κατάθεσε η κυβέρνηση (45,2%). ενώ το ΠΑΣΟΚ υπερψήφισε σχεδόν τα 7 στα 10 (68,88%). Παράλληλα προοικονομούν και την αδυναμία των κομμάτων εξουσίας να διαμορφώσουν τις προϋποθέσεις για την συγκρότηση ενός πλειοψηφικού ρεύματος θετικής υποστήριξης. 

Η ογκούμενη κοινωνική δυσαρέσκεια παροχετεύεται στα κόμματα που αυτοσυστήνονται ως αντισυστημικά και αγρεύουν επιδέξια στις εύφορες εκλογικά περιοχές της αντιπολιτικής και του ψηφιακού πλέον lifestyle. Στη συνάφεια  αυτή η λεγόμενη αντισυστημική ψήφος αποτελεί ένα ακόμη επικίνδυνο σύμπτωμα της κρίσης νομιμοποίησης δεδομένου ότι  προσανατολίζεται κατεξοχήν στην Ακροδεξιά. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι σε μια εκλογική αναμέτρηση με πολλούς ηττημένους ο ακροδεξιός αστερισμός πέτυχε μια εντυπωσιακή  καταγραφή. Επενδύοντας στη γενικευμένη ανασφάλεια και στο διάχυτο συντηρητισμό διατύπωσε ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα αυταρχικής κοινωνικής ενσωμάτωσης με αιχμές «τον αποκλεισμό του άλλου» και ένα ασαφή  προνοιακό σωβινισμό το  οποίο, χωρίς να αφίσταται από την νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, προσέλκυσε και  κινητοποίησε ευρύτερα ακροατήρια.

Το πιο ανησυχητικό όμως σύμπτωμα της κρίσης νομιμοποίησης είναι η έκδηλη αδυναμία διαχείρισής της σε  συνθήκες δημοκρατικής νομιμότητας  και κοινωνικής συνοχής. Ο επιθετικός νεοφιλελευθερισμός στον κλειστό ορίζοντα της μεταδημοκρατίας εξουδετερώνει βίαια και τις ελάχιστες δυνατότητες συγκρότησης κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών ικανών να επεξεργαστούν και να εφαρμόσουν αποκαταστατικές πολιτικές δημοκρατικής και κοινωνικής συμπερίληψης. Την ίδια στιγμή, η ακροδεξιά βγαίνει από την ζώνη υγειονομικής απομόνωσης, κανονικοποιήται και αναγνωρίζεται ως αξιόπιστος  (συν)διαχειριστής των κυρίαρχων προγραμμάτων ανταγωνιστικής λιτότητας, υφαρπαγής κοινωνικών πόρων και ληστρικής αναδιανομής. Ένα φάντασμα πλανιέται (ξανά) στην Ευρώπη: το φάντασμα του αυταρχισμού.

 

Ευθύμης Παπαβλασόπουλος Ο Ευθύμης Παπαβλασόπουλος διδάσκει Πολιτικές Οργανώσεις και Κομματικό Σύστημα στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του πανεπιστήμιου Κρήτης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet