Δεν έχει περιθώρια το ασφαλιστικό σύστημα να επαναλάβει το παρελθόν του



Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός

Η πρόταση της κυβέρνησης έχει ικανό βάθος χρόνου;

Δεν μπορεί να κάνει κανείς ακριβή εκτίμηση, αν δεν έχει ακριβή και λεπτομερή γνώση όλων των τεχνικών και στατιστικών δεδομένων της. Και δεν τα έχουμε ακόμη, το κείμενο που διαβάσαμε δεν τα περιλαμβάνει, όπως δεν περιλαμβάνει και τις μακροοικονομικές υποθέσεις. Η πρόταση περιλαμβάνει με εσωτερική κατάτμηση τα ποσοστά αναπλήρωσης και στοχεύει στη μακροχρόνια διατήρηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης στο 15,5% του ΑΕΠ.
Ποια τα βασικά χαρακτηριστικά της πρότασης;
Εμπνέεται από προθέσεις και προσδοκίες, όμως θα πρέπει να συγκεκριμενοποιηθούν ιδιαίτερα στο τμήμα των πόρων και επίσης στην εσωτερική λειτουργία της. Εννοώ το θέμα της σχέσης νέων και παλαιών συνταξιούχων, τα ποσοστά αναπλήρωσης, το νέο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων με το συνολικό εργασιακό βίο. Πρέπει όλα αυτά να συγκεκριμενοποιηθούν.
Αναφέρθηκες στη σχέση νέων και παλαιών συνταξιούχων. Τι εννοούσες;
Έχω να παρατηρήσω ότι μέχρι τα 25 – 27 χρόνια ασφάλισης οι νέοι συνταξιούχοι θα παίρνουν την ίδια σύνταξη με τους παλιούς, δεν θα υπολείπονται. Από το 27ο, όμως, και μετά έως τα 40 υπάρχει μια σταδιακή απόκλιση πτωτικών διαφοροποιήσεων. Δηλαδή, όσο αυξάνουν τα έτη ασφάλισης τόσο μεγαλύτερη είναι η μείωση των συντελεστών αναπλήρωσης. Αυτό πρέπει να διορθωθεί διότι δημιουργούνται συνθήκες αντικινήτρων για συνέχιση της ασφάλισης, υπονόμευση της εισπραξιμότητας και προσφυγή στην εισφοροδιαφυγή και την εισφοροαποφυγή. Αν υπολογίσει κανείς ότι οι εισφορές, που θα καταβάλει ο ασφαλισμένος μετά τα 25 χρόνια θα μένουν στο σύστημα, δεν θα αυξάνουν δηλαδή σημαντικά τη σύνταξη, θα οδηγηθεί σε επιλογή απομάκρυνσης από την ασφάλιση.

Απουσιάζει η αντίληψη της μετάβασης

Ίσως η επιλογή της κυβέρνησης είναι να καλύψει εκείνους με πολλά χρόνια ανεργίας και ευκαιριακής απασχόλησης.
 Όχι, ισχύει το αντίθετο, επειδή μεσολαβεί η τρέχουσα δεκαετία με το πρόβλημα της ανεργίας. Αν, για παράδειγμα, κάποιος βρίσκεται στην αγορά εργασίας για 35 χρόνια, αλλά εργάσθηκε μόνο 25 χρόνια, τότε αυτός θα πάρει τη σύνταξη που θα έπαιρνε για παράδειγμα το 2015. Αν κάποιος άλλος, όμως, εργαστεί 33 χρόνια θα πάρει λιγότερα από όσα θα έχει καταβάλει με τις εισφορές του. Αυτά που περικόπτει το σύστημα από τους «από πάνω» δεν τα αναδιανέμει στους «από κάτω», διότι ο «από κάτω» παίρνει όσα θα έπαιρνε και πριν. Για να το κάνει αυτό θα έπρεπε ο συντελεστής αναπλήρωσης των «από κάτω» αντί να είναι, για παράδειγμα, μέχρι τα 10 – 15 χρόνια 0,80 να είναι 1. Αυτό το επιλέγει η πρόταση για να μείνουν οι πόροι μέσα στο ασφαλιστικό σύστημα, προκειμένου να καλύπτει τα ελλείμματά του. Αλλά αυτό πρέπει να ρυθμισθεί, έτσι που να μην λειτουργεί σε βάρος της εισπραξιμότητας, δηλαδή να μην δημιουργεί συνθήκες απομάκρυνσης από την ασφάλιση. Κάθε πρόταση που συνιστά συνολική παρέμβαση με στόχο την οικονομική βιωσιμότητα, οφείλει να προσέχει και να εξασφαλίζει πόρους αλλά και να μην υπονομεύει την αρχή της ισότητας ή την αρχή της αλληλεγγύης των γενεών, που πρέπει να διέπει ένα κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα. Εξάλλου, αυτό προβλέπει να κάνει και το ίδιο το σχέδιο της πρότασης με δυο μηχανισμούς. Σε ό,τι αφορά τους παλιούς συνταξιούχους δημιουργεί τον μηχανισμό της «προσωπικής διαφοράς» και σε ότι αφορά τις νέες συντάξεις, όταν προκύπτουν χαμηλότερες από τις προηγούμενες, όπως συμβαίνει μετά τα 25 χρόνια ασφάλισης, τότε προβλέπει το μηχανισμό αύξησης ανάλογης με την αύξηση του ΑΕΠ και την αύξηση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Το ζητούμενο είναι ότι τα σημεία αυτά των διατάξεων πρέπει να συγκεκριμενοποιηθούν και να μην φαίνονται ότι είναι διακηρύξεις, αλλά να είναι δεσμεύσεις του νομοθέτη στην κατεύθυνση της τήρησης της αρχής της ισότητας και της αρχής της αλληλεγγύης των γενεών.
Την αρχή της αναλογικότητας πώς την προσεγγίζει η πρόταση;
Είναι η αρχή της αναλογικότητας εισφορών – παροχών. Ως τα 25 έτη ασφάλισης ισχύει, μετά όμως υπονομεύεται. Δηλαδή, θα δίνει ο ασφαλισμένος περισσότερους πόρους με τις εισφορές του και θα παίρνει ως σύνταξη λιγότερα και αυτό θα ενισχύει το κίνητρο εισφοροδιαφυγής και φοροαποφυγής. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα πιο σοβαρό με την αύξηση των εισφορών στους ελεύθερους επαγγελματίες και στα μπλοκάκια. Γι’ αυτό και απ΄ το υπουργείο απαντήθηκε ότι αυτό το πρόβλημα θα διορθωθεί. Ένα άλλο πρόβλημα που έχει η πρόταση είναι ότι δεν προβλέπει κάποια μεταβατική περίοδο από το ένα καθεστώς στο άλλο. Έπρεπε, νομίζω, να υπάρχει μια μεταβατική περίοδος, όπως προβλέπεται για τους αγρότες, λόγω των ευρύτερων και σοβαρών κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που συναντάμε στις διάφορες επαγγελματικές κατηγορίες κατά την τρέχουσα περίοδο της οικονομικής κρίσης και ύφεσης.
Όντως, απουσιάζει η αντίληψη της μετάβασης στο σχέδιο. Θα έπρεπε να ισχύει και αλλού;
Ναι, στον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων. Φεύγουμε από ένα καθεστώς, όπου υπολογίζεται ως συντάξιμος μισθός ο μέσος όρος μιας συγκεκριμένης ασφαλιστικής περιόδου και πάμε σε άλλο καθεστώς, όπου υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο ολόκληρου του εργάσιμου βίου. Αυτό δημιουργεί, μεταξύ των άλλων, την πτωτική τάση των νέων συντάξεων. Θα μπορούσε να υπολογίζεται για παράδειγμα η καλύτερη εισοδηματικά ασφαλιστική περίοδος για να αποφύγουμε την περίοδο της κρίσης. Γιατί τώρα, το έλλειμμα που δημιουργείται στα εισοδήματα τη δεκαετία 2010 – 2020, είτε από άποψη απασχόλησης είτε από άποψη εισοδήματος, μεταφέρεται και επηρεάζει πτωτικά το επίπεδο της σύνταξης.
Για την αρχή της αλληλεγγύης των γενεών τι ισχύει;
Ιδιαίτερα για τους νέους, δηλαδή αυτούς που θα εργάζονται συνεχώς, π.χ. δημόσιοι υπάλληλοι ή και στον ιδιωτικό τομέα όσοι θα έχουν πάνω από 25 χρόνια ασφάλισης, οι εισφορές που θα καταβάλουν μετά τα 25 χρόνια δεν θα τους επιστραφούν ως σύνταξη. Οι πόροι παραμένουν στο ασφαλιστικό σύστημα για να χρηματοδοτηθεί μια άλλη γενεά ή τα ελλείμματα που έχουν δημιουργηθεί από την προηγούμενη γενιά. Έτσι υπονομεύεται η αρχή της αλληλεγγύης των γενεών. Τηρείται μόνο γι’ αυτούς που θα πάρουν σύνταξη με 25 χρόνια ασφάλισης. Επομένως, θα έπρεπε να αυξηθούν, κατά τη γνώμη μου, οι συντελεστές αναπλήρωσης αυτών που θα έχουν περισσότερα περισσότερα από 25 χρόνια ασφάλισης, αλλά τόσο όσο χρειάζεται για να αποκατασταθεί η ισορροπία. Τεχνικά αυτή η ισορροπία είναι δυνατόν να επιτευχθεί.
Υπάρχει και η αρχή της επιχορήγησης.
Η αρχή της επιχορήγησης έχει σχέση μ’ αυτό που μόλις είπαμε, δηλαδή, το αν η μια γενιά επιχορηγεί τη σύνταξη της άλλης. Με την πρόταση της κυβέρνησης την επιχορηγούν σε μεγάλο βαθμό όσοι θα έχουν χρόνο ασφάλισης 25 – 40 χρόνια. Όχι αυτοί που θα έχουν 15, 20, 25 χρόνια ασφάλισης.

Δύσκολη η περίοδος έως το 2020

Είναι εφικτή η ενοποίηση όλων των ταμείων σε ένα;
Και εδώ έπρεπε να υπάρχει χρόνος μετάβασης. Είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα και νομίζω ότι η μετάβαση σε ένα ενιαίο ταμείο από 13 που έχουμε τώρα εμπεριέχει τον κίνδυνο να προκύψει ένας πολύ άκαμπτος, δυσλειτουργικός και γραφειοκρατικός μηχανισμός, ο οποίος δεν θα μπορεί να εξυπηρετήσει τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους. Στην πρόταση της ερευνητικής μας ομάδας, γι’ αυτό τον λόγο, προβλέπουμε τρία ταμεία με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα μετάβασης.
Τι προτάσεις βελτίωσης μπορεί να γίνουν;
Καταρχάς, πρέπει, κάτι που λέει και το ίδιο το κείμενο, να υπάρχει μια ρύθμιση που θα περιγράφει με λεπτομέρειες το θέμα των πόρων που θα στηρίζουν το σύστημα τα επόμενα χρόνια. Εδώ, απαραιτήτως, πρέπει να υπάρξει πρόβλεψη για Ενιαίο Φορέα Είσπραξης των Εισφορών. Πρέπει, επίσης, να γίνει επανεξέταση των ποσοστών αναπλήρωσης, για να μην δημιουργείται το πρόβλημα της αναντιστοιχίας εισφορών – παροχών. Να επανεξετασθεί, οπωσδήποτε, το θέμα των ελεύθερων επαγγελματιών, αλλά και των αγροτών για να αποτρέψουμε τα αντικίνητρα ασφάλισης. Για την ενοποίηση των ταμείων απαιτείται χρόνος μετάβασης, με στόχο τα τρία αντί του ενός ταμείου.
Η ιδέα της μετάβασης διαπερνά πολλές από τις προτάσεις σου.
Ακριβώς, διότι είναι δύσκολη αυτή η περίοδος, μέχρι το 2020. Δεν έχει περιθώρια το ασφαλιστικό σύστημα να επαναλάβει το παρελθόν του. Από το 1990 κάθε 2–3 χρόνια ψηφιζόταν και ένας νόμος. Γιατί; Διότι όλοι οι προηγούμενοι νόμοι είχαν υψηλές προσδοκίες και προθέσεις που δεν ήταν επιτεύξιμες. Επομένως, εάν αυτό το σχέδιο δεν επανεξετασθεί με τις παρατηρήσεις που διατυπώνονται στα συγκεκριμένα σημεία και με συγκεκριμένο τρόπο, φοβάμαι ότι το φθινόπωρο του 2017 θα μιλάμε πάλι για νέο νόμο. Εάν λάβουμε υπόψη τις παθογένειες του ασφαλιστικού συστήματος, την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας σήμερα, αυτό που είναι ενδιαφέρον και απαραίτητο είναι να πραγματοποιηθεί μια παρέμβαση που θα δημιουργήσει προϋποθέσεις, που θα εξασφαλίσουν τη μακροχρόνια βιωσιμότητα και την κοινωνική αποτελεσματικότητα του συστήματος, με την υπεράσπιση του επιπέδου των συντάξεων, αλλά και της εξυπηρέτησης των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων. Και αυτές οι προτάσεις στοχεύουν ακριβώς σ’ αυτούς τους δύο στόχους που πρέπει να έχει μια ασφαλιστική παρέμβαση.
Σχετικά με τις επικουρικές και το ΕΚΑΣ πώς κρίνεις τη λύση που προτείνεται;
Είναι θετικό που δεν συγχωνεύονται οι επικουρικές με τις κύριες συντάξεις. Το ζήτημα, όμως, είναι αν θα διατηρηθεί το επίπεδο των επικουρικών συντάξεων ή αν οι δανειστές θα απαιτήσουν την εφαρμογή της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος. Όσον αφορά το ΕΚΑΣ, αν δεν αντικατασταθεί με το βασικό εγγυημένο εισόδημα ή αν τεθούν εισοδηματικά κριτήρια, τότε θα υπάρξει πρόβλημα φτωχοποίησης και διάβρωσης της κοινωνικής συνοχής. Νομίζω ότι μια τέτοια προοπτική θα δημιουργήσει, μετά το 2020, μια νέα γενιά φτωχών-συνταξιούχων φτωχών με συντάξεις κάτω από το όριο της φτώχειας (655 ευρώ το μήνα).


Έξι πρωτοβουλίες

Στις σημερινές συνθήκες ποιες συγκεκριμένες προτάσεις μπορούν να αυξήσουν την εισπραξιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Όπως προκύπτει από την έρευνά μας, στις παρούσες συνθήκες θα μπορούσε να ενεργοποιηθούν και κατά άμεσο τρόπο οι εξής πρωτοβουλίες:
1. Ενεργοποίηση του σημείου 171 της συμφωνίας που προβλέπει τη δημιουργία ενιαίου φορέα είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών.
2. Κάθε εργοδότης θα πληρώνει στον τραπεζικό λογαριασμό του μισθού του μισθωτού και τον μισθό του και τις ασφαλιστικές εισφορές. Η τράπεζα θα αποδίδει αυτονόμως τις εισφορές στο ασφαλιστικό του ταμείο και το υπόλοιπο του λογαριασμού θα είναι ο μισθός καθαρός. Προβλέπεται από το άρθρο 40 του Ν. 3863/2010, αλλά δεν εφαρμόσθηκε ποτέ.
3. Η επιδότηση των προγραμμάτων απασχόλησης από τον ΟΑΕΔ, προτείνεται να μην αφορά μόνο τον μισθό, αλλά και τις εισφορές και να κατατίθενται απευθείας στο ΙΚΑ, χωρίς την παρέμβαση του εργοδότη.
4. Να εισαχθεί η ηλεκτρονική διεκπεραίωση της ασφάλισης των εργαζομένων με εργόσημο που αφορά τον αστικό και αγροτικό τομέα της οικονομίας.
5. Τήρηση της νομοθεσίας σε ορισμένους κλάδους, π.χ. τα ξενοδοχεία, που δεν πρέπει οι μαθητευόμενοι να ξεπερνούν το 17%.
6. Ανασύσταση του αποθεματικού κεφαλαίου του ασφαλιστικού συστήματος.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet