Σταύρος Ζουμπουλάκης «800 μετ’ εμποδίων. Μικρά δοκίμια», εκδόσεις Πόλις, 2024

 

Η «συνεστραμμένη λέξις», στην αρχαία ελληνική γραμματεία, δήλωνε τη βραχυλογική εκφορά του λόγου, την περιεκτική συντομία, δηλαδή αυτό που ο Σταύρος Ζουμπουλάκης εξηγεί ως «όριο και εμπόδιο ταυτόχρονα, το οποίο, αντίθετα από ό,τι ισχύει στο άθλημα, δεν έπρεπε να υπερπηδήσω» (σ. 11). Αυτή τη βραχυλογία εξήρε και ο Αισχίνης με το «συστρέψας γράφει», φράση που απαντά στο «Κατά Κτησιφώντος». Πρόκειται για κείμενα δημοσιευμένα στην Καθημερινή, κατά τα έτη 2021-2023, τα οποία, όπως εξηγεί ο συγγραφέας, δεν εντάσσονται σε κοινό θεματικό πεδίο. Αυτό, όμως, όπως θα προσπαθήσω να δείξω, υποβοηθεί την αναγνωστική ευφορία. Ο συγγραφέας πραγματεύεται μικρά και μεγάλα θέματα. Για την ακρίβεια, καταργεί αυτή τη διάκριση. Με αυτόν τον τρόπο, γίνονται όλα μεγάλα, υπό την έννοια ότι αφορούν κάτι σημαντικό, διότι και αυτά που αναφέρονται σε κάτι απλό και «μικρό» είναι εστιασμένα στο ανθρώπινο μέτρο και τον συντονισμό του με τον χώρο και τη συγκυρία, τον χρόνο της ανθρώπινης συντυχίας, εντός του οποίου ένα πρόβλημα κερδίζει τη σημασία του.

 

Έτσι, λοιπόν, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης κατορθώνει να μας πει ιστορίες, να αφηγηθεί και να σχολιάσει, όχι με διδακτισμό, αλλά με την επίγνωση «ότι η ιστορία μάς καθορίζει και την καθορίζουμε και ότι, ως ανθρώπινη δημιουργία ακριβώς, έχει και φως και σκοτάδι και όλες τις ενδιάμεσες, ανάμεσα σε δύο άκρα, διαβαθμίσεις. Αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να οδηγήσει με τη σειρά της στην ιστορική σεμνότητα και στην ηθική εγρήγορση» (σ.25). Νομίζω ότι αυτή η τελευταία –σχολιαστική των πραγμάτων και αφυπνιστική ως προς τη σχέση μας με αυτά–  φράση καθορίζει τον παλμό των δοκιμίων του Ζουμπουλάκη. Μιλώ για παλμό, διότι τα κείμενα του Σταύρου Ζουμπουλάκη υπακούν σε μια χαρακτηριστική ρυθμική οργάνωση των νοημάτων. Δεν εννοώ να μετρήσουμε συλλαβές, αλλά να παρακολουθήσουμε το πώς ο Ζουμπουλάκης «επισκέπτεται» τα θέματά του, δηλαδή το πώς μιλά για αυτά βλέποντάς τα. Πρόκειται για το εξεταστικό βλέμμα του.

Στο κείμενό του «Σπίτια των γηρατειών και της μοναξιάς. Λήδα Κοντογιαννοπούλου, Το σπίτι της μνήμης» (σς. 53-58) ο Ζουμπουλάκης όντως επισκέπτεται κάτι. Επισκέπτεται την έκθεση «Το σπίτι της μνήμης», στο Μουσείο Μπενάκη. Ο δοκιμιακός του λόγος είναι και επίσκεψη –με τη σημασία που απέδωσα πριν– στο τι είναι η κατοίκηση σε ένα σπίτι: «Σωστά ο τίτλος που δόθηκε στην έκθεση, χωρίς περιττή διάθεση πρωτοτυπίας, είναι Το σπίτι της μνήμης. Η ζωή στα σπίτια αυτά έχει αποτραβηχτεί και κατοικούν πια εκεί οι μνήμες μιας ζωής περασμένης, ενσαρκωμένες σε συγκεκριμένα αντικείμενα, συλλεγμένα με γούστο στο διάβα της: βάζα, φωτιστικά, χαλιά και κιλίμια, καθρέφτες, δίσκοι, ασημικά και πορσελάνες, πίνακες βιβλία […] Αυτά τα γεροντικά σπίτια, τα κατάφορτα με όμορφα αντικείμενα και μνήμες, μου φέρνουν μελαγχολία, στην ηλικία που είμαι και εγώ. Οι άνθρωποι γερνάνε, τα σπίτια γερνάνε, όλα τελειώνουν. Ομολογώ πως δεν έχω μεγάλο προσωπικό ενδιαφέρον και περιέργεια για τα σπίτια των συγγραφέων και των καλλιτεχνών. Το παντοτινό σπίτι τους είναι το έργο τους, μόνο οι επισκέψεις σε αυτό έχουν σημασία. Ούτε και με πολυνοιάζει τα σπίτια αυτά να γίνονται μουσεία – μια εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα στην είσοδο αρκεί. Προτιμώ να εισβάλει ξανά εκεί ο βόμβος και η αταξία της ζωής […] Το μυστήριο της τέχνης: νιώθω αληθινά μεγάλη αισθητική χαρά και συγκίνηση βλέποντας ζωγραφισμένα τα σπίτια αυτά, ενώ στα ίδια, τα πραγματικά, δεν θα ήθελα να ζήσω ούτε μία ώρα». Πώς συνείρονται, σε αυτό το απόσπασμα, οι περιγραφές και οι μνήμες που αφυπνίζονται; Δύσκολο κάποιος να μην έχει αίσθηση, έστω και περιορισμένη, ενός σπιτιού, το οποίο να μοιάζει αποτύπωμα της ζωής που συνεχίζεται πιο ανελέητα και από τον θάνατο.

 

Η ρυθμοποιός γραφή

 

Νομίζω ότι η ρυθμοποιός γραφή του Ζουμπουλάκη συντάσσει και συνέχει τον αφηγηματικό χρόνο των «επισκέψεών» του. Και επειδή αυτό δεν είναι κάτι που αποδεικνύεται, αλλά κάτι που δείχνεται, ας δούμε ένα ακόμη απόσπασμα από μία «επίσκεψή» του σε μια πολύ αγαπημένη, ξεχωριστή ταινία. Στο κείμενο «Το βάρος του καπνού. Γουέιν Γουάνγκ - Πωλ Όστερ, Καπνός (1995)» (σς. 67-70), ο συγγραφέας μιλά για το διήγημα του Όστερ, που έγινε η γνωστή ταινία από τον Γουάνγκ, στην οποία διαπρέπει ο Χάρβεϊ Καϊτέλ, στον πρωταγωνιστικό ρόλο του καπνοπώλη Όγκι Ρεν, καθώς και ο Τομ Γουέιτς, με το «Innocent when you dream», απλώς και μόνο επειδή είναι ο Τομ Γουέιτς, γεγονός για το οποίο θα του είμαστε παντοτινά υπόχρεοι, δηλαδή απλώς και μόνο επειδή υπάρχει. Η περιγραφή ξεκινά με τον Όγκι να βρίσκει αναπάντεχα ένα πορτοφόλι, το οποίο, αφού ο ίδιος έχει δει κάποιες φωτογραφίες μέσα σε αυτό, θέλει να το επιστρέψει. Πηγαίνει στη σχετική διεύθυνση, όπου του ανοίγει μια γιαγιά τυφλή, που του λέει ότι τον περίμενε να περάσουν μαζί τα Χριστούγεννα. Ο Όγκι προσποιείται τον εγγονό της, όπως τον νόμισε η γιαγιά, η οποία κάνει ότι δεν κατάλαβε ότι δεν είναι ο εγγονός της: «Η γιαγιά είναι ευτυχισμένη! Ο Όγκι θα βρει στην τουαλέτα μια στοίβα φωτογραφικές μηχανές, μέσα στα κουτιά τους, προφανώς κλεμμένες. Θα πάρει μία και θα φύγει, χωρίς να αποχαιρετήσει, γιατί η γιαγιά κοιμάται εν τω μεταξύ στον καναπέ. Μετά από τρεις τέσσερις μήνες θα ξαναπεράσει για να επιστρέψει τη μηχανή, μα δεν θα βρει τη γιαγιά. Αυτά ήταν μάλλον τα τελευταία Χριστούγεννα της ζωής της, και τα πέρασε μέσα στη χαρά! Το ψέμα του Όγκι ήταν μια μεγάλη πράξη καλοσύνης, και ας λένε ό,τι θέλουν οι καντιανοί […] Ο Όγκι δεν έχει τραβήξει ποτέ φωτογραφία στη ζωή του, τώρα όμως που βρέθηκε με μια φωτογραφική μηχανή στα χέρια θα γίνει ένας ιδιότυπος φωτογράφος: φωτογραφίζει κάθε μέρα, έξω από το μαγαζί του, από το ίδιο σημείο, την ίδια ώρα, για πέντε λεπτά. Είναι η καθημερινή προσευχή του. Όλα φαίνονται ίδια σε αυτές τις φωτογραφίες, αν τις κοιτάξεις όμως προσεχτικά και χωρίς βιασύνη σου αποκαλύπτουν πράγματα που δεν φανταζόσουν. Όμοια με τις φωτογραφίες του Όγκι, έτσι και οι ήρωες της ταινίας δεν είναι αυτό που φαίνονται με ένα βιαστικό και επιπόλαιο κοίταγμα – όπως ακριβώς και στην πραγματική ζωή».

 

Γραμμένο από τη σκοπιά του τερματισμού του

 

Σε αυτό το απόσπασμα του Ζουμπουλάκη, η πύκνωση και η ενάργεια του νοήματος είναι τέτοια, που αφήνει την εντύπωση ότι το περιεχόμενο της αφήγησης είναι διαρθρωμένο με χρονική συνέχεια –και  αντίστοιχη συνέπεια στην περιγραφή του– αλλά αυτή η εντύπωση, κατά τη γνώμη μου, είναι φαινομενική και οφείλεται σε «ένα βιαστικό και επιπόλαιο κοίταγμα». Εάν κοιτάξουμε όμως «προσεχτικά και χωρίς βιασύνη», νομίζω ότι μας αποκαλύπτουν πράγματα που δεν φανταζόμασταν, όπως δηλαδή το ότι αυτό το δοκίμιο του Ζουμπουλάκη είναι εξ ολοκλήρου γραμμένο από τη σκοπιά του τερματισμού του, του τέλους του.

Νομίζω ότι η ρυθμοποιός γραφή του Σταύρου Ζουμπουλάκη αυτό ακριβώς μας αποκαλύπτει, αυτήν τη σκοπιά αναδεικνύει. Αρκεί κανείς να παρακολουθήσει τον ρυθμό της αφήγησης. Νομίζω ότι αυτή η ρυθμοποιία δεν διακρίνεται από το νόημα που αρθρώνεται στο περιεχόμενο των δοκιμίων. Νομίζω ότι αυτή είναι το νόημα. Και μιας και μιλάμε για νόημα, να αναφέρω και ένα ακόμη δοκίμιο. Δεν θα προσπαθήσω να το εξηγήσω, όπως τα δύο παραπάνω, που είναι και τα αγαπημένα μου από αυτόν τον τόμο. Όχι μόνο για να σεβαστώ το όριο λέξεων του δικού μου δοκιμίου, σεβόμενος και τον χρόνο του αναγνώστη, αλλά επειδή απλώς δεν εξηγείται. Θα αναφέρω μόνο τον τίτλο του, ο οποίος είναι «Η αγάπη δεν έχει επιχείρημα». Όντως δεν έχει. Δεν της χρειάζεται κιόλας.  Έχει αυτάρκεια, αλλά όχι ακριβώς, γιατί, σε ό,τι αφορά τον άλλον άνθρωπο, έχει και ένδεια, που τον καθιστά παρόντα, ακόμη και όταν δεν είναι. Έχει πλησμονή και μαζί και ένδεια, οπότε τι να το κάνει το επιχείρημα.

Στέφανος Δημητρίου Ο Στέφανος Δημητρίου είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet