Καρλ Μαρξ «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», μετάφραση: Γιάννης Καλλιφατίδης, επίμετρο: Δημήτρης Τσαραπατσάνης, παράρτημα: Χέιντεν Γουάιτ, εκδόσεις Αντίποδες, 2023

 

Gustave Courbet «Γράμματα στους Γερμανούς», εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια: Σταύρος Βελούδος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας, εκδόσεις Ροές, 2023

 

2 Δεκεμβρίου 1851. Ο Ναπολέων ο Mικρός, όπως θα αποκαλέσει σε λίγο ο Βικτόρ Ουγκό τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη στον ομότιτλο λίβελλό του, καταλύει με πραξικόπημα τη δεύτερη γαλλική δημοκρατία. Στην 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, που θα εκδοθεί όπως και το φυλλάδιο του Ουγκό το 1852, ο Μαρξ θα τον ονομάσει Krapülinski, παίζοντας με τη γαλλική λέξη crapule, που σημαίνει την κραιπάλη αλλά και το αχρείο υποκείμενο, τον κανάγια. Έξαλλος με τον ίδιο του τον εαυτό, καθώς είχε υποστηρίξει τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη για την προεδρία το 1848, ο Ουγκό θα βάλλει με μανία κατά του «πυγμαίου τυράννου ενός μεγάλου λαού». Επικρίνοντάς τον ποιητή για την επιμονή με την οποία εστίαζε στο πρόσωπο του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, προσδίδοντάς του μια τρομερή όσο και ανυπόστατη δύναμη και αξία, ο επαναστάτης φιλόσοφος θα εξηγήσει πώς το εν λόγω πραξικόπημα δεν ήταν καθόλου κεραυνός εν αιθρία, αλλά το λογικό κι αναμενόμενο αποτέλεσμα της συντονισμένης πολιτικής της γαλλικής μπουρζουαζίας ενάντια στο προλεταριάτο, που της γύρισε απλώς μπούμερανγκ.

Κείμενο γραμμένο εν θερμώ, συνέχεια του προβληματισμού του Μαρξ για την επαναστατημένη Γαλλία που είχε αποτυπωθεί στο κείμενό του «Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία 1848-1850, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» θα αποτελέσει ένα από τα πλέον εμβληματικά και επιδραστικά του έργα, ως ένα μείζον κείμενο περί της μεθόδου: με μελέτη περίπτωσης ένα μείζον ιστορικό γεγονός, ο Μαρξ εφαρμόζει αναλυτικά και πολύ αποτελεσματικά σε σχέση με προηγούμενες απόπειρές του, παρά τις όποιες αντικειμενικές δυσκολίες τεκμηρίωσης, το ερμηνευτικό σχήμα της πάλης των τάξεων ως κινητήριας δύναμης της Ιστορίας, και μάλιστα χωρίς την παραμικρή υποχώρηση σε απλουστεύσεις και αναγωγισμούς: φωτίζει ολοκάθαρα τις κοινωνικές αντιθέσεις πίσω από τις πολιτικές δυνάμεις και τις ιδέες που διακινούνται στη δημόσια συζήτηση, υπογραμμίζοντας την ίδια στιγμή τη συνθετότητα των σχέσεων ανάμεσα στα ταξικά συμφέροντα και την πολιτική τους έκφραση, όπως διαμορφώνεται μέσα από πολυπαραγοντικές διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικά επίπεδα.

 

Πηγή έμπνευσης για πολλούς στοχαστές

 

Με στέρεη λοιπόν επιχειρηματολογία, εξαιρετική ευγλωττία και απολαυστική ειρωνεία, δείχνει πώς ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα συνασπίζεται ξανά και ξανά απέναντι στον «κόκκινο κίνδυνο», παρά τις διαφοροποιήσεις και τις αντιπαλότητες των ομάδων που το συναποτελούν, και καταλήγει να γεννήσει τέρατα – το έχουμε δει να επαναλαμβάνεται τόσες φορές στο παρελθόν και η εποχή μας μοιάζει επίσης γκαστρωμένη… Δεν είναι τυχαίο ότι ο Μαρξ ξεκινά με τη γνωστή θέση του Χέγκελ για τη διπλή εμφάνιση των προσώπων και των γεγονότων στην Ιστορία, την οποία συμπληρώνει: την πρώτη φορά ως τραγωδία και τη δεύτερη ως φάρσα. Και συνεχίζει με έναν εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοχασμό για τον ρόλο του παρελθόντος και της μνήμης στη δημιουργία της Ιστορίας, που απαντά με τον καλύτερο τρόπο στις επικρίσεις περί ντετερμινισμού που του καταλογίζουν αλλά και θα γίνει πηγή έμπνευσης για πολλούς στοχαστές, όπως λόγου χάρη ο Αντόρνο.

 

18 Σεπτεμβρίου 1870. Λίγες ημέρες μετά τη συντριβή του γαλλικού στρατού, υπό τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη, από τους Πρώσους και την ανακήρυξη της δημοκρατίας στη Γαλλία, αρχίζει η πολύμηνη πρωσική πολιορκία του Παρισιού. Θα ακολουθήσουν καταιγιστικοί βομβαρδισμοί που, μαζί με την αναπόφευκτη πείνα, θα προκαλέσουν εκατόμβες θυμάτων. Μέσα σ’ αυτό το Παρίσι του λιμού και της σφαγής, όπου ο λαός αντιστέκεται όσο καλύτερα μπορεί, ο Γκυστάβ Κουρμπέ τρώει, όπως όλοι, λυσσασμένες αγελάδες, άλογα και γαϊδούρια κι ακολουθεί όλο περηφάνεια με το βλέμμα τα αερόστατα στον ουρανό που συνδέουν, μαζί με τα περιστέρια, την πόλη με τον έξω κόσμο – ιδέα του φίλου του, σπουδαίου φωτογράφου Ναντάρ, στο εργαστήρι του οποίου θα γίνει σε λίγο, το 1874, η περίφημη πρώτη έκθεση των φίλων του, των ιμπρεσιονιστών. Πρωτεργάτης του ρεαλισμού, προ πολλού καταξιωμένος και ορκισμένος αντίπαλος του Αυτοκράτορα, προυντονικός και φεντεραλιστής, ο Κουρμπέ πιάνει το μολύβι όχι για να σχεδιάσει, αλλά για να γράψει οργισμένα γράμματα στους γερμανούς στρατιώτες κι ομοτέχνους του, ζητώντας τους να αντιληφθούν τη διαφορά ανάμεσα στον γαλλικό λαό και τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη, να γλιτώσουν τον εαυτό τους και τους Γάλλους από τα βάσανα του πολέμου, να αγκαλιάσουν τα ύψιστα ιδανικά της αδελφοσύνης των λαών και της ειρήνης.

 

Μια συζήτηση πάντα επίκαιρη

 

Σε λίγο θα προσχωρήσει στην Κομμούνα, η οποία θα υλοποιήσει την προφητεία, με την οποία έκλεινε την 18η Μπρυμαίρ ο Μαρξ: «όταν επιτέλους ο αυτοκρατορικός μανδύας σκεπάσει επιτέλους τους ώμους του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, ο ορειχάλκινος ανδριάντας του Ναπολέοντα θα γκρεμιστεί από τη Στήλη της Βαντόμ». Οι Κομμουνάροι θα την γκρεμίσουν τη στήλη στη «Διεθνή πλατεία» τους. Ο Κουρμπέ, ο οποίος στο γράμμα του στους γερμανούς καλλιτέχνες τούς πρότεινε να αφήσουν στους Γάλλους τα (Krupp πάντοτε) κανόνια τους να τα λιώσουν αυτοί μαζί με τα δικά τους και να φτιάξουν ένα κολοσσιαίο μνημείο των λαών που θα ανεγερθεί στην πλατεία Βαντόμ, θα χρεωθεί την ιδέα της καταστροφής της, θα καταδικαστεί, θα κυνηγηθεί και θα αυτοεξοριστεί στην Ελβετία.

Η αιματηρή καταστολή της Κομμούνας από την τρίτη γαλλική δημοκρατία θα ανοίξει τη μεγάλη συζήτηση για τις μορφές οργάνωσης του εργατικού κινήματος, που θα διχάσει τη Διεθνή. Μια συζήτηση που παραμένει πάντα επίκαιρη, άσχετα από τους όποιους (αναγκαίους) επαναπροσδιορισμούς της έννοιας του προλεταριάτου. Όσο για την αμφισβήτηση της κεντρικής θέσης του Μαρξ για τον τελικό του θρίαμβο, μόνο το μέλλον θα δείξει. Η 18η Μπρυμαίρ, πάντως, αποτελεί ένα ορόσημο στην αναλυτική μέθοδο του Μαρξ, μια εξαιρετική, απολύτως προσιτή εισαγωγή στη μέθοδο αυτή, ιδιαιτέρως πολύτιμη, ειδικά σήμερα, για την αντίληψη της πραγματικότητας αλλά και ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, μια δεξιοτεχνική και βαθιά πολιτική άσκηση ύφους – ως «συνειδητής στρατηγικής που αποσκοπεί στη συγχώνευση μιας ορισμένης μορφής με ένα ορισμένο περιεχόμενο», όπως ωραία το ορίζει ο Γουάιτ (208) στο πολύ ενδιαφέρον κείμενό του που πλαισιώνει την παρούσα έκδοση, στο οποίο εξετάζει το κείμενο του Μαρξ συγκριτικά προς την Αισθηματική αγωγή του Φλωμπέρ.

Την ίδια αυτή συγχώνευση μιας μορφής με ένα περιεχόμενο επεδίωκε και ο Κουρμπέ, ορίζοντας τον ρεαλισμό ως άρνηση του ιδεώδους και ζητώντας μια τέχνη ζωντανή. Ο φίλος του Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, στο έργο του «Σχετικά με την έννοια της τέχνης και την κοινωνική της αποστολή» που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, ανέλυε τη ζωγραφική του ως τέχνη σοσιαλιστική. Ο ίδιος, εκλεγμένος αντιπρόσωπος της Κομμούνας, δήλωνε ότι ήθελε να αποτυπώσει την εποχή του όπως την έβλεπε ο ίδιος. Άλλη μια συζήτηση που παραμένει πολύ επίκαιρη. Από το ένα βιβλίο στο άλλο κι από τη μια σκέψη στην άλλη, γυρίζουμε έτσι πίσω για να δούμε, όσο πιο καθαρά μπορούμε, μπροστά.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet