Συνέντευξη με τον Στέφανο Μπατσή, από τη συντακτική ομάδα του περιοδικού Kaboom

 

Το Kaboom ξεκίνησε το -τόσο μακρινό και τόσο κοντινό ταυτόχρονα- 2014 ως ηλεκτρονικό περιοδικό και το 2016 συστήθηκε στο ελληνικό κοινό και σε έντυπη μορφή.

Ανθρωπολογία, ψυχανάλυση, νεοφιλελευθερισμός, γραφειοκρατία, τουρισμός, ψηφιακές τεχνολογίες, η αλήθεια, και τώρα, στο τεύχος που κυκλοφόρησε περίπου στα μέσα Ιουνίου, ένα χορταστικό αφιέρωμα στο ζήτημα των θεσμών. Τα αφιερώματα αυτά πλαισιώνονται από άρθρα για ξεχωριστά θέματα και σκέψεις, βιβλιοκριτικές, διηγήματα, συνεντεύξεις, μεταφράσεις και την πανταχού παρούσα σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη αλλά όχι μόνο.

Μια κοινότητα ανθρώπων καταφέρνει να δημιουργεί «σκέψη για να σκεφτόμαστε». Κι αυτό είναι εντελώς σπουδαίο, όσο και ιδιαίτερα δύσκολο. Με ριζοσπαστικό πρόσημο, αποδρώντας από τον βερμπαλισμό ή την πρόνοια για καθοδήγηση, συστήνοντας νέα και παλιά, αλλά σίγουρα έκκεντρη βιβλιογραφία που παρασέρνει πολλούς και πολλές από εμάς σε στράτες στοχασμού που, ως πριν, δεν τις είχαμε διαβεί.

Η συνέντευξη που ακολουθεί με τον Στέφανο Μπατσή, νομικό και μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Kaboom και των εκδόσεων Πλήθος, είναι μια συζήτηση για τα «ημερολόγια πριν από τη μεγάλη έκρηξη», όπως επιγράφεται ο υπότιτλος του Kaboom.

 

Τη συνέντευξη πήρε ο Βασίλης Ρόγγας

 

Στο editorial του 2016 γράφατε πως: «η χρεωκοπία του πολιτικού συστήματος δεν είναι άσχετη από τη νοηματική και αξιακή χρεωκοπία του σύγχρονου δυτικού κόσμου. Αντιθέτως, αποτελεί ένα από τα πολλά συμπτώματα με τα οποία το νοηματικό κενό εκδηλώνεται». Πώς θεωρείς ότι καταφέρατε να τραβήξετε εσείς γραμμής φυγής από αυτόν τον ανοηματικό κόσμο με το εγχείρημά σας; Τι κρατάτε από το ως τα τώρα Kaboom;

Θα θέλαμε να αποφύγουμε την κοινοτοπία της αναγωγής ενός μερικού εγχειρήματος στην αχανή ολότητα της ζωής. Σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, είμαστε κι εμείς όσα αναλύουμε, κριτικάρουμε ή και αποστρεφόμαστε στις σελίδες του περιοδικού: αποικισμένοι από τον καπιταλισμό, μικροί γραφειοκράτες, επιδοσιακά υποκείμενα, συχνά βουβοί και παγωμένοι μπροστά στην κενότητα και την έλλειψη νοήματος – ή την υπερπαραγωγή του. Η δική μας ημιτελής και διάτρητη γραμμή φυγής έγκειται στο άνοιγμα προς μια κριτική που περιλαμβάνει –και εν ανάγκη– προβληματοποιεί τον εαυτό και τον κόσμο του, στην ψύχραιμη, αντι-τερατολογική πραγμάτευση δυναμικών και τάσεων του υπάρχοντος που εν πρώτοις εμφανίζονται ως ισοπεδωτικές, τελειωμένες υποθέσεις, καθώς και στην επιμονή μας να εντοπίζουμε λοξά αντίρροπα παραδείγματα. Σαφώς σημαντικότερη, βέβαια, για εμάς είναι η φιλία που, αρχικά, μας ένωσε σε αυτό το σχήμα ή που γεννήθηκε στην πορεία. Η μέριμνα όλων αφορά και τη φροντίδα των τραυμάτων που μοιραία προκύπτουν τις στιγμές που οι πολιτικοί τόνοι ανεβαίνουν∙ έχει κι αυτό αξία για εμάς, και μάλιστα όχι μόνο σε συναισθηματικό επίπεδο αλλά και σε ψυχοπολιτικό, ειδικά όταν αναλογιζόμαστε την πανταχού παρούσα πόλωση που συνεχώς αναδιπλασιάζεται και παροξύνεται.

 

Το τελευταίο τεύχος ασχολείται με τη θεματική των θεσμών και μάλιστα με έμφαση στην αποτύπωση τους ως σημασιολογικά υποβασταζόμενους και, παράλληλα, ως α-τελείς, με την έννοια πως διαρκώς μεταβάλλονται. Στο επίπεδο της σκέψης μου δημιουργούσε πάντα μια ορμέμφυτη αισιοδοξία αυτή η θεώρηση. Πρακτικά όμως, τι αντιπαρατάσσουμε στο νεοφιλελεύθερο έθος, τι θεσμίσεις φτιάξαμε να αντέχουν και ταυτόχρονα να είναι πλαστικές έτσι ώστε να μπορούν να αντιστέκονται;

Η παλίρροια της περιπετειώδους τετραετίας 2008-2012, με τα απόνερά της, φανέρωσε διάθεση πειραματισμού και αναδιάρθρωσης των προταγμάτων ώστε να περιλαμβάνουν –συχνά καταναγκαστικά– τη δημιουργία νέων θεσμίσεων. Με την απόσταση του χρόνου, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως η δυναμική αυτή συχνότερα απέτυχε παρά πέτυχε, πάντως υπήρξε ομολογουμένως ενδιαφέρουσα, ειδικά στις περιπτώσεις εκείνες που η πολιτική δημιουργία κατόρθωσε να απεγκλωβιστεί από την εσωστρέφεια των ομάδων ιδεολογικής συγγένειας και να αφεθεί σε αδοκίμαστα χέρια. Ό,τι άντεξε ακουμπά σε κεφαλαιώδεις αλλά πολύ συγκεκριμένες ανάγκες∙ πρόκειται για χώρους συνάντησης που διαμεσολαβούνται όσο το δυνατόν λιγότερο από το κράτος και τις λογικές του εμπορεύματος (κοινωνικά κέντρα, καταλήψεις, εγχειρήματα παραγωγής λόγου και πολιτισμού). Θεσμίσεις που άπτονταν υλικών διαστάσεων της ζωής με στενότερο τρόπο είτε εξαντλήσαν γρήγορα τον σκοπό της ύπαρξής τους και έσβησαν είτε δεν έγιναν ποτέ κάτι παραπάνω από πιλοτικές ασκήσεις επί χάρτου. Μάθαμε αρκετά, όμως πρέπει να μάθουμε ξανά και μάλιστα σε κατευθύνσεις ασαφείς: Tι είδους πολιτικές, σε μοριακό ή κεντρικό επίπεδο, μπορούν να αντιπαρατεθούν στην κυρίαρχη νόρμα του ανταγωνισμού; Πώς μπορεί το καλοδεχούμενο βλέμμα προς τον εαυτό να μην οδηγήσει σε ένα εκλεκτικό κλείσιμο των ματιών; Πού μπορούμε να βρούμε τις υπαρκτές γνώσεις, πρακτικές, μορφές ζωής οι οποίες –ακόμη και αθέλητα– θέτουν φραγμούς στην ομογενοποιητική δύναμη του υπάρχοντος και τι μπορούμε όντως να κάνουμε με αυτές; Εξυπακούεται πως δεν έχω καμία απάντηση, αλλά διαισθητικά θα πρότεινα να στραφούμε ανοιχτόκαρδα και ανοιχτόμυαλα προς τους μετανάστες και πρόσφυγες νέους συμπολίτες μας, που φέρουν έναν πλούτο πολυσήμαντων εμπειριών.

 

 

Στο επιστημονικό debate, αν υποθέσουμε πως αυτό υπάρχει επαρκώς, είναι θεματοποιημένο το ζήτημα των επείσακτων δυτικογενών θεσμών στην ελληνική κοινωνία. Το σχήμα αυτό, σε ορισμένες του εκδοχές δικαιώνει την αντίληψη πως όποιος αντιτίθεται στην ευρωπαϊκή ή, πολλώ δε μάλλον, στην καπιταλιστική προοπτική κατατάσσεται στη σφαίρα του λαϊκισμού. Φαντάζομαι δεν συμφωνείς αλλά θα ήθελα τις σκέψεις σου.

Ο αντι-λαϊκισμός έγινε μέρος μιας μορφής διακυβέρνησης που εκφράζεται προνομιακά από το πρότζεκτ Μητσοτάκη, αλλά εντοπίζεται ευχερώς και στον λόγο της κυβερνώσας αριστεράς∙ ως εκ τούτου τον ταϊζόμαστε με κάθε ευκαιρία και οι ευκαιρίες δεν λείπουν. Από την άλλη, είναι γεγονός πως βιώνουμε, κι εμείς προσωπικά ως εγχείρημα, μια μεγάλη αμηχανία όταν καλούμαστε να προτάξουμε ή να υπερασπιστούμε πολιτικούς τόπους του άρρητου, είτε πρόκειται για το μη εντατικοποιημένο πανεπιστήμιο του ασύλου και του δημιουργικού χαζολογήματος απέναντι στο πανεπιστήμιο της αγοράς είτε για τις λογικές της πιάτσας ως προτιμότερες των συμβολαιϊκά διαμεσολαβημένων σχέσεων είτε για μια ριζική κριτική των νέων τεχνολογιών της διαρκούς διασύνδεσης και ποσοτικοποίησης. Νιώθουμε συχνά ότι αυτά τα ζητήματα έχουν εν πολλοίς κριθεί κοινωνικά, όπως πιθανώς και η μονομερής προσήλωση στη Δύση, και αναρωτιόμαστε πώς οι κριτικές μας προσπάθειες θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε πολιτικό αγώνα μικρότερης ή μεγαλύτερης κλίμακας. Παραμένει, φυσικά, το ενδεχόμενο οι εξελίξεις να μας εκπλήξουν ευχάριστα και η γενικευμένη ατομική και συλλογική δυσθυμία να συνδεθεί με το επίδικο μιας καλής ζωής.

 

«Τα ημερολόγια πριν από τη μεγάλη έκρηξη» είναι και μια «προσπάθεια συντονισμού με τις απαιτήσεις που μας επιβάλλει το παρόν μας», όπως γράφετε στο τελευταίο editorial. Μήπως δεν συνδέονται αυτά τα δυο;

Οι εκρήξεις στις μέρες μας πάνε τρεις το τάληρο και η ευρύτερη αδυναμία νηφάλιας οριοθέτησης και σημασιοδότησής τους δεν μας αφήνει αλώβητους. Εντούτοις, πιστεύουμε όντως ότι ζούμε σε καταπληκτικούς καιρούς –για καλό ή κακό– και ότι η καταγραφή και ανάλυση διαστάσεων του παρόντος είναι αυτό που μας αναλογεί και μας συνέχει. Πρόκειται για έναν συντονισμό μη συστηματικό αλλά κάθε φορά και πιο κοπιώδη, που μετεωρίζεται μεταξύ γούστου και καθήκοντος. Η επιγραφή αυτή, άλλωστε, μας συνδέει με την ορμή και τα συναισθήματα της νεότητάς μας, με τις μέρες που γεννιόταν το περιοδικό∙ είναι ο συμβολικός γενέθλιος τόπος μας όπου συχνά επιστρέφουμε, ακόμη κι αν σήμερα είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι ή, ίσως ακριβώς, επειδή σήμερα είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι. Οφείλουμε επίσης να πούμε πως σε εγχειρήματα του δικού μας (μικρού) μεγέθους και της δικής μας φυσιογνωμίας, υπάρχουν αντιφάσεις που δεν επιλύονται αν δεν εγκύψει κανείς στην ατομική και συλλογική βιογραφία των συμμετεχόντων, κάτι που φυσικά δεν συμβουλεύουμε κανέναν αναγνώστη να επιχειρήσει.

 

10 χρόνια είναι και πολλά, είναι και λίγα. Πώς σκέφτεστε να συνεχίσετε; θα ξεκινήσετε και σειρά παρουσιάσεων του περιοδικού, όπως προαναγγείλατε;

Το τελευταίο, 10ο τεύχος θα παρουσιαστεί πολλαπλώς με κάθε εκδήλωση να δίνει βάρος και σε κάτι διαφορετικό, πάντα εντός της γενικής θεματικής των θεσμών. Πέραν τούτου, θα οργανωθούν εκδηλώσεις με αφορμή τα δέκα χρόνια του περιοδικού, με τους φίλους και τις συνεργάτιδές μας σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Ελπίζουμε σε ένα εύστοχο μίγμα αναστοχασμού, ανοίγματος στο μέλλον και ελαφράς συγκίνησης.

 

Βασίλης Ρόγγας Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet