«Σπυρίδων Λάμπρος. Ο ιστορικός, το έργο και η εποχή του», επιστημονική επιμέλεια: Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Γεράσιμος Ζώρας, Κατερίνα Νικολάου, Αναστασία Παπαδία-Λάλα, εκδόσεις Ευρασία, 2023

 

Ο Σπυρίδων Λάμπρος (1851-1919) είναι το πρόσωπο το οποίο σημαδεύει τις απαρχές της νεότερης ελληνικής ιστοριογραφίας, τη μετατροπή της σε επιστημονικό και επαγγελματικό κλάδο, ο οποίος επωμίζεται από τη μια πλευρά την εθνική του αποστολή, θέλοντας την ίδια στιγμή, από την άλλη μεριά, να στηρίξει την παραγωγή του σε χειροπιαστές αποδείξεις: σε έγγραφα, χειρόγραφα και τεκμήρια, σε πηγές ικανές να συμβάλουν στις πολιτικές του ανάγκες και στην εγκυρότητά του.

Αυτό είναι το κλίμα εντός του οποίου κινείται ο τόμος «Σπυρίδων Λάμπρος. Ο ιστορικός, το έργο και η εποχή του», σε επιστημονική επιμέλεια των Βαγγέλη Καραμανωλάκη, Γεράσιμου Ζώρα, Κατερίνας Νικολάου και Αναστασίας Παπαδία-Λάλα. Στο βιβλίο περιλαμβάνονται ανακοινώσεις που διαβάστηκαν σε συνέδριο για τον Σπυρίδωνα Λάμπρο μεταξύ 12 και 13 Δεκεμβρίου του 2019. Το συνέδριο διοργάνωσαν το Ιστορικό Αρχείο του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ.

 

Ποια είναι η πολιτική ανάγκη που χρειάστηκε να υπηρετήσει ο Λάμπρος και, σε άμεση συνάρτηση, σε τι ακριβώς συνίσταται η εθνική αποστολή την οποία ανέλαβε ως επαγγελματίας ιστορικός; Ακολουθώντας το τριμερές σχήμα το οποίο εισηγήθηκε πρώτος ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, που προσέθεσε δίπλα στην αρχαία ιστορία την ιστορία του Βυζαντίου και την ιστορία του νέου ελληνισμού, ο Λάμπρος έδωσε επιστημονική βάση στην παπαρρηγοπούλια γραμμή με την επίκληση και τη συνδρομή των αρχειακών πηγών. Αντί, λοιπόν για τη Θεία Πρόνοια, που καθοδηγεί την πορεία της Ελλάδας μέσα από τους αιώνες, η αρχειακή έρευνα και η συστηματική τεκμηρίωση. Είναι η γραμμή που χάραξαν ο Λάμπρος και ο Παύλος Καρολίδης, που παρά την επιστημοσύνη τους δεν κατάφεραν να απομακρυνθούν από τους στυλοβάτες της προαιώνιας ελληνικής γλώσσας και του χριστιανισμού. Πρόκειται για την ιστορία του έθνους και όχι για την ιστορία του εθνικού κράτους την οποία στήριξαν ο γερμανικός ιστορικός θετικισμός και ο Λέοπολντ φον Ράνκε (1795-1886), που έμεινε μακριά από εθνικιστικές σκιές. Όπως και να έχει, καμία κρίσιμη μετάβαση δεν μπορεί να συμβεί από τη μια ημέρα στην άλλη στο επιστημονικό πεδίο, ο Λάμπρος το συγκρότησε κατά τον αποτελεσματικότερο τρόπο στον καιρό του και ο Ράνκε, που τον επηρέασε βαθιά, άφησε έτσι έντονα το αποτύπωμά του στην ελληνική ιστοριογραφία.

 

Η εθνική αποστολή και οι πολιτικές της ανάγκες


Ο Λάμπρος δεν περιορίστηκε στον στενό ρόλο του ιστορικού. Συνεργάστηκε με το λονδρέζικο Athenaeum με βιβλιοκρισίες και ειδήσεις για τον ελληνικό φιλολογικό, ιστοριογραφικό, λογοτεχνικό και αρχαιολογικό πλούτο, τον πλούτο τον επικεντρωμένο στα νεότερα δεδομένα και όχι στην αρχαία Ελλάδα. Οργάνωσε επίσης πανεπιστημιακά φροντιστήρια, συμμετείχε σε κοινωνικά, σε πολιτισμικά και σε πολιτικά δίκτυα, σε δημόσιες συσσωματώσεις οι οποίες αγωνίζονταν να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα (το εθνικό έργο με τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό), ήταν από νεαρός στον σύλλογο του Παρνασσού και έλαβε μέρος στον αγώνα της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας για συγκέντρωση και τακτοποίηση τεκμηρίων σχετικών μα τον μεσαιωνικό και τον νέο ελληνισμό. Εν κατακλείδι ο Λάμπρος διέσωσε βαρύτιμα αρχεία τα οποία τώρα επεξεργάζεται το ΕΚΠΑ σε ψηφιακό και όχι μόνο επίπεδο. Ο ίδιος έγραψε θέατρο με γνωστότερο έργο του το έμμετρο δράμα «Ο τελευταίος Κόμης των Σαλώνων» (1870), όπου επαινεί τον εθνισμό των Ελλήνων όταν προτιμούν τους Οθωμανούς από τους Λατίνους, δοκίμασε να συνεργαστεί με εφημερίδα του Βλάση Γαβριηλίδη στην Πόλη, στο πλαίσιο της ενίσχυσης του ελληνισμού, ενώ βρέθηκαν αργότερα μαζί στην Ακρόπολι, αλλά και συνέθετε επί δεκαετίες ποιήματα: ποιήματα πατριωτικά, ερωτικά και σατιρικά στο κλίμα της Παλαιάς Αθηναϊκής Σχολής. Ας προστεθούν εδώ και οι μεταφράσεις αρχαίων τραγωδιών.
Ως ιστορικός, ο Λάμπρος ήταν ο ιδρυτής βυζαντινών σπουδών στο ΕΚΠΑ, πρόβαλε το Βυζάντιο ως αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής ιστορίας στην Ευρώπη, κατάρτισε καταλόγους μοναστηριακών χειρογράφων, ενθάρρυνε, αν δεν καθιέρωσε, τις δράσεις της παλαιογραφίας, εξέδωσε βενετικά και πρωτίστως βυζαντινά χειρόγραφα, προωθώντας την εικόνα μιας αυτοκρατορίας σε πολιτική πλην όχι και σε πνευματική παρακμή. Ακόμα, μελέτησε τις βυζαντινές γυναίκες, παρακολουθώντας τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τους βίο σε βασιλικές αυλές, σε μοναστήρια και εν οίκω, όταν το Βυζάντιο αναδεικνυόταν ως γνωστικό αντικείμενο του πανεπιστημίου στη Γαλλία και στη Γερμανία. Κι αν δεν έγραψε σχολικά ιστορικά εγχειρίδια, έμεινε πέρα από τους μύθους και τις υπερβολές τους, σε ένα Βυζάντιο στενότερα συνδεδεμένο με το ελληνικό παρόν. Εξέτασε επιπροσθέτως το φαινόμενο των παροικιών από τον 17ο μέχρι τον 19ο αιώνα, ενδιαφέρθηκε για τον Ρήγα, μίλησε για τη συγγενή ταυτότητα Ελλήνων και Βλάχων, διερεύνησε την ελληνική ταυτότητα της βόρειας Ηπείρου. Το 1912 έγινε στην Αθήνα συνέδριο των οριενταλιστών (των μελετητών της ιστορίας και του πολιτισμού έξω από τη Δύση) με διεθνή προβολή της Ελλάδας και του πανεπιστημίου.

 

Η πρωθυπουργική περιπέτεια


Ο Λάμπρος μπήκε κάποια στιγμή και στα βαθιά νερά της ενεργού πολιτικής. Το 1916 χρημάτισε πρωθυπουργός υπηρεσιακής κυβέρνησης (κυβέρνησης «σοφών»), κατέληξε, ωστόσο να παραπεμφθεί από τη Βουλή σε Ειδικό Δικαστήριο και να απομονωθεί εν συνεχεία από τους πάντες και τα πάντα. Η βυζαντινή δόξα που ποθούσε για τον βασιλιά Κωνσταντίνο, ο οποίος δεν τήρησε ποτέ την ουδετερότητα όπως την ζητούσε η Αντάντ, με ελευθερία κίνησης των στρατευμάτων στο ελληνικό έδαφος, μάλλον τον χαντάκωσε. Πολύ περισσότερο αν σκεφτούμε το πώς επιζητούσε να συνταιριάξει τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο με τον βασιλιά του εθνικού διχασμού.

Λόγιος με τεράστια κατάρτιση, μεγάλο ερευνητικό έργο και ισχυρή επιστημονική συνείδηση, ο Λάμπρος ανταποκρίθηκε στον δημόσιο ρόλο που επιζητούσαν τα χρόνια του για τους ανθρώπους του είδους του, υπήρξε πρωτεργάτης για άπειρες επιστημονικές πρωτοβουλίες, καθιέρωσε καινούργιους επιστημονικούς κλάδους, φτάνοντας μέχρι την ιστορία των τεχνών, ήταν πολυγραφότατος και ακατάβλητος, αντλώντας από τις ενασχολήσεις του κουράγιο για να τα βγάλει πέρα με τις κακοτυχίες του, και παρέδωσε εμβληματικό κληροδότημα για τις νεότερες γενιές των ιστοριογράφων, που έμαθαν να αναγνωρίζουν στην περίπτωσή του έναν μοναδικό πρόγονο. Και αν η πολιτική δράση τα χάλασε στο τέλος όλα, ας μη βιαστούμε να του το καταλογίσουμε. Δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος (στον τόμο συμπράττουν οι Γιάννης Κουμπουρλής, Γεωργία Γκότση, Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Τόνια Κιουσοπούλου, Θεοδώρα Αντωνοπούλου, Αθανάσιος Μαρκόπουλος, Κατερίνα Νικολάου, Ασπασία Δημητριάδη, Σωτήρης Κουτμάνης, Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Βάσω Σειρινίδου, Ανδρέας Αντωνόπουλος, Χαρίκλεια Μπαλή, Βασίλης Γκόνης, Σπυρίδων Γ. Πλουμίδης, Γεράσιμος Ζώρας-Μαρία Δημάκη, Δημήτρης Παυλόπουλος, Στάθης Παυλόπουλος, Κατερίνα Δερμιτζάκη, Φλωρεντία Ευαγγελάτου-Νοταρά, Αθηνά-Κόλλια Δερμιτζάκη, Χάιδω Μπάρκουλα, Χριστίνα Μπάρκουλα και Ελευθερία Τριποτσέρη).

 

Βαγγέλης Καραμανωλάκης Ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης είναι αναπληρωτής καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet