Ετσι όπως εξελίσσεται η δημόσια αντιπαράθεση για το προσχέδιο του ασφαλιστικού νόμου που έδωσε στη δημοσιότητα η κυβέρνηση, για μια ακόμη φορά  ο τηλεοπτικός «διάλογος» και η επικοινωνιακή πολεμική διά των συγκροτημάτων του τύπου τείνει να καταγάγει περιφανή νίκη επί της ουσιαστικής συζήτησης. Με αποτέλεσμα συνταξιούχοι, σημερινοί και μελλοντικοί ασφαλισμένοι να υποστούν τις συνέπειες του νόμου που θα ψηφιστεί, χωρίς να έχουν προσθέσει κάτι ουσιαστικό στη γνώση του τι ακριβώς τους συνέβη.
Πρώτα πρώτα, για διαφορετικούς λόγους η κάθε πλευρά, κυβερνητικοί και αντιπολιτευόμενοι παρουσιάζονται σαν να ξεχνούν ότι το προσχέδιο αυτό υπόκειται και στην κρίση και των θεσμών, γιατί είναι και αυτό προϊόν μιας ήττας που έχει υποστεί η κυβέρνηση και η αριστερά, τον περασμένο Ιούλιο. Οι μεν υποστηρικτές του τονίζουν υπερβολικά το ουσιαστικό γεγονός ότι η επεξεργασία του έγινε στην ημεδαπή, αλλά μερικές φορές το κάνουν λες και δεν γνωρίζουμε όλοι πως κάθε νομοπαρασκευαστική επιτροπή θα είχε ούτως ή άλλως στο μυαλό της ότι κατατίθεται σε συνθήκες εφαρμογής ενός μνημονίου. Όσο για τους επικριτές του, απλώς αποφεύγουν να προτείνουν οτιδήποτε θα μπορούσε να τους εκθέσει. Το προσχέδιο αυτό, πάντως, δεν είναι εκείνο που θα έφερνε μια οποιαδήποτε κυβέρνηση της αριστεράς σε ανύποπτο χρόνο.
Επίσης, υπόκειται στους καταναγκασμούς ειδικότερα της δημοσιονομικής πειθαρχίας και του αυστηρά ισοσκελισμένου προϋπολογισμού. Πράγμα που, σε συνδυασμό και με την αδυναμία δανεισμού του δημοσίου από την αγορά ή από τρίτα κράτη, καθιστά τη δημοσιονομική στενότητα αναγκαστική σε σημαντικό βαθμό ακόμη και χωρίς τους καταναγκασμούς του μνημονίου. Τέλος, είναι ένα προσχέδιο που κατατίθεται σε συνθήκες ύφεσης και ασφυκτικής ανεργίας, γεγονός που δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη βραχυχρόνια, όσο κι αν ένας νόμος για το ασφαλιστικό οφείλει να έχει μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Ένα τέτοιο νομοθέτημα είναι υποχρεωμένο να παίρνει όλα αυτά τα στοιχεία υπόψη και, ταυτόχρονα, να έχει την πρόνοια να περιλάβει όρους που να τα ξεπερνούν μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, δηλαδή καθώς θα αλλάζει το πολιτικό, δημοσιονομικό και οικονομικό περιβάλλον. Δύσκολη δουλειά και καθόλου απλή. Δουλειά που δεν μπορεί να βοηθηθεί με μια συζήτηση που περιορίζεται στην περιγραφή ενός αρμαγεδώνα ή στην υπόσχεση της διατήρησης του ύψους των κύριων συντάξεων, πράγμα διόλου ασήμαντο για κάθε συνταξιούχο, σημειωτέον.
Επειδή αρχίζει να γίνεται επικίνδυνα διδακτικό το ύφος, σπεύδω να διευκρινίσω ότι ερωτήματα έχω (και μάλιστα σε μέλλοντα χρόνο), όχι απαντήσεις. Για έναν πολύ απλό λόγο: γιατί απέχουμε πολύ από το να έχουμε μπροστά μας το κείμενο που θα δημοσιευτεί στην «Εφημερίδα της Κυβέρνησης». Με άλλα λόγια, τίποτε δεν είναι δεδομένο, πολύ λιγότερο δε αυτονόητο.
Πρώτο ερώτημα. Θα διασφαλίζει το νομοθέτημα το δημόσιο χαρακτήρα του συνταξιοδοτικού συστήματος, όπως γίνεται στο προσχέδιο; Διότι γνωρίζουμε όλοι ότι όχι μόνο στην εν γένει συζήτηση που κρατάει χρόνια, αλλά και σε νομοθετικές προτάσεις έχει αμφισβητηθεί αυτή η ανάγκη. Ενώ καιροφυλακτούν πανταχόθεν ορμώμενες νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις, για να επαναφέρουν την ιδέα «πυλώνα της ιδιωτικής ασφάλισης». Προχθές ένας εκπρόσωπος του Ποταμιού εκθείαζε σε τηλεοπτικό πάνελ τις αρετές του συστήματος των τριών πυλώνων, από τους οποίους μόνο ο ένας είναι δημόσιος. Σ’ αυτό το πεδίο, έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από πολλά άλλα ζητήματα το ποια θα είναι η κατάληξη.
Ερώτημα δεύτερο. Θα διασφαλιστεί το διανεμητικό σύστημα ή θα υποχωρήσει μπροστά στις πιέσεις για την εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος; Η κυβερνητική πρόταση μπορεί να ισορροπεί ασταθώς με τη λύση της καθιέρωσης ενός ανταποδοτικού σκέλους στη σύνταξη, που θα εξαρτάται από τις εισφορές του ασφαλισμένου, αλλά ποιος είναι βέβαιος ότι δεν θα δεχτεί τόση πίεση που να μπορεί να την αντέξει; Κι όμως, η άμυνα στο σημείο αυτό θα κρίνει πολλά. Και εδώ δεν καιροφυλακτούν μόνο εκπρόσωποι θεσμών, καιροφυλακτούν και εσωτερικές δυνάμεις, που έχουν δημόσια τοποθετηθεί υπέρ του κεφαλαιοποιητικού ως δίκαιου τάχα –όσα δίνεις, παίρνεις– αλλά αποκόβει στην ουσία το συνταξιοδοτικό σύστημα από τη συνταγματική επιταγή της δημόσιας εγγύησης.  
Ερώτημα τρίτο. Θα υπάρχει, αντίθετα, πρόβλεψη, ώστε οι παροχές του συνταξιοδοτικού συστήματος, παρότι σε ένα βαθμό ανταποδοτικές, να μην υπηρετούν το τεράστιο άνοιγμα της ψαλίδας ανάμεσα στη μέση σύνταξη και την ανώτατη; Θα διατηρηθούν, δηλαδή, οι οροφές μεσοπρόθεσμα παρά την πρόβλεψη για αναπροσαρμογή της βασικής σύνταξης με βάση την αυξητική πορεία του ΑΕΠ; Γιατί ήδη από την πρώτη σελίδα της η «Καθημερινή» θρηνεί για τη θέσπιση ανώτατου ορίου 3.000 ευρώ για τις συντάξεις.
Ερώτημα τέταρτο. Θα διατηρηθεί έστω αυτή η ελάχιστη πρόβλεψη για τη στήριξη των πιο ευάλωτων στον κίνδυνο της μη επαρκούς ασφάλισης στρωμάτων, με επαναφορά της ελάχιστης «σύνταξης» του ανασφάλιστου υπερήλικα χωρίς πραγματικό εισόδημα; Γιατί ούτε το ποσό που εξοικονομήθηκε πριν από δύο και πλέον χρόνια από την κατάργησή της ήταν σημαντικό, ούτε η ευαισθησία όσων σήμερα σχίζουν τα ιμάτιά τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε να τη διατηρήσουν.
Ερώτημα πέμπτο. Θα υπάρξει σοβαρή πρόβλεψη για ανοικοδόμηση – αποκατάσταση των αποθεματικών του συνταξιοδοτικού συστήματος, τα οποία διασκορπίστηκαν από τη λεηλασία της κακής διαχείρισης, της υφαρπαγής και του PSI; Θα προβλεφθεί η θέσπιση νέων πόρων χρηματοδότησης, έστω μελλοντικά, του συστήματος, ώστε να μπορεί να αντέχει ενδεχομένως μελλοντικούς κραδασμούς για να ξεπερνάει τουλάχιστον βραχυχρόνιες κρίσεις; Γιατί εδώ έχουν ξεσηκωθεί οι νεοφιλελεύθεροι αρχιερείς, επειδή προβλέπεται να επιβληθεί 1% αύξηση της εργοδοτικής εισφοράς –ταυτόχρονα μάλιστα με αύξηση της εισφοράς των εργαζόμενου κατά 0,5%– και πιθανολογείται ήδη η καταστροφή της οικουμένης.
Ερώτημα έκτο. Θα συνδεθεί η πορεία των μικρών και μικρομεσαίων συντάξεων με τη θετική εξέλιξη των δημοσιονομικών μεγεθών, ώστε να βελτιωθεί όχι μόνο το «εθνικό» ποσό της σύνταξης, αλλά και το ποσοστό αναπλήρωσης του ανταποδοτικού τμήματος ιδίως για τις προαναφερόμενες συντάξεις;
Υπάρχουν σίγουρα κι άλλα σημαντικά ερωτήματα, που δεν μπορεί να εντοπίσει ένας μη ειδικός. Αυτά πρέπει να τεθούν κι αυτά να συζητήσουμε. Κυρίως αυτά που δίνουν σε ένα συνταξιοδοτικό σύστημα το δημόσιο χαρακτήρα του, την ταξική μεροληπτικότητά του και τη θετική ελαστικότητά του, ώστε να μπορεί να αποδοθεί στον ασφαλισμένο κάθε θετική επίπτωση από τη βελτίωση των οικονομικών και δημοσιονομικών μεγεθών.
Θα υπάρξει, τελικά, θετική απάντηση σε όλα αυτά; Κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος. Βέβαιο είναι, πάντως, ότι η εξασφάλισή της εξαρτάται και από τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η δημόσια αντιπαράθεση. Αν συνεχιστεί έτσι, τότε και η κυβέρνηση θα μπορέσει να δικαιολογήσει τις αστοχίες της, και η αντιπολίτευση να συμβάλει στη σύγχυση χωρίς να αναλάβει καμία δέσμευση.


Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet