Του Χάρη Κωνσταντάτου

Από τις εκλογές του Σεπτέμβρη η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε να υλοποιεί την πολιτική της: τα όσα περιλαμβάνονται στην επιβεβλημένη από τους δανειστές συμφωνία, αλλά και στοιχεία του παράλληλου προγράμματός της, που επιδιώκει ριζοσπαστικές μεταρρυθμιστικές τομές «εκτός του ραντάρ» της επιτήρησης. Σαν κρίσιμο ζητούμενο της συγκυρίας τίθεται αναμφίβολα η αναθέρμανση της οικονομίας, που θα φέρει άμεσα θέσεις εργασίας και έσοδα για το κράτος. Και, παρά τις προσπάθειες και νίκες που επιτυγχάνονται στις διαπραγματεύσεις απέναντι σε μεγάλες πιέσεις για ιδιωτικοποιήσεις, πχ. στην ενέργεια και τα απορρίμματα ή και ενεργητικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για καινοτομίες στη συνεταιριστική και μικρομεσαία οικονομία, η κεντρική συζήτηση περί «ανάπτυξης» συνεχίζει να εστιάζει υπέρμετρα στον κρίσιμο ρόλο των «άμεσων ιδιωτικών επενδύσεων» σε τομείς και πεδία που υλοποιήθηκε όλα τα προηγούμενα χρόνια η πολύπλευρη νεοφιλελεύθερη επίθεση στα «κοινά αγαθά» και τη δημοκρατία: με φαραωνικά τεχνικά έργα, μαζικό τουρισμό, βρώμικη ενέργεια, συγκεντρωτική διαχείριση απορριμμάτων, εξορύξεις.
Αποτελεί ερώτημα το πώς θα μπορούσαν σήμερα οι αριστερές δυνάμεις, δρώντας αναγκαστικά μέσα στον ασφυκτικό δημοσιονομικό - αλλά και ιδεολογικό - κλοιό του μνημονίου, αλλά και με νέες δυνατότητες, να εξερευνήσουν νέους δρόμους στο πώς θα μπορούσε να οργανώνεται πιο δημοκρατικά και κοινωνικά περιεκτικά, πιο βιώσιμα, η συνολική αναπτυξιακή διαδικασία. Ποιες διαδικασίες και μεθοδολογίες οφείλουμε να επινοήσουμε και να εφαρμόσουμε, ώστε προοδευτικά να μετασχηματίσουμε τις χρόνιες θεσμικές παθογένειες που κληρονομήσαμε από δεκαετίες ανεύθυνης νεοφιλελεύθερης διαχείρισης;
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι οι μέχρι σήμερα παρεμβάσεις της κυβέρνησης στα θέματα της παραγωγικής ανασυγκρότησης δεν έχουν καταφέρει να «κάνουν τη διαφορά» και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κατορθώσει ακόμη να εισάγει νέα ριζοσπαστικά στοιχεία στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων για τις αναπτυξιακές κατευθύνσεις και επιλογές. Αναμφίβολα, η «συνέχεια του κράτους», όπως συχνά την εκφράζει και η διοίκηση στις κρατικές δομές, αλλά και οι πιέσεις της τρόικας εσωτερικού και εξωτερικού για τη συνέχιση συγκεκριμένων μεγάλων επενδύσεων, παίζουν κρίσιμο ρόλο σ’ αυτή τη γενική εικόνα που αναμφίβολα αδικεί τις μεγάλες προσπάθειες που γίνονται σε κυβερνητικό επίπεδο για την απόκρουση της αδηφαγίας συγκεκριμένων συμφερόντων.

Θεσμικές και μη, δυσκολίες αλλαγής

Γνωρίζουμε ότι την περίοδο των μνημονίων δρομολογήθηκαν fast track συγκεκριμένες επενδύσεις, από επιζήμιες έως ληστρικές, που η νομική τους κατοχύρωση ωστόσο δυσκολεύει εξαιρετικά την ακύρωσή τους, όσο κι αν εξαντλήσουμε τα περιθώρια μονομερών διοικητικών πράξεων ή παραπομπής στη δικαιοσύνη. Και μια σειρά από αντικειμενικά δεδομένα δυσκολεύουν τις όποιες προσπάθειες να αλλάξουμε ένα μοντέλο ανάπτυξης που βασίστηκε στην - με πολιτικές πλάτες και ερήμην των πολιτών - ιδιωτική αυθαιρεσία στην «ανάπτυξη»: Η αδυναμία της κρατικής διοίκησης να παίξει ένα σχετικά ανεξάρτητο ρυθμιστικό και διαμεσολαβητικό ρόλο μετά από δεκαετίες πελατειακής απαξίωσης, η διευρυμένη ακόμη ηγεμονία και επιθετικότητα των εκπροσώπων του κεφαλαίου, η δυσπιστία των πολιτών απέναντι στην πολιτική ως δύναμη που μπορεί να αντιπαρατεθεί στην αγορά.
Έτσι σήμερα, σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις επιθετικά προωθούμενων επενδύσεων, οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης επιδιώκουν κύρια να εξασφαλιστούν, μέσα από σκληρή διαπραγμάτευση, περισσότερα ανταποδοτικά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες και το κράτος ή να περιοριστεί η έκταση της ζημιάς στο περιβάλλον. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό και καθόλου αμελητέο, όπως συχνά θεωρείται.
Όμως, και για να ενισχύονται αυτές οι προσπάθειες της κυβέρνησης, αλλά κυρίως για να διευρυνθεί το πεδίο της πολιτικής και ο ορίζοντας των αναπτυξιακών εναλλακτικών, χρειάζεται να δοκιμάσουμε νέες μεθόδους και εργαλεία πολιτικής – πέρα και υπερβαίνοντας τις πιέσεις και αδράνειες του τρέχοντος «business as usual» μοντέλου... Χρειάζονται θεσμικές καινοτομίες για τη διαφάνεια και την ουσιαστική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα, που να ενθαρρύνουν ιδιαίτερα την κινητοποίηση κρίσιμων, για το εναλλακτικό μας σχέδιο, κοινωνικών δυνάμεων και κατηγοριών. Αναζητώντας στις κάθε είδους προοδευτικές οργανώσεις και συλλογικότητες, ενεργούς συνομιλητές και μακροχρόνιους συμμάχους (και όχι χειροκροτητές που όταν μας ασκούν κριτική τους κουνάμε το δάκτυλο...). Μακρυά από τις γνώριμες παγίδες της ψευδο-διαβούλευσης των γραφειοκρατικών κοινωνικών εταίρων, που έχουμε γνωρίσει τα προηγούμενα «εκσυγχρονιστικά» χρόνια και σημάδεψαν την αποστέωση της όποιας πραγματικής συμμετοχής του κόσμου.
Αναμφίβολα, η δημοκρατική επαναθεμελίωση των διαδικασιών λήψης κρίσιμων αναπτυξιακών αποφάσεων, το αίτημα του δημόσιου σχεδιασμού με νέους όρους και στις νέες συνθήκες αποτελεί εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα σήμερα και ιδιαίτερο στοίχημα για την αριστερά στη διακυβέρνηση. Ωστόσο, το αμέσως επόμενο διάστημα θα χρειαστεί να φανούν απτά δείγματα γραφής για το πώς, πέρα από τις αναπόφευκτες παραχωρήσεις και προσαρμογές, θα προχωρήσει ο πειραματισμός και η θεμελίωση ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες, στο βαθμό που καταξιωθούν κοινωνικά και κατοχυρωθούν θεσμικά, θα αποτελούν συλλογική μας παρακαταθήκη για ευρύτερες κοινωνικές και δημοκρατικές μετατοπίσεις – ιδιαίτερα όσον αφορά τα πεδία του κοινωνικού και οικολογικού μετασχηματισμού της οικονομίας, που παραμένει κρίσιμο ζητούμενο για τη χώρα.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet