TSIPRASSURIZA24_285622608

Πέρυσι τέτοιον καιρό, στο κέντρο της Αθήνας, στην πλατεία των Αγίων Αναργύρων, σ’ εκείνη τη γιορτή χαράς και αμηχανίας λίγες μέρες μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης, συναντήθηκα μ’ έναν παλιό φίλο, ψυχολόγο-ψυχαναλυτή στο επάγγελμα. Τον ρώτησα πάνω στην κουβέντα, πώς βλέπει να διαχειριζόμαστε τις καινούριες ευθύνες, αυτή την αδιανόητη μέχρι χθες εξέλιξη, που όλοι τριγύρω οι εορτάζοντες μοιάζαμε να μην έχουμε ακόμα πιστέψει. Τρεις σταθμούς αναγνωρίζει η επιστήμη, μου είπε, στη διαχείριση μιας τέτοιας πρόκλησης. Και είναι ακριβώς αυτοί που γνωρίζει από πείρα και εφαρμόζει με επιτυχία από αρχαιοτάτων χρόνων η λαϊκή παράδοση στη διαχείριση του πένθους. Στη διαχείριση, μ’ άλλα λόγια, του βάρους των νέων δεδομένων μετά από μιαν απώλεια: Οι πρώτες σαράντα μέρες, οι πρώτοι έξι μήνες κι ο πρώτος χρόνος. Μετά, το έχεις αποδεχτεί, το έχεις εντάξει στα δεδομένα της ζωής. Έχεις συμφιλιωθεί μαζί του, δεν σε δυναστεύει, παύει να είναι, όπως ανομολόγητα φοβήθηκες, το μέτρο των αδυναμιών σου και έχει μετατραπεί στο μέτρο δυνατοτήτων, που δεν φανταζόσουν ότι μπορεί να διαθέτεις.

Όλοι οι ενήλικοι έχουμε βιώσει τουλάχιστον μια εμπειρία πένθους. Εμπειρία συνδεδεμένη, όχι αποκλειστικά, όχι αναγκαστικά, με την απώλεια λόγω θανάτου. Θυμηθείτε εκείνη τη μαχαιριά της ερωτικής εγκατάλειψης –την πιο κοντινή προσομοίωση θανάτου, ή κάνω λάθος; Το μέχρι πριν ένα λεπτό αδιανόητο, η βεβαιότητα ότι το πρόσωπο ή, ακόμα καλύτερα, το σύνολο των καταστάσεων που, με αυτό ως επίκεντρό τους, απαρτίζανε την πραγματικότητά σου σε όλες τις εκφάνσεις του χρόνου –παρόν, παρελθόν και, κυρίως, μέλλον– δεν θα είναι πλέον εδώ. Απέλειπαν αμετάκλητα.

Να αρθούμε στο ύψος της απώλειας

Καιρός, κατά την ταπεινή γνώμη του υπογράφοντος, οι ενήλικοι να αρθούμε στο ύψος της απώλειας. Απέλειπε η Αριστερά των «βεβαιοτήτων»» και της «επανάπαυσης», που μας προμήθευε η βολική αποδοχή, ο μακροχρόνιος εθισμός στο ρόλο της μαχητικής, πλην μη εισακουόμενης (ας όψεται ο ταξικός αντίπαλος...) αντιπολίτευσης, της διαμαρτυρίας και του καταγγελτισμού. Αριστερά που δεν τολμά να συμφιλιωθεί με την εξουσία ως ζητούμενο, που, αν προτιμάτε, έχει διαζευχθεί με την ιδέα ότι στον ορίζοντα των επιδιώξεών της υπάρχει ταυτοτικά η ανάληψη των ευθυνών της διακυβέρνησης, δεν είναι Αριστερά. Είναι αδιανόητη η εικόνα μιας Αριστεράς που δηλώνει ότι δεν είναι έτοιμη να κυβερνήσει. Μιας Αριστεράς που αποποιείται την ευθύνη, με άλλοθι την «απρόσφορη συγκυρία», την περίφημη «μη ωρίμανση των αντικειμενικών συνθηκών». Και εξ αυτού αδυνατώ να δεχτώ αδιαμαρτύρητα την εικόνα αριστερών που θρηνολογούν στηλιτεύοντας λάθη, παραλείψεις ή, ακόμα χειρότερα, κάνοντας λόγο για απόκλιση από την αριστεροσύνη ή, τρισχειρότερα, για προδοσία.

Αλλά, τέλος πάντων, τι είναι αυτή η Αριστερά, που κάποιοι κρατούν ζηλότυπα κρυμμένο το κλειδί του αινίγματός της, για να μπορούν να εγκαλούν τους άλλους; Τι άλλο μπορεί να είναι η Αριστερά, εκτός από διαρκής αναζήτηση απάντησης στις προκλήσεις; Τι άλλο εκτός από σχέση; «Σχέση πολυεδρική, δυναμική, που υπάρχει μόνο μέσα στο συγκεκριμένο, δεν κατοικεί ακίνητη στον πλατωνικό κόσμο των καθαρών ιδεών. Ένα διαρκές ζητούμενο, που ενορχηστρώνει σχεδιασμούς, οριοθετήσεις, συμβιβασμούς, συμμαχίες. Δυναμική σαν ηρακλείτειος ποταμός...».

Αυτή την κουβέντα, επείγει να την ανοίξουμε. Παλιά, πριν τη δικτατορία, είχαμε τα λεγόμενα ακτίφ στελεχών, για όσους θυμούνται. Δεν πήγαιναν τόσο μακριά, υπηρετούσαν άλλα ζητούμενα της πολιτικής συγκυρίας και των οργανωτικών αναγκών. Προτείνεται η ιδέα ενός Ανοιχτού Πανεπιστημίου, ενός περιοδεύοντος φάρου ιδεών σε διαρκή κίνηση, κάτι σαν την περίφημη «Μπαράκα» του Φεδερίκο Γαρθία Λόρκα. Ας απασχολήσει τους διανοούμενους της Αριστεράς και την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.

Επίμονο πένθος

Στον ένα χρόνο με κυβέρνηση της Αριστεράς –όχι σαράντα μέρες, όχι έξι μήνες, έναν χρόνο... – μια περιδιάβαση στον Τύπο αποδείχτηκε άκρως διαφωτιστική. Το πένθος καλά κρατεί. Η απώλεια δεν έχει ακόμα γίνει αποδεχτή. Από πολλούς, ίσως, δεν θα γίνει ποτέ, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, αλλά που μιλούν από μόνοι τους, καθώς όλοι γνωριζόμαστε στο μικροτοπίο της ελληνικής Αριστεράς. Μένει να δούμε τι μερίδιο θα διεκδικεί το πένθος μετά και το τέλος των επόμενων δύσκολων έξι μηνών που έχει μπροστά της η κυβέρνηση της Αριστεράς.

Βεβαίως, υπάρχουν και οι κακόπιστοι. Αυτοί δεν πενθούν, επιχαίρουν από ύψους αριστερής καθέδρας, στην οποία έχουν αυτοδιοριστεί. Περιοριζόμενος στους καλόπιστους, στέκομαι με ενδιαφέρον σε περιπτώσεις που, για στηρίξουν την επιχειρηματολογία τους αναφορικά με το τι «κάνει βαρύτερη την ήττα μας», προσφεύγουν σε ιστορικά προηγούμενα και συγκρίσεις. Λοιπόν, η «μεταβίβαση του 10% του ΟΤΕ, η πώληση του 100% της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, ολοκλήρωση της διαδικασίας πώλησης του ΔΕΣΦΑ και η πώληση του ΟΛΘ» (προεξοφλούμενα ως σίγουρα...), όλα κινήσεις αποσυμπίεσης της δεινής θέσης της χώρας, δεν προσφέρονται για σύγκριση με τη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ, που υπέγραψε το Μάρτη του 1918, η νεαρή σοβιετική κυβέρνηση με τον προελαύνοντα γερμανικό ιμπεριαλισμό, προκειμένου να συμφωνηθεί ειρήνη. Διότι με τη συμφωνία εκείνη, εκτός από τη Λετονία, τη Λιθουανία και την Πολωνία, η Ρωσία εκχώρησε τη Φινλανδία, την Ουκρανία, το Καρς και το Μπατούμ, χάνοντας έτσι 300.000 τετρ. μίλια και πληθυσμό 56 εκατομμυρίων από τις πιο ανεπτυγμένες βιομηχανικά περιοχές της, κι επίσης το 73% του σιδήρου της, το 89% του λιθάνθρακα, κι ακόμα 1.000 μηχανοκατασκευαστικά εργοστάσια και 900 υφαντουργεία. Και να σκεφτεί κανείς ότι είχε μαλλιάσει η γλώσσα του Λένιν στην Κεντρική Επιτροπή του Μπολσεβίκικου Κόμματος, στις 24 Ιανουαρίου, να πείσει για την ανάγκη σύναψης αυτής της «βρωμερής ειρήνης», όπως την αποκαλούσε: «Ο στρατός μας είναι αποκαμωμένος [...] Η θέση των Γερμανών είναι τόσο πλεονεκτική, που αν μας επιτεθούν[...] εύκολα θα καταλάβουν τη Ρεβάλ και το Πέτρογκραντ, ακόμα και με γυμνά χέρια [...] Αν συνεχιστεί ο πόλεμος, τότε η κυβέρνησή μας θα ξεπαστρευτεί και την ειρήνη θα την υπογράψει άλλη κυβέρνηση [...] Το βασικό για μας είναι να κρατηθούμε. Και για να γίνει αυτό χρειαζόμαστε καιρό». Χρειαζόμαστε χρόνο, σύντροφοι, να κρατηθούμε.

Μ’ άλλα λόγια, «καιρός τη θρηνείν και καιρός του χαίρειν». Χαίρετε, λοιπόν, φίλοι.

Κωστής Γιούργος

 

 

 

 

 

 

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet