po

Αργά το βράδυ της Πέμπτης, υπό την επήρεια των μαζικών συγκεντρώσεων που πραγματοποιήθηκαν σ’ όλη τη χώρα, ένα πρώτο αισιόδοξο σχόλιο, που δεν φαίνεται να απέχει από την πραγματικότητα: οι διαδηλώσεις έμοιαζαν με εκείνες του 2010, όταν ο κόσμος άρχισε να βγαίνει στο δρόμο μαζικά, αντιδρώντας στο αδιέξοδο που τον οδηγούσαν. Το κίνημα, που φαινόταν να βρίσκεται σε αναμονή ήδη από τα τέλη του 2012 εν όψει της διαφαινόμενης εκλογικής επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ, αναλαμβάνει τώρα πια δράση αδιαμεσολάβητα. Δεν μπορεί, κάτι καλό θα προκύψει.

Ωστόσο, αυτό που φαινόταν σαν στάση αναμονής, ήδη από τότε είχε ερμηνευτεί σαν διαδικασία πολιτικής έκφρασης της δυναμικής, που είχε συσσωρευτεί στο κοινωνικό πεδίο. Αν η διαδικασία αυτή δεν είχε κατορθώσει να ολοκληρωθεί και μέσα από τις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, το πιο πιθανό είναι ότι οι κινητοποιήσεις θα γνώριζαν μια ύφεση μάλλον, παρά μια διαρκή ανοδική ένταση σε ένα κρεσέντο χωρίς πολιτική διέξοδο.

Άλλοτε και τώρα

Σήμερα, με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση για δεύτερη φορά μέσα σ’ ένα χρόνο και με τους θεσμούς να εξετάζουν ενδελεχώς κάθε βήμα της κυβέρνησης, για να δουν αν συνάδει με το μνημόνιο, είναι λογικό ένα σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος να δυσανασχετεί ή ακόμα και να μετανιώνει για τον τρόπο με τον οποίο ψήφισε. Και να σκέφτεται να επανατοποθετηθεί.

Το ασφαλιστικό είναι μόνο η αφορμή. Άλλωστε, αν υπήρχε η δυνατότητα να γίνει σοβαρή συζήτηση γι’ αυτό, πολύ εύκολα θα διαφαίνονταν οι πραγματικές διαφορές μεταξύ κοινωνικών ομάδων και κυβερνητικής πρότασης, αλλά και μεταξύ κυβέρνησης και κομμάτων της αντιπολίτευσης. Αν ευδοκιμήσει η πρόταση των αγροτών, που έγινε αποδεκτή και από τον πρόεδρο της βουλής, για διακομματική συζήτηση επί συγκεκριμένων προτάσεων, τότε τα πράγματα θα πάρουν τις πραγματικές διαστάσεις τους και όχι αυτές που τους προσδίδουν οι επικοινωνιακές πολιτικές. Για παράδειγμα, οι διάφορες κοινωνικές ομάδες θα βρεθούν αντιμέτωπες όχι μόνο με το κυβερνητικό προσχέδιο, αλλά και με τις θέσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τις οποίες ο αρχηγός της έσπευσε εν περιλήψει να εκθέσει: μείωση των αμοιβών στο δημόσιο, επαναφορά της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος για τις επικουρικές, συμψηφισμός των ασφαλιστικών οφειλών των αγροτών με τις επιδοτήσεις τους, καθιέρωση ιδιωτικού ασφαλιστικού πυλώνα με επιβάρυνση αποκλειστικά του ασφαλισμένου...

Το μη χείρον βέλτιστο;

Ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν πρέπει να εκληφθεί από τους ενδιαφερόμενους ή να χρησιμοποιηθεί από την κυβέρνηση σαν απειλή: αφού μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης προτείνει ακόμα χειρότερες λύσεις, τότε μην απαιτείτε από την κυβέρνηση πολλά πολλά. Όταν οι κοινωνικές ομάδες διεκδικούν, διεκδικούν το καλύτερο για τον εαυτό τους, όχι απλώς το μη χείρον. Και πάνω σ’ αυτή τη βάση ελπίζουν ότι θα εξασφαλίσουν την καλύτερη δυνατή λύση γι’ αυτές. Εκείνο, όμως, που δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς μας, είναι ότι οποιαδήποτε κοινωνική διεκδίκηση, για να δικαιωθεί, χρειάζεται να μετουσιωθεί σε πολιτική και, μάλιστα, σε κυβερνητική πολιτική. Ο φυσικός χώρος του κινήματος είναι ο δρόμος, αλλά οι νόμοι θ’ αργήσουν πολύ ακόμα να ψηφίζονται στις πλατείες. Εκείνο στο οποίο μπορεί, όμως, να ελπίζουμε, είναι ότι δύναται ό,τι ψηφίζεται στη βουλή, να γίνεται δεκτό και στις πλατείες.

Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει πως το κοινωνικό κίνημα έχει μετουσιωθεί σε πολιτική δύναμη, σε πλειοψηφικό ρεύμα. Βρισκόμαστε, άραγε, στην έναρξη μιας τέτοιας διαδικασίας; Ας γυρίσουμε λίγο πίσω στο χρόνο, να ξανασυναντήσουμε την πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας.

Από το κοινωνικό στο πολιτικό

Ήδη από τα μέσα εκείνης της δεκαετίας, είχε αρχίσει να αποκτάει σάρκα και οστά, μέσα από μεγάλες δυσκολίες, ο πολιτικός υποδοχέας ενός κινήματος που μόλις άρχιζε να διαφαίνεται. Άρχισε να διαμορφώνεται με βάση την ιδέα της ενότητας μέσα στη διαφορετικότητα, κατακτώντας σιγά σιγά τη συνείδηση της δυνατότητας και της ανάγκης να διεκδικηθεί η κυβέρνηση της χώρας. Για να υπάρξει ο ΣΥΡΙΖΑ ως ενιαίο κόμμα, χρειάστηκαν δημιουργικές ανατροπές από πάρα πολλούς, φαινομενικά αταίριαστους μεταξύ τους. Ανατροπές που, ταυτόχρονα, έγιναν ευνοϊκά δεκτές από εκατομμύρια πολίτες. Όλους εκείνους που είχαν δοκιμάσει όλους τους δυνατούς συνδυασμούς του δικομματισμού και τις διάφορες εναλλαγές ΠΑΣΟΚ και ΝΔ στην εξουσία.

Αν αναζητήσουμε αντιστοιχίες με τη σημερινή πραγματικότητα, δεν θα εντοπίσουμε πολλές. Έχουμε και σήμερα ένα μνημόνιο. Έχουμε και σήμερα μια κυβέρνηση που επιχειρεί να το εφαρμόσει. Έχουμε και σήμερα πολύ κόσμο που αντιδρά δυναμικά. Εδώ τελειώνουν οι ομοιότητες. Η αριστερά που βρίσκεται στην αντιπολίτευση, ούτε που διανοείται να συσπειρώσει τις δυνάμεις της. Τα πιο ισχυρά τμήματά της δεν χάνουν ευκαιρία να καταγγέλλουν τους δυνάμει συντρόφους τους. Όσο για την αριστερά που κυβερνά, τη θεωρούν προδοτική και απορρίπτουν κάθε σκέψη ακόμη και για οποιαδήποτε επαφή μαζί της.

Αυτά από την άποψη της δομής. Από την άποψη της πολιτικής πρότασης τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Το ΚΚΕ εξακολουθεί να επιμένει σε μια πολιτική χωρίς χρονικό ορίζοντα, η οποία προϋποθέτει την επικράτησή του στο χώρο της αριστεράς, σε βάρος όλων των άλλων, αλλά και την αποδοχή του συνόλου της πρότασής του από την απόλυτη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Ως τότε, ενδιαφέρεται για την ενίσχυση του κινήματος, όχι όμως και για τη μετουσίωση αυτής της ενίσχυσης σε πρακτική πολιτική δυνατότητα. Και είναι τέτοια η αρνητική επιρροή του, που και οι άλλες μικρότερες δυνάμεις της αριστεράς τείνουν να του μοιάζουν όλο και περισσότερο. Έχουν την ίδια απέχθεια απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, που έχει το ΚΚΕ απέναντί τους. Ακόμα κι αν διαλυόταν αύριο το πρωί ο ΣΥΡΙΖΑ, κάτω από την πίεση των κινητοποιήσεων και των δανειστών, δυστυχώς το κενό δεν θα το γέμιζε μια πολιτική δύναμη και μια πολιτική πρόταση ικανή να εμπνεύσει αισιοδοξία.

Τελικά, το 2016 δεν μοιάζει και τόσο πολύ με το 2010. Και δεν θα έπρεπε να κατηγορήσουμε τα πράγματα γι’ αυτό.

Χ.Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet