mitsotakis

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης διεκδίκησε και κέρδισε την προεδρία της ΝΔ εμφανιζόμενος ως εκφραστής ενός εκσυγχρονιστικού πνεύματος, η εφαρμογή του οποίου θα έδινε στη ΝΔ το προφίλ ενός σύγχρονου κεντροδεξιού πολιτικού σχηματισμού, που στο στόχαστρό του βάζει το λαϊκισμό, χωρίς να υπολογίζει το πολιτικό κόστος.

Ωστόσο, πριν καλά καλά κλείσει μήνας από την εκλογή του, τα δείγματα γραφής του υπονομεύουν καθημερινά την εικόνα του ηγέτη που «ήρθε για να τα αλλάξει όλα», και αποκαλύπτουν έναν πολιτικό συμβιβασμένο με την ιδέα ότι ο χρυσός κανόνας είναι: μη θίγετε τα κακώς κείμενα, μην αποκαλύπτετε τις θέσεις και τις προθέσεις σας και μην ανοίγετε λογαριασμούς με κατεστημένα συμφέροντα.

Στην παρθενική του ομιλία στην κοινοβουλευτική ομάδα της ΝΔ, αμέσως μετά την εκλογή του, υποσχέθηκε ότι, και γενικά αλλά και ειδικότερα στο ζήτημα του συνταξιοδοτικού, δεν πρόκειται να ακολουθήσει την πεπατημένη αρνούμενος απλώς τις κυβερνητικές προτάσεις και ότι, πριν ακόμα αυτές διαμορφωθούν σε νομοσχέδιο υπό συζήτηση στη βουλή, η ΝΔ θα έχει διατυπώσει το δικό της αντινομοσχέδιο.

 

Η πεπατημένη οδηγεί στην κόλαση

 

Ήταν μια δήλωση που, αν γινόταν πραγματικότητα, θα αποτελούσε έμπρακτη αποδοκιμασία της μεθόδου διεκδίκησης της πλειοψηφίας τού εκλογικού σώματος διά της αποφυγής ανάληψης συγκεκριμένων δεσμεύσεων. Πριν από λίγες μέρες, όμως, ο κ. Μητσοτάκης, ξεχνώντας ό,τι είχε δεσμευθεί με τόση απλοχεριά να κάνει, αρκέστηκε να συνταχθεί με όσους ζητούν από την κυβέρνηση να αποσύρει το προσχέδιο που έχει καταθέσει σε δημόσια συζήτηση, και το οποίο ταυτόχρονα διαπραγματεύεται και με τους δανειστές.

Είναι σαφές ότι απόσυρση του προσχεδίου δεν σημαίνει μόνο απαλλαγή της ΝΔ από την ανειλημμένη υποχρέωσή της να καταθέσει το δικό της αντισχέδιο. Σημαίνει, επίσης, και αδιαφορία για την πορεία της διαπραγμάτευσης, το χρόνο της αξιολόγησης και την έναρξη της συζήτησης για την αναδιάρθρωση του χρέους. Πρόκειται, δηλαδή, για πλήρη ανατροπή της αρχικής αντι-λαϊκίστικης τοποθέτησης.

Αν επιχειρήσουμε μια πολιτική ερμηνεία της μεταστροφής αυτής, μπορούμε να την αποδώσουμε σε δύο εξελίξεις που έκαναν τον κήρυκα του αντι-λαϊκισμού να το ξανασκεφτεί σοβαρά. Η μία είναι η αντίδραση που προκάλεσε η πρώτη απόπειρα του προέδρου τής ΝΔ να περιγράψει με αδρές γραμμές τη θέση του για το συνταξιοδοτικό. Σε μια στιγμή ειλικρίνειας, φανέρωσε τις νεοφιλελεύθερες βάσεις της δικής του αντίληψης για «μεταρρύθμιση» του συνταξιοδοτικού με νέες γενναίες περικοπές και με εισαγωγή του ιδιωτικού πυλώνα ασφάλισης ως σωτήρια λύση για το… δημόσιο σύστημα. Κάποιοι του είπαν ή και ο ίδιος σκέφτηκε πως είναι μάλλον δύσκολο να πείσεις για τις αγαθές προθέσεις σου μιλώντας χωρίς περιστροφές σαν απλός και καθαρός νεοφιλελεύθερος. Καλύτερα να κρύβεις λόγια.

 

Ο βαθμός μηδέν του διαλόγου

 

Μια δεύτερη εξέλιξη φαίνεται ότι οδήγησε σε παρόμοιο συμπέρασμα τον αντι-λαϊκιστή κ. Μητσοτάκη. Ήταν η πρόταση που προέκυψε κάποια στιγμή από τα μπλόκα των αγροτών: συζήτηση για το ασφαλιστικό (αλλά και άλλα κρίσιμα προβλήματα του αγροτικού κόσμου) σε διακομματική επιτροπή με τη συμμετοχή εκπροσώπων των αγροτών και παρουσία ευρύτατης αντιπροσωπείας τους με πρωτοβουλία της βουλής, πρόταση η οποία, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία των ίδιων των αγροτών, δεν θα επέτρεπε σε κανέναν, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, να κερδοσκοπεί ανέξοδα, χωρίς να αναλαμβάνει συγκεκριμένες δεσμεύσεις.

Η εξέλιξη αυτή προξενούσε δύο προβλήματα στη ΝΔ. Αφενός την υποχρέωνε να προσέλθει με σαφέστατες θέσεις στη συζήτηση, αφετέρου δεν την διευκόλυνε να κρύβεται πίσω από τη γνωστή και αδιανόητη θέση για «διάλογο από μηδενική βάση». Γι’ αυτό και η ηγεσία της έσπευσε να αλλάξει πορεία, κι ας χαλούσε έτσι το εκσυγχρονιστικό κεντροδεξιό προφίλ της. Μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος…

Αν, πάντως, αναρωτιέστε γιατί είναι αδιανόητη η θέση για «διάλογο από μηδενική βάση» και γιατί η πρόταση για διακομματική συζήτηση που βγήκε από τα μπλόκα των αγροτών πνίγηκε γρήγορα - γρήγορα από όλους τους ενδιαφερόμενους για ένα τέλειο αδιέξοδο, ας πούμε μόνο τούτο: διάλογος από μηδενική βάση σημαίνει μηδενικός διάλογος, για τον απλούστατο λόγο ότι σε οποιαδήποτε λογική συζήτηση οι μετέχοντες προσέρχονται ο καθένας με τις θέσεις του και συζητούν για να βρουν –αν βρουν– κοινή κατάληξη. Πράγμα που δεν μπορεί να συμβεί κατά κανέναν τρόπο, αν ως προϋπόθεση για τη συζήτηση τεθεί ότι ο καθένας θα προσέλθει σ' αυτή με ένα μηδέν στις αποσκευές του. Όποιος σκέφτεται μ’ αυτό τον τρόπο, ό,τι κι αν πιστεύει για τον εαυτό του, δεν υπηρετεί την οποιαδήποτε αναζήτηση κοινά αποδεκτής λύσης.

 

Οι νταβατζήδες του Κώστα και οι προτάσεις του Κυριάκου

 

Ένα δεύτερο δείγμα γραφής του κ. Μητσοτάκη, που υπονομεύει το θρυλούμενο προφίλ του ανθρώπου που θα τα αλλάξει όλα, είχαμε στην υπόθεση της νόμιμης αδειοδότησης των καναλιών. Χωρίς κανένα δισταγμό συμπαρατάχθηκε με τα συμφέροντα των διαπλεκόμενων καναλαρχών ακολουθώντας μια πραξικοπηματική λογική μπλοκαρίσματος της λειτουργίας των θεσμών και αφήνοντας με δική του ευθύνη τη δημόσια διοίκηση χωρίς ΕΣΡ. Και συντασσόμενος μ’ αυτούς που επί 25 χρόνια δεν βρήκαν τρόπο να πραγματοποιήσουν ένα διαγωνισμό αδειοδότησης, όπως προέβλεπαν το σύνταγμα και ο νόμος, διέγραφε με μια μονοκοντυλιά την ημιτελή απόπειρα του ίδιου του κόμματός του πριν από μερικά χρόνια, η –τότε– ηγεσία του οποίου είχε μιλήσει πρώτη φορά για «νταβατζήδες». Αυτός που θα τα άλλαζε όλα, δεν είναι σε θέση ούτε να ζητήσει το λόγο από τη διαπλοκή για τη μεθοδευμένη επίθεση με την οποία υπονόμευσαν και τελικά έριξαν την κυβέρνηση του δικού του κόμματος, την κυβέρνηση Καραμανλή.

Κι επειδή δεν πρέπει να μιλούμε μόνο για τα στραβά κουλούρια που φτιάχνει η νύφη - ΝΔ, ας δούμε πώς τα πήγε και η πεθερά - κυβέρνηση μπροστά σ’ αυτή την αποκαλυπτική για τον κ. Μητσοτάκη τροπή των πραγμάτων. Αν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε με δύο λόγια τη στάση της, θα την ονομάζουμε εξαιρετικά διστακτική. Όχι τόσο στο ζήτημα της αδειοδότησης των καναλιών, εκεί το κύριο χαρακτηριστικό ήταν μάλλον η καθυστέρηση, όσο στο αγροτικό ζήτημα.

Με σχετική καθυστέρηση και όχι με τη σοβαρότητα και την αμεσότητα που χρειαζόταν, είδαμε την κυβέρνηση να αντιδρά στην πρόταση για διακομματική επιτροπή. Μόνο ο πρόεδρος της βουλής φάνηκε κάποια στιγμή να πιάνει το νόημα, αλλά όσοι ανέλαβαν τη διεκπεραίωση της ιδέας να πραγματοποιηθεί η διακομματική συζήτηση την περασμένη εβδομάδα στη βουλή, έδειξαν να ενεργούν διστακτικά και μάλλον γραφειοκρατικά. Χάθηκε έτσι μια δυνατότητα να πάρουν τα πράγματα διαφορετική τροπή, να βρεθεί διέξοδος επωφελής και για την πλειονότητα των αγροτών. Υπάρχει, όμως, ακόμα χρόνος. Δεν θα είναι εύκολη υπόθεση να κερδηθεί η χαμένη εμπιστοσύνη. Αλλά αυτή η μάχη χρειάζεται αν δοθεί. Και μπορεί τώρα να δοθεί σε πιο ευνοϊκό έδαφος, με μια ΝΔ που φοβάται να φανερώσει τις θέσεις της.

 

Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet