Για το βιβλίο του Γιώργου Ν. Οικονόμου «Άμεση δημοκρατία: αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες» (εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2014)

 

Της Κικής Αλατζόγλου-Θέμελη*

Το βιβλίο αρχίζει με τη βαθμιαία δημιουργία της άμεσης δημοκρατίας στις αρχαίες ελληνικές πόλεις και ιδιαίτερα στην Αθήνα, γιατί είναι και η μόνη πόλη στην ιστορία της οποίας μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη δημιουργία και την εξέλιξη της δημοκρατίας από γραπτές πηγές και επιγραφές -αρχίζουν με την περίφημη φράση «ἔδοξε τῇ βουλῇ καί τῷ δήμῳ». Επαναλαμβάνει πολλές φορές ο Οικονόμου πως, όταν μιλάμε για αρχαία δημοκρατία εννοούμε πάντοτε μόνο την άμεση δημοκρατία. Κοινοβουλευτική ή αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όπως καταχρηστικά λέγεται σήμερα, δεν υπάρχει στην αρχαιότητα.
Αφιερώνει πολλά κεφάλαια στην αθηναϊκή Δημοκρατία, πάντοτε με αναφορές -άμεσες ή έμμεσες- στη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Διευκρινίζει αρχαίες έννοιες που έχουν κακοπάθει ή και διαστρεβλωθεί ή και εκπορνευθεί -η λέξη δική του- στο πέρασμα των αιώνων τόσο από τη νεότερη λογιοσύνη όσο και από τη νεότερη πρακτική, έννοιες όπως πολίτης, πολιτική, ισότητα, δικαιοσύνη, ελευθερία, δημοκρατία. Τονίζει επανειλημένως ότι ο σύγχρονος κοινοβουλευτισμός, το σύγχρονο αντιπροσωπευτικό σύστημα δεν είναι δημοκρατία, αφού δεν επιτρέπει τη συμμετοχή του δήμου (=λαού) στη λήψη των αποφάσεων, στην εκτέλεση των αποφάσεων και στην απονομή της δικαιοσύνης, όπως γινόταν στην αρχαία Αθήνα. Τότε οι περισσότεροι άρχοντες και όλοι οι δικαστές ορίζονταν με κλήρο, ενώ οι αποφάσεις για τα μεγάλα θέματα της πόλης -πόλεμο, ειρήνη, συμμαχίες κ.λπ.- παίρνονταν με καθολική ψηφοφορία των ενηλίκων πολιτών στην Εκκλησία του Δήμου, αφού προηγουμένως είχαν γίνει αντικείμενο διαβούλευσης στη Βουλή των Πεντακοσίων. Όλοι οι άρχοντες ήταν ενιαύσιοι και μόνο για μια φορά στη ζωή τους, ήταν ανακλητοί και λογοδοτούσαν υποχρεωτικά στο τέλος της θητείας τους.

Παρούσα η επιρροή
του Κ. Καστοριάδη

Μαθητής και θαυμαστής του Κορνήλιου Καστοριάδη, ο Οικονόμου τον αναφέρει συχνά-πυκνά και ακολουθεί τη γραμμή του σε πολλά θέματα, όπως π.χ. στην άποψη ότι με την επικράτηση των Μακεδόνων τελειώνει ο δημοκρατικός ελληνικός κόσμος. Μάλιστα μιλάει απαξιωτικά για τη συμπεριφορά των Μακεδόνων προς τους ηττημένους Θηβαίους, οι οποίοι αρνήθηκαν να παραδώσουν την πόλη τους και οι Μακεδόνες την ισοπέδωσαν (σελ. 53). Ξεχνάει όμως την ανάλογη συμπεριφορά των Αθηναίων προς τους κατοίκους της Μήλου, που επίσης είχαν αρνηθεί να προσχωρήσουν στην αθηναϊκή συμμαχία. Για λόγους ιστορικής δικαιοσύνης πρέπει να μην ξεχνάμε ότι οι Αθηναίοι ήταν ακραιφνείς δημοκράτες όσον αφορά το κράτος τους και τη λειτουργία του, ήταν όμως σκληροί με τους αντιπάλους τους, η πολιτική τους ήταν αθηνοκεντρική.

Οι εκφυλισμοί της δημοκρατίας

Στη συνέχεια ο Οικoνόμου παρακολουθεί την εκφυλιστική πορεία και την έκλειψη της δημοκρατίας στους αιώνες της Ρωμαιοκρατίας, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του δυτικού Μεσαίωνα, μέχρι την εποχή του Διαφωτισμού. Περιγράφει τις πολιτικές ιδέες ευρωπαίων φιλοσόφων, όπως ο Λοκ, Χομπς, Μακιαβέλι κ.ά. Περιγράφει, σχολιάζει και κρίνει το ελβετικό πολίτευμα. Αντιπαραθέτει και διαφοροποιεί την αρχαία δημοκρατία από διάφορες κοινότητες πρωτόγονων λαών, όπου όντως οι άνθρωποι συμμετέχουν στη ζωή της κοινότητας αλλά με τελείως διαφορετικό τρόπο, και αφιερώνει πολλές σελίδες για να τονίσει τις διαφορές της άμεσης δημοκρατίας από τον κομμουνισμό. Στηλιτεύει την Αριστερά και υποστηρίζει πως «η αριστερά στο σύνολό της έχει διαταραγμένη σχέση με τη δημοκρατία» (σελ. 185) και κάνει λόγο για «το τέλος της αριστεράς και την αρχή του δημοκρατικού κινήματος». Αναφέρει τα πάμπολλα επίθετα που συνοδεύουν σήμερα τον όρο δημοκρατία -συμμετοχική, λαϊκή, αντιπροσωπευτική κ.λπ.- και τονίζει ότι η έννοια της δημοκρατίας δεν χρειάζεται επιθετικούς προσδιορισμούς, ότι ακόμη και το επίθετο «άμεση» είναι πλεονασμός διότι «έμμεση» δημοκρατία απλώς δεν υπάρχει.

Ζωτική η αμφισβήτηση

Τέλος, φθάνει στην ελληνική πραγματικότητα και τη «σημερινή κρίση». Ο λόγος του είναι καταγγελτικός. Ελεεινολογεί όλα τα κόμματα και την Αριστερά όλων των αποχρώσεων. Ισχυρίζεται πως οι δραματικές στιγμές που ζούμε, κυρίως στην Ελλάδα, είναι «η εκδίκηση λόγω της απουσίας ενδιαφέροντος για τα πολιτικά πράγματα» και παρατηρεί ότι «όσο μεγαλύτερη είναι η αδιαφορία των ανθρώπων τόσο μεγαλύτερη είναι η αυθαιρεσία, ο αυταρχισμός, η αλαζονεία και η απληστία της εξουσίας». Επικαλείται πάλι τον Καστοριάδη, ο οποίος «μας είχε προειδοποιήσει» πως «η ελευθερία δεν απειλείται μόνο από καθεστώτα ολοκληρωτικά ή αυταρχικά, αλλά με πιο ύπουλο τρόπο και ίσως πιο επικίνδυνο, από την εξαφάνιση της κριτικής, της σύγκρουσης, την εξάπλωση της αμνησίας και την αυξανόμενη ανικανότητα αμφισβήτησης της θεσμισμένης παράστασης του κόσμου και της ζωής». Σήμερα, διαπιστώνει ο Οικονόμου, «καταργούνται τα ψήγματα των ατομικών ελευθεριών και των δικαιωμάτων, που κατακτήθηκαν με συλλογικούς κοινωνικούςαγώνες».

Η «επανεφεύρεση» της πολιτικής

Πιστεύει, πάντως, πως είναι εφικτή μια επανίδρυση της άμεσης δημοκρατίας -δεν εννοεί να αντιγράψουμε την αρχαία, αλλά να την χρησιμοποιήσουμε ως «γονιμοποιό σπέρμα», όπως χαρακτηριστικά λέει ο Καστοριάδης. Υποστηρίζει ότι οι αυθόρμητες συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα το 2011 -το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί μια ωραία φωτογραφία από τότε- δείχνουν πως κάτι τέτοιο είναι εφικτό αρκεί ο λαός να πάψει να εκχωρεί στους δήθεν αντιπροσώπους του την εξουσία που τού ανήκει, αρκεί να επιβάλλει μια καινούργια θέσμιση της κοινωνίας παίρνοντας στα χέρια του τις τύχες του και αποφασίζοντας ο ίδιος για τα προβλήματά του. Κάνει πολλές και ενδιαφέρουσες προτάσεις που πρέπει να υλοποιηθούν προκειμένου να επιτευχθεί η επανίδρυση της άμεσης δημοκρατίας ή όπως χαρακτηριστικά λέει (σελ. 228) η «επανεφεύρεση της πολιτικής».
Τέλος, παραθέτει έναν μακρύ κατάλογο με προτάσεις για «πολιτειακές» και «οικονομικές μεταρρυθμίσεις» που πρέπει να γίνουν (σελ. 243 επ.). Αλλά, επειδή θεωρεί πως δεν θα τις τολμήσουν ποτέ τα κόμματα, τονίζει ότι «απαιτείται αγώνας από την κοινωνία» για «ριζικές θεσμικές αλλαγές» (σελ. 247), απαραίτητες προκειμένου να επανιδρύσουμε την άμεση δημοκρατία. Το καταληκτικό του κεφάλαιο ονομάζεται «Μετακοινοβουλευτισμός», όνομα που δίνει στα σημερινά κοινοβουλευτικά καθεστώτα, στα οποία κατ’ ουσίαν τα κοινοβούλια απλώς επικυρώνουν αποφάσεις που «λαμβάνονται ερήμην των κοινοβουλίων από τις αγορές, τις τράπεζες, τους τεχνοκράτες, τις επιχειρήσεις, το χρηματοπιστωτικό σύστημα».
Σε αυτή τη συνάφεια πρέπει επίσης να λεχθεί ότι κάποιες ελπίδες που είχαν δημιουργηθεί με τα «κινήματα στις πλατείες» (σελ. 203 επ.) έχουν ήδη φυλλορροήσει, παρόλο που παραμένει πάντοτε μέγα και επιτακτικό ζητούμενο η «επανεφεύρεση της πολιτικής».

* Τ. καθηγήτρια φιλοσοφίας Ιονίου Πανεπιστημίου.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet