ÓÕÌÂÏÕËÉÏ ÐÏËÉÔÉÊÙÍ ÁÑ×ÇÃÙÍ ÕÐÏ ÔÏÍ ÐÑÏÅÄÑÏ ÔÇÓ ÄÇÌÏÊÑÁÔÉÁÓ ÓÔÏ ÐÑÏÅÄÑÉÊÏ ÌÅÃÁÑÏ/PHASMA/Ã.ÍÉÊÏËÁÉÄÇÓ
Ποιο ήταν, τελικά, το αποτέλεσμα του πολυσυζητημένου συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών για ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα όπως της προσφυγικής κρίσης;
Αν πιστέψουμε το δελτίο τύπου που εκδόθηκε το βράδυ της Παρασκευής από το πρωθυπουργικό γραφείο τύπου, ήταν ικανοποιητικό, γιατί «κατέληξε σε κοινό ανακοινωθέν στη βάση της εισήγησης του πρωθυπουργού» και γιατί «έξι πολιτικές δυνάμεις, παρά τις επί μέρους διαφωνίες τους, συμφώνησαν σε μια ενιαία εθνική στρατηγική σε ένα τόσο κρίσιμο θέμα».
Όμως, γνωρίζοντας το μέγεθος των εσωτερικών και εξωτερικών πιέσεων που είχαν προηγηθεί, μπορούμε να αποτιμήσουμε πιο ψύχραιμα τη σημασία και το ρόλο του προχθεσινού συμβουλίου υπό τον πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Η μεν κυβέρνηση ήθελε να έχει ο πρωθυπουργός στις αποσκευές του μια κοινή βάση πηγαίνοντας στη σύνοδο κορυφής, τα δε κόμματα της αντιπολίτευσης θεώρησαν ότι είχαν μια ευκαιρία, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, να επηρεάσουν την κοινή ανακοίνωση προς τη δική τους κατεύθυνση, όσο το δυνατόν περισσότερο. Το αποτέλεσμα ήταν μια κοινή ανακοίνωση, που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στα σαφή ανθρωπιστικά χαρακτηριστικά της κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα αυτό κατά το μεγαλύτερο διάστημα και τις απαιτήσεις που προέκυπταν τόσο από τις εσωτερικές πιέσεις όσο και από την αλλαγή κλίματος στην ΕΕ, αλλά και από τα νέα δεδομένα που διαμόρφωναν η συνέχιση των προσφυγικών ροών και το κλείσιμο των συνόρων στις χώρες διόδου των προσφύγων.
Στην ανακοίνωση της Προεδρίας της Δημοκρατίας σημειώνεται ότι το κοινό ανακοινωθέν εκφράζει τον ελάχιστο κοινό τόπο συμφωνίας των αρχηγών των κομμάτων, που την αποδέχονται, και παραπέμπει για τις επιφυλάξεις τους στα πρακτικά της συνεδρίασης.
Την κοινή ανακοίνωση δεν συνυπέγραψαν ο Δ. Κουτσούμπας εκ μέρους του ΚΚΕ και ο Πρόεδρος της Ένωσης Κεντρώων, κ, Βασίλειος Λεβέντης.

Όχι και τόσο κοινός ο «κοινός τόπος»

Ωστόσο, και όσοι τη συνυπέγραψαν, με τις δηλώσεις τους κατά την έξοδο από το προεδρικό μέγαρο φρόντισαν να τονίσουν τις διαφορές τους και όχι τη συμφωνία στο κοινό κείμενο, ίσως γιατί ο «ελάχιστος κοινός τόπους», που αποδέχτηκαν, δεν ήταν στην πραγματικότητα και τόσο κοινός.
Το μεγαλύτερο μέρος των δηλώσεων του κ. Μητσοτάκη ήταν αφιερωμένο στην «δριμύτατη κριτική που άσκησε στον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση για τους μέχρι σήμερα χειρισμούς, που έχουν φέρει τη χώρα στην κατάσταση που όλοι βιώνουμε».Καθώς επίσης και στις «έντονες επιφυλάξεις κατά πόσο ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση μπορούν να ανταποκριθούν», παρά το γεγονός ότι δεν συντάχθηκε με το αίτημα της κ. Γεννηματά και του κ. Λεβέντη για κυβέρνηση εθνικής ενότητας ή οικουμενική.
Επιστέγασμα των δηλώσεών του ήταν ότι «υπάρχει ρητή αναφορά στην ανάγκη ενίσχυσης των κλειστών προαναχωρησιακών κέντρων», πράγμα που δεν περιέχεται στην κοινή ανακοίνωση.
Από την πλευρά της η κ. Γεννηματά, μιλώντας εκ μέρους της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, έκανε ένα βήμα πιο πέρα, δηλώνοντας ότι «η κυβέρνηση έχασε πολύτιμο χρόνο», γεγονός που αποδεικνύει «ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί αυτή την κατάσταση, γι’ αυτό θεωρούμε ότι αυτή η εθνική γραμμή που διαμορφώθηκε, χρειάζεται μια ισχυρή κυβέρνηση εθνικής ενότητας». Μάλλον δεν πρόκειται για μια «επί μέρους διαφωνία»...
Τέλος ο κ. Θεοδωράκης, πρόεδρος του Ποταμιού, στις δηλώσεις του ανέδειξε την επιμονή «στην ανάγκη να υπάρξει ένας υπουργός κοινής αποδοχής», για να αναλάβει το συντονισμό του έργου αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης, πρόταση που δεν έγινε δεκτή. Κατά τα άλλα φρόντισε να τονίσει τις διαφορές του κι αυτός παρά τις συμπτώσεις, μέχρι σημείου μάλιστα να πει ότι η μέχρι σήμερα κυβερνητική πολιτική «δημιούργησε και διόγκωσε το πρόβλημα»!
Με αυτά τα δεδομένα, αναρωτιέται κανείς για την υπευθυνότητα των πολιτικών ηγετών, οι οποίοι υποτίθεται ότι συνυπογράφουν κοινή ανακοίνωση, για να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική θέση του πρωθυπουργού, και ταυτόχρονα κάνουν ότι μπορούν για να διαχωρίσουν τη θέση τους. Αλλά και για την αποτελεσματικότητα του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών. Αν και πολιτικά η κυβέρνηση δεν φαίνεται να μπορούσε να το αποφύγει, και παρότι μπορεί ως ένα βαθμό να αξιοποιήσει την κοινή ανακοίνωση στη σύνοδο, αν γίνει ένας αντικειμενικός απολογισμός της εξέλιξης αυτής δεν είναι βέβαιο αν τα ενεργητικά στοιχεία θα ξεπερνούν τα παθητικά.

•Το κείμενο της κοινής ανακοίνωσης

«Τα γεγονότα που μεσολάβησαν, ύστερα από την Σύσκεψη των Πολιτικών Αρχηγών της 28ης Νοεμβρίου 2015, όχι μόνον επιβεβαίωσαν αλλά και ενίσχυσαν καταλυτικώς την διαπίστωση πως το Προσφυγικό ζήτημα είναι κοινό –κατ’ ουσίαν υπαρξιακό- όλων των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ι. Στο πλαίσιο τούτο η Ελλάδα:

Α. Με πνεύμα Ανθρωπισμού και Αλληλεγγύης έναντι των Προσφύγων αλλά και θωρακίζοντας την ασφάλεια του Ελληνικού Λαού, θα σεβασθεί στο ακέραιο τις υποχρεώσεις της, με τον τρόπο που αυτές καθορίζονται από τις αποφάσεις των αρμόδιων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Β. Φυλάσσει και τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπ’ αυτό το πνεύμα όχι μόνον συνεργάζεται με την Frontex, αλλά επιζητεί και επιδιώκει την δραστική ενίσχυσή της και την τελική ταχύτατη μετεξέλιξή της σ’ Ευρωπαϊκή Ακτοφυλακή, πάντοτε με σεβασμό της εθνικής της κυριαρχίας ως προς την διασφάλιση των συνόρων της. Και ύστερα από μια τέτοια κατάληξη δηλώνει πρόθυμη να φιλοξενήσει την έδρα της Ευρωπαϊκής Ακτοφυλακής. Περαιτέρω δε συνεργάζεται πλήρως στο πεδίο των συμπεφωνημένων αποστολών του ΝΑΤΟ και υπό τον αυτονόητο όρο ότι και η Τουρκία σέβεται τις δικές της αντίστοιχες υποχρεώσεις.

Γ. Ενισχύει τις ανοιχτές δομές προσωρινής φιλοξενίας Προσφύγων, παραλλήλως προς την ενίσχυση των προαναχωρησιακών κέντρων παράτυπων μεταναστών.

ΙΙ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει:

Α. Να επιβάλλει σ’ όλα, ανεξαιρέτως, τα Κράτη-Μέλη της τον πλήρη σεβασμό των υποχρεώσεών τους, ως προς τον δίκαιο και αναλογικό επιμερισμό των Προσφύγων, καθιστώντας σαφές ότι μονομερείς ενέργειες δεν είναι επιτρεπτές και ότι όσοι τις επιλέγουν θα έχουν τις ανάλογες συνέπειες. Στο πλαίσιο αυτό, οφείλει επίσης να καταστήσει σαφές προς όλα τα Κράτη-Μέλη ότι οι χώρες πρώτης γραμμής, και ειδικότερα η Ελλάδα, δεν μπορούν ν’ αναλάβουν όλο το βάρος της φιλοξενίας των Προσφύγων που εισέρχονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά μόνο το βάρος που τους αναλογεί με βάση τον πληθυσμό τους. Στο ίδιο πλαίσιο η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να επιταχύνει την εφαρμογή των αποφάσεων για μετεγκατάσταση των Προσφύγων τόσο από την Ελλάδα όσο και από την Τουρκία.

Β. Να προωθήσει, το ταχύτερο δυνατόν, προγράμματα επιστροφών παράτυπων μεταναστών, ενεργοποιώντας υφιστάμενες Συμφωνίες Επανεισδοχής και συνάπτοντας νέες.

Γ. Να προωθήσει την συνεργασία με την Τουρκία, προκειμένου αυτή αφενός ν’ ανακόψει αμέσως τις ροές Προσφύγων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και, αφετέρου, ν’ αναλάβει, επίσης αμέσως, την ευθύνη δημιουργίας σταθερού και αξιόπιστου μηχανισμού μετακίνησης των προσφύγων από την Τουρκία προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επισημαίνεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να λάβει σοβαρώς υπόψη ότι η Τουρκία δεν έχει εκπληρώσει συγκεκριμένες υποχρεώσεις, τις οποίες ανέλαβε κατά την Σύνοδο Κορυφής της 29ης Νοεμβρίου 2015.

Δ. Να παράσχει, εγκαίρως, την απαιτούμενη συνδρομή προς την Χώρα μας, κυρίως ως προς την συνεχή οικονομική και υλικοτεχνική της ενίσχυση για την υπό όρους ανθρωπισμού περίθαλψη των Προσφύγων, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ελλάδα υφίσταται, περισσότερο από κάθε άλλο Κράτος-Μέλος, τις επιπτώσεις του Προσφυγικού.

Ε. Να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο ως προς τον τερματισμό του πολέμου στην Συρία –ο οποίος και αποτελεί την σημαντικότερη αιτία δημιουργίας και διαιώνισης του Προσφυγικού- προκειμένου να διευκολυνθεί έτσι και η κατά το δυνατόν ταχύτερη επιστροφή των Προσφύγων στις εστίες τους.

III. Η τρέχουσα συγκυρία αποδεικνύει την ανάγκη ν’ αναθεωρηθεί καταλλήλως η Συμφωνία Δουβλίνο ΙΙ, ακόμη κι αν η αναθεώρηση αυτή έχει αρχικώς μεταβατικό χαρακτήρα λόγω επείγοντος, έως ότου προετοιμασθεί πλήρως και ολοκληρωθεί οριστικώς».
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet