Να λέω καλά τ’ όνομά σου...

kiaou

Στους λαβύρινθους της θύμησης που τώρα πια θα σε συναντώ, πώς να σε λέω; Όταν θα σε βλέπω να περνάς το δρόμο απέναντι, πηγαίνοντας στα εγγόνια σου, την Μαργαρίτα και τον Θωμά, ή να διασχίζεις λοξά την Καλλιδρομίου γυρίζοντας βιαστικά από το σπίτι των παιδιών σου, του Νίκου και της Φρόσως, για να προλάβεις να ετοιμάσεις το μεσημεριανό του αντρός σου, πώς να σε λέω; Να σου φωνάζω, «Κυρία, κυρία!» και να σηκώνω το χέρι για να με προσέξεις; Μα αυτό είναι προνόμιο αποκλειστικό των μικρών μαθητών σου στο δημοτικό σχολείο. Τότε που –μικρό παιδί κι η ίδια, ούτε δεκαοχτώ χρονών καλά-καλά κι όμως απόφοιτη του Διδασκαλείου– υπηρετούσες δασκάλα στο Βέρμιο, στην Κοζάνη, στην Έδεσσα, στη Νάουσα, ως το 1946, πριν σε συλλάβουν για τις ιδέες σου και για τη δράση σου στα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας και της κατοχής.
Να σε λέω συντρόφισσα, όπως οι σύντροφοί σου στο κόμμα και στο ΕΑΜ; Συναγωνίστρια, όπως οι συγκρατούμενές σου στις φυλακές και τις εξορίες, στα πέτρινα μετεμφυλικά χρόνια και στα χρόνια της χούντας;
Με το μικρό σου όνομα μήπως; Μα, όχι. Ευθυμία θα σε φωνάζει ο σύντροφός σου, ο Θωμάς ο Κιάος – με την αγάπη και με την έγνοια που μοιράζονται όσοι διαβήκανε μαζί μισόν αιώνα ζωής και χίλιες χαρές και λύπες, φυλακές και εξορίες και χωρισμούς, με μόνη παρηγοριά την ελπίδα.
Θα σε λέω όπως πρωτάκουσα να σε λέει ο Νίκος πριν πολλά χρόνια, όταν έπεφτε η νύχτα κι έκλειναν οι αμπάρες κι έτρεχε ο νους μας έξω απ’ τα κάγκελα, στους δικούς μας: «Τι να κάνει τώρα η έρμη η μάνα μου η κυρα-Ευθυμία;». Και χρόνια μετά, όταν καθισμένοι όλοι μαζί, μικροί μεγάλοι, στην κουζίνα, παρέα με μια μποτίλια τσίπουρο και με «τα ευρεθέντα», θυσιάζαμε στον Βάκχο και στις μικρές χαρές, κι έλεγε ο Νίκος, «Η κυρά-Ευθυμία έρχεται όπου να ’ναι. Εκείνη θα σας πει πώς φτιάχνεται το καλό ναουσέικο τουρσί!». Κι ερχόσουνα, κυρά-Ευθυμία –μικρόσωμη, αεικίνητη μ’ όλα σου τα χρόνια, έχοντας ανεβεί με μια τα τριάντα οχτώ σκαλοπάτια ως την εξώπορτα των παιδιών σου– και καθόσουνα να μοιραστείς τη λιτή μας ευωχία, τον μικρό μας μυστικό δείπνο, το ομοτράπεζο του ταπεινού, του ολιγαρκούς, του ακατάλυτου καθημερινού κομμουνισμού που μας δίδαξαν τα χρόνια του χωρισμού και τα χρόνια του ξανανταμώματος.
Μ’ όλο το θάρρος συντρόφισσα κυρα-Ευθυμία, εκεί στους λαβύρινθους της θύμησης που πας, έχω δυο ονόματα να σου πω και μια χάρη να σου ζητήσω. Το γράμμα που σου έστειλε στις φυλακές θαρρώ της Αλικαρνασσού από τις φυλακές Αβέρωφ ο γιος σου την Πέμπτη 1 Αυγούστου 1968, το θυμάσαι. Αυτό που ξεκινάει, «Αγαπημένη μου μάνα, χθες πήρα την από 24 Ιουλίου 1968 γραμμένη κάρτα σου...» και κάπου προς το τέλος σου γράφει πως, «Είχαμε ένα δυσάρεστο γεγονός χθες, μάνα. Πέθανε ο πατέρας, νέος άνθρωπος, ενός φίλου μου συγκατηγορουμένου μου.... Άδικα πήγε ο μακαρίτης...». Μανώλης είναι, συντρόφισσα κυρα-Ευθυμία, το όνομα του αδικοχαμένου. Σύντροφος Μανώλης. Θα τον γνωρίσεις, είναι με την Όλγα, τη σύντροφό του, την ξέρεις από τα στρατοδικεία, που τρέχατε να γλυτώσετε τα παιδιά σας. Πες τους πως δεν πάψαμε ποτέ να τους αγαπάμε και να τους ευχαριστούμε.
* * *
Η Ευθυμία Κιάου το γένος Γιουλέκα γεννήθηκε στην Νάουσα το 1914. Κοιμήθηκε τα μεσάνυχτα της Κυριακής 6 Μαρτίου 2016. Την αποχαιρετήσαμε το απομεσήμερο της Τετάρτης 9 Μαρτίου από το Α΄ Νεκροταφείο της Αθήνας. Από το μεσημέρι της Πέμπτης 10 Μαρτίου αναπαύεται στο Κοιμητήριο της Νάουσας, πλάι στο μπάρμπα-Θωμά, τον σύντροφό της στη ζωή και στη θύμηση.

Κωστής Γιούργος

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet