H κομβική σημασία της προσχολικής εκπαίδευσης και φροντίδας

liakaki

Της Σωτηρίας Λιακάκη*

«Ολες οι καλές μεταρρυθμίσεις ξεκινούν με τα βρέφη» («all good reforms begin with babies»). Πρόκειται για φράση, ουσιαστικά απόσταγμα της εργασίας του κορυφαίου επιστήμονα της κοινωνικής πολιτικής  Gøsta Esping-Andersen, την οποία εντοπίζουμε στο βιβλίο του The Incomplete Revolution. Adapting to Women’s New Roles (Polity Press, Cambridge, 2009, σ.9). Πώς μπορούμε, όμως, να διακρίνουμε ποιες είναι οι «καλές μεταρρυθμίσεις», για τις οποίες έχει νόημα να αγωνιστούμε, ώστε να αποκτήσουν «θεσμικό βάθος» και διαχρονική δυναμική;
Η δημόσια συζήτηση για την πρόσβαση σε δικαιώματα και πόρους εξαντλείται συχνά σε θέματα που άπτονται της επικαιρότητας και ενίοτε περιορίζεται στα άμεσα οφέλη ή/και συνέπειες δημοσίων πολιτικών επί συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων. Προσπερνιέται, ωστόσο, συχνά, μια εξόχως σημαντική πτυχή του σχεδιασμού και της εφαρμογής δημοσίων πολιτικών (και ιδιαίτερα των κοινωνικών πολιτικών), εκείνη της θεσμικής αποτύπωσης του τρόπου με τον οποίο μια πολιτεία αντιλαμβάνεται τις έννοιες της ισότητας και της ελευθερίας, αποτύπωση που θα ήταν δυνατόν να σκιαγραφηθεί στη βάση των ακόλουθων τριών αξόνων:

Άξονες σχεδιασμού πολιτικής

Του άξονα των ιδεών πολιτικής, οι οποίες όχι μόνο δεν αποτελούν αφηρημένα σχήματα, αλλά αντίθετα συνδιαμορφώνουν το πεδίο αντιπαλότητας και συγκρούσεων για την κυριαρχία της κατεύθυνσης που θα προσλάβει μια δημόσια πολιτική.
Δεύτερος άξονας, εκείνος της τεκμηρίωσης των πολιτικών, ως ρεπερτόριο εναλλακτικών στρατηγικών, προκειμένου μια δημόσια πολιτική να «γειωθεί» στην πραγματικότητα της θεσμικής «μηχανικής» και να λειτουργήσει ως πλαίσιο και πολιτικών επιλογών.
Τρίτος άξονας, η διαγενεακή διάσταση του αντικτύπου που διακρίνει μια δημόσια πολιτική και τα «θεσμικά μονοπάτια»1 που ανοίγουν, μονοπάτια που ενίοτε χαρακτηρίζονται από δισεπίλυτα εμπόδια ή απρόβλεπτες εμπλοκές.
Αναζητώντας δημόσιες πολιτικές που να ακροβατούν με ισορροπία στους τρεις αυτούς άξονες, συναντάμε ορισμένες που ξεχωρίζουν αισθητά και συγκροτούν ένα «corpus» για τον περιορισμό της ανισότητας, λειτουργώντας ως παρακαταθήκη για οικονομική ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς και συμβάλλοντας στην ενδυνάμωση των σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ των ατόμων αλλά και προς τους δημόσιους θεσμούς.

Λειτουργίες, οφέλη και θετική δυναμική

Είναι προφανές ότι όσες/οι μελετούν σχολαστικά τα περί δημοσίων πολιτικών θα οδηγούνταν, η καθεμία και ο καθένας ανάλογα με το αντικείμενο της ειδίκευσής τους και τη συγκεκριμένη αντίληψή τους για τον ρόλο του κράτους, σε διαφορετικές εκτιμήσεις ως προς τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο πολιτικών για περιορισμό της κοινωνικής ανισότητας και πολυεπίπεδη ενδυνάμωση των σχέσεων εμπιστοσύνης.
Και όμως, μεταξύ των προτεινόμενων λύσεων, αναδύεται μια «πολυλειτουργική»  δημόσια πολιτική, η προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα: σύμφωνα με αναλύσεις, έρευνες και μελέτες, η ενεργοποίηση και ο καλός σχεδιασμός της2 από το κράτος, διαμορφώνουν εκείνο το πλαίσιο παρέμβασης, το οποίο, μεταξύ άλλων, ανοίγει τον δρόμο για την καταπολέμηση της φτώχειας και μάλιστα άμεσα, διευκολύνοντας την είσοδο των γυναικών (ειδικά σε όσες χώρες κυριαρχεί το μοντέλο του «άνδρα κουβαλητή») στην αγορά εργασίας^ επιτρέπει σε παιδιά που προέρχονται από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες να αποκτήσουν δεξιότητες που θα τα θωρακίσουν στον μελλοντικό τους βίο^ παρεμβαίνει στη διαμόρφωση των στερεοτύπων^ προωθεί μια αντίληψη για την ανάπτυξη, που δεν περιορίζεται στην «επένδυση» στο ενήλικο ανθρώπινο δυναμικό^ διευκολύνει την εφαρμογή μιας οικογενειακής πολιτικής ισότητας και στο πεδίο των φύλων, όσον αφορά στα αναπαραγωγικά δικαιώματα^ αλλάζει με άλλα λόγια τους όρους του παιχνιδιού για το σύνολο του πληθυσμού.
Οι λειτουργίες, τα οφέλη και η θετική δυναμική της προσχολικής εκπαίδευσης και φροντίδας διαπιστώνονται και αναγνωρίζονται σε διατριβές, κείμενα πολιτικής από Διεθνείς Οργανισμούς, πολιτικά προγράμματα, εκθέσεις με «καλές πρακτικές», επιστημονικές έρευνες, διεθνή αρθρογραφία, κυβερνητικούς σχεδιασμούς, ενώ διαπερνούν ενίοτε και πολιτικά/κομματικά στεγανά, θυμίζοντάς μας τη σημασία του αγώνα για την ηγεμονία των αριστερών ιδεών:
«Με το τέλος της δεκαετίας του 1960, η Σουηδία πρωτοστατούσε στην Ευρώπη ως προς την ανάπτυξη μιας νέας οικογενειακής πολιτικής […] Αναμφίβολα, ήταν ο νεαρός πρωθυπουργός Olof Palme (σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός 1969-1976 και 1982-1986), μια ριζοσπαστική και προσανατολισμένη στην ισότητα νέα γενιά πολιτικών στην κυβέρνηση, που ενστερνίστηκε την πρωτοβουλία και αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη για την ενδυνάμωση της κοινωνίας που είχε αρχίσει και για την οποία η προσχολική αγωγή συνιστούσε σημαντικό θεμέλιο λίθο.»3
Το παραπάνω απόσπασμα εντοπίζεται σε μελέτη της B. Martin Korpi (στη συντομότερη μεταφρασμένη στα αγγλικά εκδοχή της, δημοσιευμένη το 2007 και αναρτημένη σε σουηδική κυβερνητική ιστοσελίδα), στην αρχή της οποίας συναντάμε πρόλογο του Jan Björklund, Υπουργού Παιδείας της Σουηδίας το 2007 σε κεντροδεξιά κυβέρνηση συνεργασίας.

Πολιτική επείγοντος χαρακτήρα

Επανερχόμενοι στο θέμα της ισότητας και της πρόσβασης σε ευκαιρίες, ο G. Esping-Andersen επισημαίνει ότι μεγάλη πρόκληση, αναφορικά με το ζήτημα της πληθυσμιακής γήρανσης, αποτελεί μια πολιτική αντιμετώπισης των ανισοτήτων ανάμεσα στα άτομα της ίδιας γενιάς, οι οποίες είναι απότοκος ανισοτήτων που ξεκινούν ήδη από την παιδική ηλικία (The Incomplete Revolution…ό.π., σ.9).
Εκκινώντας από διαφορετική αφετηρία, σε κείμενό τους που καταπιάνεται με τις σχέσεις μεταξύ γενικευμένης εμπιστοσύνης, ισότητας και καθολικών κοινωνικών πολιτικών, ο Bo Rothstein και ο Eric M. Uslaner καταλήγουν σε εξίσου ενδιαφέροντα συμπεράσματα: η επιλογή συγκεκριμένων δημοσίων πολιτικών, όπως η υψηλής ποιότητας καθολική εκπαίδευση είναι ιδιαίτερης κρισιμότητας για κοινωνίες «υψηλής ανισότητας-χαμηλής κοινωνικής εμπιστοσύνης», όπως τις χαρακτηρίζουν4 («All for All: Equality, Corruption, and Social Trust», World Politics, 58 (1), Οκτώβριος 2005, σ.72, υποσημ.97).
Η τοποθέτηση της όλης συζήτησης στο πλαίσιο της κρίσης, με πρόσφατες αναλύσεις να υπογραμμίζουν τις καταστροφικές συνέπειες της λιτότητας στην απασχόληση, τη φτωχοποίηση και τους κινδύνους για τα παιδιά –με την πρόσβαση σε δομές προσχολικής εκπαίδευσης και φροντίδας να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ισότιμη ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας–, αναδεικνύει την προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα ως πολιτική επείγοντος χαρακτήρα και κομβική επιλογή για κάθε πολιτεία που επιδιώκει να κινείται στο πλαίσιο, μιας, όπως την ονομάζει ο G. Esping-Andersen, «στρατηγικής κοινωνικής επένδυσης» (The Incomplete Revolution…ό.π., σσ.130-140).
Ο διάλογος γύρω από την προσχολική ηλικία δεν μπορεί, λοιπόν, παρά να είναι δυναμικός και διαρκής, ώστε μια δημόσια πολιτική-σημείο αναφοράς ως προς το «κοινωνικό αποτύπωμά» της, να διαπνέεται από καθολικότητα, χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς, λειτουργώντας εν τέλει ως εμβληματική παρακαταθήκη για δικαιοσύνη στην πράξη.


* Η Σωτηρία Λιακάκη είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας

Σημειώσεις:
1. «Path dependence», όρος που συναντάται στη σχετική βιβλιογραφία.
2. Οι αναλυτές και επιστήμονες που μελετούν την προσχολική εκπαίδευση και φροντίδα τονίζουν ιδιαίτερα τη σημασία της ποιότητας σε σχέση με τη συγκεκριμένη πολιτική.
3. Barbara Martin Korpi, The Politics of Pre-School – intentions and decisions underlying the emergence and growth of the Swedish pre-school (translation: Brian R. Turner), the Ministry of Education and Research (Sweden), 2007, σ. 23.
4. Και σαν την ελληνική, θα προσθέταμε εμείς.
Πρόσφατα άρθρα ( Κοινωνία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet