μουζαλας

Του Κωστή Τσιτσελίκη*

Η προσφυγική κρίση αναπάντεχα διασταυρώθηκε με τη μακεδονική ονοματολογία που χρόνια τώρα παραμένει ως μια λανθάνουσα δηλητηριώδη εκκρεμότητα μέσα στα σκονισμένα συρτάρια των ζητημάτων εξωτερικής ή και εσωτερικής πολιτικής που έχουν βαφτιστεί ως εθνικά. Εκείνων δηλαδή των θεμάτων που, αν τολμήσει να τα θίξει κανείς, απαιτούν μονοσήμαντα στοχευμένη ευαισθησία και απόλυτη ομοφωνία. Ας τολμήσει να διαφοροποιηθεί κανείς από την εθνικά ορθή γλώσσα και ορολογία που υπαγορεύει ηγεμονικά και με αυστηρότητα το ενδεδειγμένο εθνικό καθήκον. Και ας είναι και υπουργός! Η χρόνια αυτολογοκρισία, δηλαδή η μη χρήση και η αποφυγή των κατακριτέων λέξεων, διαμόρφωσε την αντίληψη ότι είναι απολύτως φυσιολογικό να απουσιάζει οποιαδήποτε χρήση των θεωρούμενων εθνικά βλάσφημων όρων και συνεπώς συνέβαλε στην εδραίωση της συνεχούς υποχρέωσης διόρθωσης του εαυτού και των άλλων όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Στα κρυφά μόνο μπορούμε να τις χρησιμοποιούμε, ενδεχομένως σε άλλη γλώσσα αλλά στα ελληνικά ποτέ. Έτσι δια της απουσίας τους οι απαγορευμένοι όροι έγιναν επικίνδυνοι ή ενοχλητικοί και έτσι πέρασαν στην ανυπαρξία, στο δημόσιο λόγο. Στη θέση τους καθιερώθηκαν ξύλινοι, αδόκιμοι και υπαινικτικοί όροι. Η εκφώνηση των όρων αυτών, και δεν είναι μόνο η ονομασία της γείτονος, στην απαγορευμένη τους μορφή μπορεί να έχει συνέπειες, ακόμα και την απειλή τιμωρίας σε πολιτικό επίπεδο, όπως στην περίπτωση του υπουργού. Η εθνική ορθότητα έχει διαχυθεί σε όλο το φάσμα της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής και αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα εξορθολογισμού και εκδημοκρατισμού. Παραμένει αναλλοίωτη στο χρόνο και υπαγορεύει λεκτικές συμπεριφορές ακόμα και όταν η πραγματικότητα έχει αναδείξει (και) άλλες. Εν τέλει, δεν επιτρέπει -προληπτικά- να εκφραστούν οι όποιες άλλες ορολογικές επιλογές, οι οποίες σε κάθε περίπτωση φαντάζουν αποκλίνουσες, μη φυσιολογικές, ή σε κάθε περίπτωση, επιζήμιες για το κοινό εθνικό καλό. Η εθνική ορθότητα σε δεύτερη φάση γίνεται τιμωρητική χωρίς καμία ανοχή για την άλλη άποψη και ενοχή για την καταδίωξή της. Οι όροι αποτελούν πολιτικό όπλο, καθίστανται πολιτικό πεδίο δοκιμασίας, και εν τέλει προϋπόθεση για τη δυνατότητα συμμετοχής στα πολιτικά πράγματα. Η εθνική ομοφωνία κυριαρχείται ιδεολογικά από εκείνους που κατέχουν τα κλειδιά της επιβολής: φραστικό και σωματικό μπούλινγκ, κατακραυγή από τα ΜΜΕ και τον αδιάκοπο έλεγχο από τον κοινωνικό περίγυρο, ακόμα και μέσα στο φιλικό και οικογενειακό περιβάλλον. Θα έλεγε κανείς ότι η υποδόρια πανταχού παρούσα εθνική ορθότητα διαπερνά τις βασικές αρχές της δημοκρατίας μας εκεί που τελικά καταδεικνύει την αδυναμία της. Ότι το πολιτικό μας σύστημα την έχει ενστερνιστεί χωρίς καμία διάθεση αναστοχασμού. Ότι δημιουργεί άρρητα προνόμια: ο όποιος ευαγγελιστής της εθνικής ορθότητας διατηρεί την εξουσία να αναγορεύει συγκεκριμένα ζητήματα ως εθνικά και να υπαγορεύει τη λεκτική ορθότητα, ως μηχανισμό κοινωνικής υποταγής μέσα από μια άκαμπτη και αδιάλλακτη μηχανική ευθυγράμμισης. Ενδεχομένως και μέσα από τη βία ή την απειλή της. Έτσι, και η οποιαδήποτε λύση ή πρόοδος μέσα από τον ανοιχτό διάλογο και τις πολιτικές αντιθέσεις απομακρύνεται αενάως αφού καμία πρόταση νέας ορολογίας, πόσο μάλλον της απαγορευμένης, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η επιβολή της κατάστασης αυτής που είναι φαινομενικά σε εκκρεμότητα, προτείνει και βέβαια επιβάλλει ακριβώς το αντίθετο της δημοκρατικής ανεκτικότητας και κινητικότητας των ιδεών. Μια παγ(ι)ωμένη κατάσταση πραγμάτων που αρνείται οποιαδήποτε μεταβολή και οποιαδήποτε άλλη άποψη. Και για το λόγο αυτό είναι πολιτικά επικίνδυνη.

* Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2021 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet